Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37300-37320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36646όπισθεν[ὄπισθεν] ό-πι-σθεν επίρρ. (λόγ.): πίσω (από): Έκανε ένα βήμα ~. (+ γεν.) Πάρκινγκ ~ πλατείας. Οι οδηγίες αναγράφονται ~ του εντύπου.|| (ως επίθ., προς τα πίσω) ~ κίνηση/πορεία.|| (μτφ-ειρων., για να δηλωθεί οπισθοδρόμηση ή υποχώρηση:) ~ ολοταχώς! Βλ. -θεν. ΑΝΤ. έμπροσθεν ● Ουσ.: όπισθεν (η): ταχύτητα οχήματος για κίνηση προς τα πίσω: Έβαλε την ~. [< αρχ. ὄπισθεν]
36648οπισθο- & οπισθό-& οπισθ- (λόγ.): πρόθημα που αναφέρεται στην πίσω όψη ή θέση, στην κίνηση προς τα πίσω: οπισθό-φυλλο (βλ. εξώ-, εσώ-).|| Οπισθο-γράφηση. Οπισθ-έλκουσα. Οπισθο-φυλακή (ΑΝΤ. εμπροσθο-).|| Oπισθο-χώρηση (βλ. υπο-)/(μτφ.) ~δρομικότητα. ● βλ. πισω- & πισώ-
36649οπισθογεμής, ής, ές [ὀπισθογεμής] ο-πι-σθο-γε-μής επίθ. {οπισθογεμ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: ΣΤΡΑΤ. (για πυροβόλο όπλο) στο οποίο οι σφαίρες τοποθετούνται από το πίσω μέρος του. Βλ. ουραίο. ΑΝΤ. εμπροσθογεμής [< γερμ. Hinterlader]
36650οπισθογράφηση[ὀπισθογράφηση] ο-πι-σθο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ενυπόγραφη δήλωση στο πίσω μέρος τίτλου με σκοπό τη μεταβίβαση της κυριότητάς του σε τρίτο πρόσωπο: εν λευκώ/λευκή ~ (: στην οποία δεν αναφέρεται το όνομα του δικαιούχου). ~ αξιογράφων/επιταγής/συναλλαγματικής. Βλ. -γράφηση. [< γαλλ. endossement]
36651οπισθόγραφος, η, ο [ὀπισθόγραφος] ο-πι-σθό-γρα-φος επίθ.: ΝΟΜ. (για τίτλο) που έχει οπισθογραφηθεί. Βλ. -γραφος. [< μτγν. ὀπισθόγραφος]
36652οπισθογράφος[ὀπισθογράφος] ο-πι-σθο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που έχει οπισθογραφήσει τίτλο. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. endosseur]
36653οπισθογραφώ[ὀπισθογραφῶ] ο-πι-σθο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | οπισθογράφ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: ΝΟΜ. μεταβιβάζω την κυριότητα τίτλου με οπισθογράφηση: ~ησε τη συναλλαγματική. ~ημένη: επιταγή. ~ημένα: γραμμάτια. Βλ. -γραφώ. [< γαλλ. endosser]
36654οπισθογωνία[ὀπισθογωνία] ο-πι-σθο-γω-νί-α ουσ. (θηλ.): (στην οδήγηση οχημάτων) στροφή σε γωνία με την όπισθεν: εξέταση υποψήφιων οδηγών σε ~.
36655οπισθόδομος[ὀπισθόδομος] ο-πι-σθό-δο-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όμου}: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. το οπίσθιο τμήμα του αρχαίου ελληνικού ναού. Βλ. άδυτο, πρόδομος, πρόναος, σηκός. [< αρχ. ὀπισθόδομος]
36657οπισθοδρομικός, ή, ό [ὀπισθοδρομικός] ο-πι-σθο-δρο-μι-κός επίθ.: αναχρονιστικός, παρωχημένος: ~ή: κοινωνία/νοοτροπία. ~ές: αντιλήψεις/δυνάμεις/ιδέες. Πβ. αρτηριοσκληρωτικός.|| (ως ουσ.) Οι ~οί της παράταξης. ΣΥΝ. αντιδραστικός (1), ξεπερασμένος ΑΝΤ. προοδευτικός (1) || ~ή: κυστεογραφία. ● επίρρ.: οπισθοδρομικά [< γαλλ. rétrograde]
36658οπισθοδρομικότητα[ὀπισθοδρομικότητα] ο-πι-σθο-δρο-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του οπισθοδρομικού: κοινωνική/οικονομική ~. Πβ. συντηρητισμός. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αναχρονιστικότητα ΑΝΤ. προοδευτικότητα (1)
36659οπισθοδρομώ[ὀπισθοδρομῶ] ο-πι-σθο-δρο-μώ ρ. (αμτβ.) {-είς ... | οπισθοδρόμ-ησε, ώντας} 1. επιστρέφω σε προηγούμενα στάδια ανάπτυξης, δεν συμβαδίζω με την πρόοδο της εποχής: Η οικονομική δραστηριότητα έχει ~ήσει. Πβ. καρκινοβατώ. 2. (λόγ.) κινούμαι προς τα πίσω: Το όχημα ~εί. [< μτγν. ὀπισθοδρομῶ, γαλλ. rétrograder]
36660οπισθοκίνητος, η, ο βλ. πισωκίνητος
36661οπισθοπορεία[ὀπισθοπορεία] ο-πι-σθο-πο-ρεί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κίνηση οχήματος με την όπισθεν: ~ σε ευθεία γραμμή/καμπύλη. ~ σε αυτοκινητόδρομο ή σήραγγα. ~ με στροφή (= οπισθογωνία). Κάμερα/οθόνη/ραντάρ/φώτα ~ας.
36662οπισθοσκέδαση[ὀπισθοσκέδαση] ο-πι-σθο-σκέ-δα-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. σκέδαση ακτινοβολίας κατά γωνία μεγαλύτερη της ορθής. [< αγγλ. backscattering, 1940]
36663οπισθοστερνικός, ή, ό [ὀπισθοστερνικός] ο-πι-σθο-στερ-νι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή εκδηλώνεται πίσω από το οστό του στέρνου: ~ός: καύσος (= η καούρα)/πόνος. ~ή: δυσφορία/περιοχή. [< αγγλ. retrosternal]
36664οπισθοτομία[ὀπισθοτομία] ο-πι-σθο-το-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση οργάνου, ιστού ή άλλου μέρους του σώματος: ~ του προστάτη. Βλ. -τομή. 2. ΤΟΠΟΓΡ. μέθοδος προσδιορισμού της θέσης σημείου: πολλαπλή/φωτογραμμετρική ~. [< αγγλ. resection]
36665οπισθότυπος[ὀπισθότυπος] ο-πι-σθό-τυ-πος ουσ. (αρσ.) (επιστ.): η πίσω όψη νομίσματος που φέρει συνήθ. ανάγλυφη επιγραφή. Βλ. κορόνα (ή) γράμματα, -τυπος2. ΑΝΤ. εμπροσθότυπος
36666οπισθοφαρυγγικός, ή, ό [ὀπισθοφαρυγγικός] ο-πι-σθο-φα-ρυγ-γι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που βρίσκεται ή εκδηλώνεται πίσω από τον φάρυγγα: ~ός: χώρος. ~ό: απόστημα. ~ά: λεμφογάγγλια. [< αγγλ. retropharyngeal]
36667οπισθοφύλακας[ὀπισθοφύλακας] ο-πι-σθο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. μπακ. Πβ. αμυντικός. Βλ. -φύλακας. [< αρχ. ὀπισθοφύλαξ 'στρατιώτης οπισθοφυλακής']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.