| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36608 | οξύφυλλος | , η, ο [ὀξύφυλλος] ο-ξύ-φυλ-λος επίθ.: ΒΟΤ. (για φυτό) που έχει φύλλα με μυτερές απολήξεις. Βλ. -φυλλος. [< μτγν. ὀξύφυλλος] | |
| 36609 | οξύφωνος | , η, ο [ὀξύφωνος] ο-ξύ-φω-νος επίθ. (επιστ.): που έχει ψιλή, διαπεραστική φωνή ή παράγει οξύ ήχο: ~o: πτηνό.|| (ΜΟΥΣ.) ~α: (μουσικά) όργανα. Βλ. -φωνος. ● Ουσ.: οξύφωνος (ο): ΜΟΥΣ. τενόρος. Βλ. σοπράνο, υψίφωνος. ΑΝΤ. βαθύφωνος [< αρχ. ὀξύφωνος] | |
| 36610 | οξυχλωριούχος | , α/ος, ο [ὀξυχλωριοῦχος] ο-ξυ-χλω-ρι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει οξυγόνο και χλώριο: ~ος: φώσφορος/χαλκός. Βλ. -ούχος2. | |
| 36611 | όξω | βλ. έξω | |
| 58791 | οολιορκία | ||
| 36612 | ΟΟΣΑ | (ο): Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης. βλ. OECD | |
| 36613 | οπ | [ὄπ] επιφών.: για να δηλωθεί έκπληξη, προτροπή, παύση: ~ τι κάνεις; Καιρό έχω να σε δω.|| ~, σταμάτα το αυτοκίνητο.|| ~ φτάσαμε! Πβ. όπα, χοπ. [< τουρκ. hop, γαλλ. ~.] | |
| 36614 | οπ αρτ | [ὄπ ἄρτ] ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. αφηρημένη τεχνοτροπία η οποία χρησιμοποιεί χρώματα και γεωμετρικά μοτίβα, για να δημιουργήσει ψευδαίσθηση κίνησης. [< αγγλ. op(tical) art, 1964] | |
| 36615 | όπα | [ὄπα] ό-πα επιφών. 1. για να δηλωθεί έκπληξη, ξάφνιασμα ή προτροπή για παύση: ~, τι έγινε;|| ~, πολλή φόρα πήρες (= βάστα, σταμάτα, στάσου, περίμενε, κάτσε)! Πβ. οπ. 2. σε λαϊκό χορό, δηλωτικό κεφιού. 3. στο ταχτάρισμα μικρού παιδιού. ● ΦΡ.: έχω κάποιον στα όπα όπα (προφ.): τον φροντίζω υπερβολικά, του ικανοποιώ όλες του τις επιθυμίες: Έχει τη γυναίκα του ~ ~. Πβ. μη βρέξει και μη στάξει. | |
| 36616 | ΟΠΑ | (το): Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ). | |
| 36617 | ΟΠΑΔ | (ο): (παλαιότ.) Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου. Βλ. ΕΟΠΥΥ. | |
| 36618 | οπαδικός | , ή, ό [ὀπαδικός] ο-πα-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον οπαδό ή χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του: ~ός: σύνδεσμος/Τύπος. ~ή: βία/δημοσιογραφία/εκπομπή/εφημερίδα/ταυτότητα. ~ό: κοινό/φόρουμ. ~ές: φυλλάδες.|| ~ός: φανατισμός. ~ή: βία (βλ. χουλιγκανισμός). ~ό: πάθος/σύνθημα/φρόνημα. Βλ. φίλαθλος. | |
| 36619 | οπαδιλίκι | [ὀπαδιλίκι] ο-πα-δι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): οπαδισμός: Πουλάει φτηνό ~. Βλ. -ιλίκι. | |
| 36620 | οπαδισμός | [ὀπαδισμός] ο-πα-δι-σμός ουσ. (αρσ.) (προφ.): ακραία αφοσίωση και υποστήριξη, κυρ. μιας ομάδας, φανατισμός: αθλητικός/τυφλός ~. Βλ. -ισμός. | |
| 36621 | οπαδοποίηση | [ὀπαδοποίηση] ο-πα-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): μετατροπή ατόμων σε φανατικούς οπαδούς: ~ των φιλάθλων/ψηφοφόρων. Βλ. κοπαδοποίηση, -ποίηση. | |
| 36622 | οπαδός | [ὀπαδός] ο-πα-δός ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: που υποστηρίζει κάποιον ή κάτι συνήθ. ανοιχτά και ένθερμα: αφοσιωμένος/γνήσιος/δηλωμένος/ενθουσιώδης/ρομαντικός/συνειδητός ~. Αγανακτισμένοι/επώνυμοι/οργανωμένοι ~οί. ~ αίρεσης/δόγματος/θρησκείας/κόμματος/(αθλητικής) ομάδας (πβ. φίλαθλος)/(μουσικού) συγκροτήματος. ~ ηγέτη/υποψηφίου. ~ του καπιταλισμού/του σοσιαλισμού/του φεμινισμού. Ένωση/σύνδεσμος ~ών (βλ. φαν κλαμπ). Αποδοκιμάστηκε από μερίδα ~ών. Πβ. ζηλωτής, θιασώτης, υπέρμαχος.|| (κατ' επέκτ.) ~ της αλήθειας (: λάτρης, φίλος).|| (μειωτ.) Ορκισμένοι/παθιασμένοι/πωρωμένοι/φανατισμένοι ~οί. Συλλήψεις/υβριστικά συνθήματα ~ών. Επεισόδια μεταξύ/συμπλοκές ~ών στο ματς ... Βλ. χούλιγκαν. [< αρχ. ὀπηδός, ὀπαδός ‘συνοδός, διώκτης’] | |
| 36623 | οπαίο | [ὀπαῖο] ο-παί-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. άνοιγμα (οπή) στη στέγη αρχαίων οικημάτων που χρησίμευε για την έξοδο του καπνού καθώς και για τον φωτισμό και αερισμό της οικίας. [< μτγν. ὀπαῖον] | |
| 36624 | οπάκ | [ὀπάκ] ο-πάκ επίθ. {άκλ.}: αδιαφανής: ~ επένδυση (κουρτίνας)/καλσόν/χρώματα. ΑΝΤ. διαφανής (1) [< γαλλ. opaque] | |
| 36625 | όπαλα & οπαλάκια | [ὄπαλα] ό-πα-λα επιφών.: λέγεται όταν προσπαθεί κάποιος να σηκώσει μικρό παιδί στην αγκαλιά του ή να το καθίσει στα γόνατά του ή όταν το ταχταρίζει. [< τουρκ. hoppala, πβ. γαλλ. hop là] | |
| 36626 | οπαλίνα | [ὀπαλίνα] ο-πα-λί-να ουσ. (θηλ.) 1. αδιαφανές, γαλακτώδες γυαλί που χρησιμοποιείται κυρ. στην κατασκευή διακοσμητικών αντικειμένων και κοσμημάτων: κόκκινη/μπλε ~. Λάμπα από ~. Βιτρό από γαλάζια ~ και κρύσταλλο. 2. ιριδίζον ύφασμα. [< γαλλ. opaline] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ