| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36605 | οξύτητα | [ὀξύτητα] ο-ξύ-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. περιεκτικότητα οξέος σε υγρό: γαστρική/ελεύθερη/ισορροπημένη/μέτρια/ολική/πτητική/υψηλή/φυσική/χαμηλή ~. ~ της βροχής/του λαδιού/του νερού. ~ του αίματος/των ούρων/του στομάχου. Βαθμός/ρυθμιστής ~ας. Κρασί με έκδηλη ~. Βλ. αλκαλικ-, βασικ-ότητα, πεχά. 2. ένταση που μπορεί να οδηγήσει σε σύγκρουση, επιθετικότητα, βιαιότητα: πολιτική/φραστική ~. ~ της αντιπαράθεσης/του προβλήματος. Πβ. δριμύτητα, όξυνση. 3. ανάπτυξη αντίληψης, αίσθησης ή ιδιότητας: ~ του λόγου/του νου/της παρατήρησης/του πνεύματος (= πνευματική ~).|| Ακουστική/οπτική ~. 4. ΜΟΥΣ. ύψος ήχου: τονική ~. 5. (σπάν.-κυριολ.) αιχμηρότητα αντικειμένου: ~ του μαχαιριού. Βλ. -ύτητα. [< αρχ. ὀξύτης ‘έντονη γεύση, οξύνοια, ετοιμότητα’, γαλλ. acidité] | |
| 36606 | οξυτοκίνη | [ὀξυτοκίνη] ο-ξυ-το-κί-νη ουσ. (θηλ.) & ωκυτοκίνη: ΒΙΟΧ. πολυπεπτιδική ορμόνη (σύμβ. C43H66N12O12S2) που εκκρίνεται από την υπόφυση, προκαλεί συσπάσεις της μήτρας κατά τη διάρκεια της γέννας και διευκολύνει την εκροή γάλακτος κατά τον θηλασμό. Βλ. -ίνη, προλακτίνη. [< αγγλ. oxytocin, 1928] | |
| 36607 | οξύτονος | , η, ο [ὀξύτονος] ο-ξύ-το-νος επίθ. 1. που τονίζεται στη λήγουσα: (ΓΡΑΜΜ.) ~ες: λέξεις/συλλαβές. ~α: ουσιαστικά. Βλ. παρ~, προπαρ~.|| (ΜΕΤΡ.) ~οι: στίχοι. 2. ΜΟΥΣ. που είναι υψηλής τονικότητας: ~η: φωνή. Βλ. διαπεραστικός. ΑΝΤ. βαρύτονος (1) [< μτγν. ὀξύτονος] | |
| 36608 | οξύφυλλος | , η, ο [ὀξύφυλλος] ο-ξύ-φυλ-λος επίθ.: ΒΟΤ. (για φυτό) που έχει φύλλα με μυτερές απολήξεις. Βλ. -φυλλος. [< μτγν. ὀξύφυλλος] | |
| 36609 | οξύφωνος | , η, ο [ὀξύφωνος] ο-ξύ-φω-νος επίθ. (επιστ.): που έχει ψιλή, διαπεραστική φωνή ή παράγει οξύ ήχο: ~o: πτηνό.|| (ΜΟΥΣ.) ~α: (μουσικά) όργανα. Βλ. -φωνος. ● Ουσ.: οξύφωνος (ο): ΜΟΥΣ. τενόρος. Βλ. σοπράνο, υψίφωνος. ΑΝΤ. βαθύφωνος [< αρχ. ὀξύφωνος] | |
| 36610 | οξυχλωριούχος | , α/ος, ο [ὀξυχλωριοῦχος] ο-ξυ-χλω-ρι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει οξυγόνο και χλώριο: ~ος: φώσφορος/χαλκός. Βλ. -ούχος2. | |
| 36611 | όξω | βλ. έξω | |
| 58791 | οολιορκία | ||
| 36612 | ΟΟΣΑ | (ο): Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης. βλ. OECD | |
| 36613 | οπ | [ὄπ] επιφών.: για να δηλωθεί έκπληξη, προτροπή, παύση: ~ τι κάνεις; Καιρό έχω να σε δω.|| ~, σταμάτα το αυτοκίνητο.|| ~ φτάσαμε! Πβ. όπα, χοπ. [< τουρκ. hop, γαλλ. ~.] | |
| 36614 | οπ αρτ | [ὄπ ἄρτ] ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. αφηρημένη τεχνοτροπία η οποία χρησιμοποιεί χρώματα και γεωμετρικά μοτίβα, για να δημιουργήσει ψευδαίσθηση κίνησης. [< αγγλ. op(tical) art, 1964] | |
| 36615 | όπα | [ὄπα] ό-πα επιφών. 1. για να δηλωθεί έκπληξη, ξάφνιασμα ή προτροπή για παύση: ~, τι έγινε;|| ~, πολλή φόρα πήρες (= βάστα, σταμάτα, στάσου, περίμενε, κάτσε)! Πβ. οπ. 2. σε λαϊκό χορό, δηλωτικό κεφιού. 3. στο ταχτάρισμα μικρού παιδιού. ● ΦΡ.: έχω κάποιον στα όπα όπα (προφ.): τον φροντίζω υπερβολικά, του ικανοποιώ όλες του τις επιθυμίες: Έχει τη γυναίκα του ~ ~. Πβ. μη βρέξει και μη στάξει. | |
| 36616 | ΟΠΑ | (το): Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ). | |
| 36617 | ΟΠΑΔ | (ο): (παλαιότ.) Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου. Βλ. ΕΟΠΥΥ. | |
| 36618 | οπαδικός | , ή, ό [ὀπαδικός] ο-πα-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον οπαδό ή χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του: ~ός: σύνδεσμος/Τύπος. ~ή: βία/δημοσιογραφία/εκπομπή/εφημερίδα/ταυτότητα. ~ό: κοινό/φόρουμ. ~ές: φυλλάδες.|| ~ός: φανατισμός. ~ή: βία (βλ. χουλιγκανισμός). ~ό: πάθος/σύνθημα/φρόνημα. Βλ. φίλαθλος. | |
| 36619 | οπαδιλίκι | [ὀπαδιλίκι] ο-πα-δι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): οπαδισμός: Πουλάει φτηνό ~. Βλ. -ιλίκι. | |
| 36620 | οπαδισμός | [ὀπαδισμός] ο-πα-δι-σμός ουσ. (αρσ.) (προφ.): ακραία αφοσίωση και υποστήριξη, κυρ. μιας ομάδας, φανατισμός: αθλητικός/τυφλός ~. Βλ. -ισμός. | |
| 36621 | οπαδοποίηση | [ὀπαδοποίηση] ο-πα-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): μετατροπή ατόμων σε φανατικούς οπαδούς: ~ των φιλάθλων/ψηφοφόρων. Βλ. κοπαδοποίηση, -ποίηση. | |
| 36622 | οπαδός | [ὀπαδός] ο-πα-δός ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: που υποστηρίζει κάποιον ή κάτι συνήθ. ανοιχτά και ένθερμα: αφοσιωμένος/γνήσιος/δηλωμένος/ενθουσιώδης/ρομαντικός/συνειδητός ~. Αγανακτισμένοι/επώνυμοι/οργανωμένοι ~οί. ~ αίρεσης/δόγματος/θρησκείας/κόμματος/(αθλητικής) ομάδας (πβ. φίλαθλος)/(μουσικού) συγκροτήματος. ~ ηγέτη/υποψηφίου. ~ του καπιταλισμού/του σοσιαλισμού/του φεμινισμού. Ένωση/σύνδεσμος ~ών (βλ. φαν κλαμπ). Αποδοκιμάστηκε από μερίδα ~ών. Πβ. ζηλωτής, θιασώτης, υπέρμαχος.|| (κατ' επέκτ.) ~ της αλήθειας (: λάτρης, φίλος).|| (μειωτ.) Ορκισμένοι/παθιασμένοι/πωρωμένοι/φανατισμένοι ~οί. Συλλήψεις/υβριστικά συνθήματα ~ών. Επεισόδια μεταξύ/συμπλοκές ~ών στο ματς ... Βλ. χούλιγκαν. [< αρχ. ὀπηδός, ὀπαδός ‘συνοδός, διώκτης’] | |
| 36623 | οπαίο | [ὀπαῖο] ο-παί-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. άνοιγμα (οπή) στη στέγη αρχαίων οικημάτων που χρησίμευε για την έξοδο του καπνού καθώς και για τον φωτισμό και αερισμό της οικίας. [< μτγν. ὀπαῖον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ