Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37280-37300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36624οπάκ[ὀπάκ] ο-πάκ επίθ. {άκλ.}: αδιαφανής: ~ επένδυση (κουρτίνας)/καλσόν/χρώματα. ΑΝΤ. διαφανής (1) [< γαλλ. opaque]
36625όπαλα & οπαλάκια[ὄπαλα] ό-πα-λα επιφών.: λέγεται όταν προσπαθεί κάποιος να σηκώσει μικρό παιδί στην αγκαλιά του ή να το καθίσει στα γόνατά του ή όταν το ταχταρίζει. [< τουρκ. hoppala, πβ. γαλλ. hop là]
36626οπαλίνα[ὀπαλίνα] ο-πα-λί-να ουσ. (θηλ.) 1. αδιαφανές, γαλακτώδες γυαλί που χρησιμοποιείται κυρ. στην κατασκευή διακοσμητικών αντικειμένων και κοσμημάτων: κόκκινη/μπλε ~. Λάμπα από ~. Βιτρό από γαλάζια ~ και κρύσταλλο. 2. ιριδίζον ύφασμα. [< γαλλ. opaline]
36627οπάλιο[ὀπάλιο] ο-πά-λι-ο ουσ. (ουδ.) {οπαλί-ου} & οπάλι (το) & οπάλιος (ο): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό, ένυδρο διοξείδιο του πυριτίου, του οποίου οι ημιδιάφανες, ιριδίζουσες ποικιλίες αποτελούν πολύτιμους λίθους και χρησιμοποιούνται κυρ. στην κοσμηματοποιία: λευκό/μαύρο ~. ~ της φωτιάς. Μενταγιόν από ~. [< μτγν. ὀπάλλιος, γαλλ. opale, αγγλ. opal]
36628ΟΠΑΠ1. (ο) Οργανισµός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου. 2. (η) Ονομασία Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας.
36629ΟΠΕ(η): Ονομασία Προέλευσης Ελεγχόμενη.
36631ΟΠΕΚΑ (ο) Οργανισμός Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Βλ. ΟΓΑ.
36633όπερα[ὄπερα] ό-πε-ρα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. -ΘΕΑΤΡ. μουσικό θεατρικό είδος, δραματική συνήθ. σύνθεση με σκηνική δράση, κατά τη διάρκεια της οποίας οι ηθοποιοί τραγουδούν με ορχηστρική συνοδεία και το σύνολο των σχετικών έργων· συνεκδ. ο χώρος όπου δίνεται η αντίστοιχη παράσταση: αριστουργηματική/διάσημη/κλασική/παιδική/ροκ/ρομαντική/σύγχρονη/φημισμένη ~. Σοβαρή ~. Μαέστρος/μπαλέτο/ντίβα/συντελεστές/χορωδία της ~ας. Βραδιά/γκαλά/φεστιβάλ ~ας. ~ σε ... πράξεις. Βλ. άρια, ιντερλούδιο, λιμπρέτο, οπερέτα, ρετσιτατίβο.|| Διευθυντής της κρατικής ~ας του ... ΣΥΝ. μελόδραμα (3) ● ΣΥΜΠΛ.: όπερα μπούφα: ΜΟΥΣ. κωμική όπερα: η ιταλική ~ ~.|| (μτφ.) Υπόθεση που θυμίζει ~ ~. [< ιταλ. opera bouffa] , όπερα δωματίου βλ. δωμάτιο [< ιταλ. opera, γαλλ. opéra]
36634οπερατέρ[ὀπερατέρ] ο-πε-ρα-τέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: εικονολήπτης, εικονολήπτρια. ΣΥΝ. κάμεραμαν & καμεραμάν [< γαλλ. opérateur]
36635οπερατικός, ή, ό [ὀπερατικός] ο-πε-ρα-τι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. -ΘΕΑΤΡ. που σχετίζεται με όπερα ή τη θυμίζει: ~ή: μουσική/παραγωγή/παράδοση/σκηνή. ~ό: έργο/ρεπερτόριο. ~ές: άριες. ~ά: στοιχεία/φωνητικά. Πβ. λυρικός. [< αγγλ. operatic, γαλλ. opératique, 1966]
36636οπερέτα[ὀπερέτα] ο-πε-ρέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. -ΘΕΑΤΡ. μουσικοθεατρική παράσταση με κωμικό συνήθ. θέμα, η οποία μοιάζει με την όπερα, αλλά είναι απλούστερη, συντομότερη και περιέχει περισσότερα διαλογικά μέρη: βιεννέζικη/γαλλική/ελληνική/ιταλική ~. Φεστιβάλ ~ας. Βλ. κωμειδύλλιο. 2. (μτφ.-μειωτ.) κατάσταση ή γεγονός που χαρακτηρίζεται από φαιδρότητα και υποκρισία: πολιτική ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Πραξικόπημα/συνέδριο/σύσκεψη-~. Βλ. -έτα. [< ιταλ. operetta, γαλλ. opérette]
36637οπερετικός, ή, ό [ὀπερετικός] ο-πε-ρε-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με ή θυμίζει οπερέτα: (ΜΟΥΣ.-ΘΕΑΤΡ.) ~ές: άριες. ~ά: φωνητικά.|| (μτφ.-μειωτ., κωμικός, φαιδρός) ~ή: εμφάνιση. ~ές: δηλώσεις.
36638οπερόνιο[ὀπερόνιο] ο-πε-ρό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΒΙΟΛ. ομάδα στενά συνδεδεμένων γονιδίων που αποτελείται από δομικά και ρυθμιστικά στοιχεία: μεταγραφή του ~ου της λακτόζης. [< γαλλ. opéron, 1961, αγγλ. operon, 1961]
36639οπή[ὀπή] ο-πή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) τρύπα: κεντρική/κυκλική/πλευρική ~. ~ ανάρτησης/διέλευσης/εισόδου/εκροής/εξαερισμού/παρατήρησης (= ματάκι)/στερέωσης/τροφοδοσίας. Διάμετρος/διάνοιξη ~ής. Βλ. στόμιο, τρήμα.|| (ΑΝΑΤ.) Η φυσική ~ της κοιλιάς (= ομφαλός).|| (ΑΘΛ.) Γήπεδο γκολφ 18 ~ών. 2. ΦΥΣ. (στους ημιαγωγούς) περιοχή με θετικό ηλεκτρικό φορτίο στη ζώνη σθένους ατόμου. ● ΣΥΜΠΛ.: μελανή οπή βλ. μελανός [< 1: αρχ. ὀπή]
36640ΟΠΙ(ο): Οργανισμός Πνευματικής Ιδιοκτησίας.
36641όπιο[ὄπιο] ό-πι-ο ουσ. (ουδ.) {οπί-ου} 1. ΦΑΡΜΑΚ. -ΙΑΤΡ. ισχυρή ναρκωτική ουσία που προέρχεται από τον αποξηραμένο χυμό των άγουρων σπόρων της οπιούχου παπαρούνας (αφιόνι)· χορηγείται και ως φάρμακο σε μικρές δόσεις λόγω των αναλγητικών ιδιοτήτων του: ακατέργαστο ~. Καπνίζει/παίρνει/πίνει ~. Αλκαλοειδή του ~ου (βλ. κωδεΐνη, μορφίνη, παπαβερίνη). 2. καθετί που προκαλεί πνευματική αδράνεια, αποχαύνωση: ~ του λαού. [< μτγν. ὄπιον]
36642οπιοειδής, ής, ές [ὀπιοειδής] ο-πι-ο-ει-δής επίθ.: ΒΙΟΧ. -ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα οπιοειδή: ~είς: υποδοχείς. ~ή: αναλγητικά/ναρκωτικά/πεπτίδια/φάρμακα. Πβ. οπιούχος. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: οπιοειδή (τα): ουσίες με δράση παρόμοια με αυτή του οπίου: συνθετικά ~. Ενδογενή/φυσικά ~ του εγκεφάλου (βλ. εγκεφαλίνη, ενδορφίνες). Εθισμός στα/εξάρτηση από ~. Χορήγηση ~ών. [< αγγλ. opiate, 1954, opioid, ουσ. 1957, επίθ. 1967, γαλλ. opioïde, επίθ. 1979]
36643οπιομανής[ὀπιομανής] ο-πι-ο-μα-νής ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): πρόσωπο εθισμένο στο όπιο. Βλ. -μανής, τοξικομανής. [< αγγλ. opiomaniac, γαλλ. opiomane]
36644οπιούχος, ος/α, ο [ὀπιοῦχος] ο-πι-ού-χος επίθ. (λόγ.): που περιέχει όπιο: ~ος: παπαρούνα (= αφιόνι). ~ες: ουσίες (π.χ. ηρωίνη, μεθαδόνη, μορφίνη). ~α: ναρκωτικά/παυσίπονα/φάρμακα.|| (ως ουσ.) Ενδογενή (βλ. εγκεφαλίνη, ενδορφίνες)/συνθετικά ~α. Πβ. οπιοειδής. Βλ. -ούχος. [< γαλλ. opiacé, αγγλ. opiate]
36645οπισθέλκουσα[ὀπισθέλκουσα] ο-πι-σθέλ-κου-σα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. αντίσταση που αναπτύσσεται κατά την κίνηση στερεού σώματος σε υγρό ή αέριο: αεροδυναµική/επαγωγική ~. Συντελεστής ~ας. Μείωση της ~ας του οχήματος.|| (ως επίθ.) ~ δύναμη. Βλ. ρευστοδυναμική.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.