| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36668 | οπισθοφυλακή | [ὀπισθοφυλακή] ο-πι-σθο-φυ-λα-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. στρατιωτικό τμήμα το οποίο προστατεύει το οπίσθιο τμήμα προπορευόμενης φάλαγγας από πιθανή εχθρική επίθεση. Πβ. μετόπισθεν, νώτα. Βλ. -φυλακή. ΑΝΤ. εμπροσθοφυλακή (1) 2. ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) άμυνα: γραμμή ~ής (= αμυντική γραμμή). 3. (μτφ.) συντηρητικές δυνάμεις που αντιδρούν σε καθετί νέο, πρωτοποριακό: κοινωνική ~. Οι δύσπιστοι του συστήματος δίνουν μάχη ~ής. ΑΝΤ. εμπροσθοφυλακή (2) [< γαλλ. arrière-garde] | |
| 36669 | οπισθόφυλλο | [ὀπισθόφυλλο] ο-πι-σθό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ύλλου}: η οπίσθια όψη εντύπου ή θήκης οπτικού δίσκου: ~ του βιβλίου/της εφημερίδας/του προγράμματος (παράστασης)/του φυλλαδίου. Κείμενο/περίληψη/σημείωμα/φωτογραφία του ~ου. Βλ. εξώ-, εσώ-φυλλο.|| ~ του ντιβιντί/σιντί. | |
| 36670 | οπισθοχώρηση | [ὀπισθοχώρηση] ο-πι-σθο-χώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. υποχώρηση στρατεύματος λόγω πίεσης του εχθρού ή ήττας: Δόθηκε εντολή για ~. Οι δυνάμεις προέβησαν σε μερική ~. ΣΥΝ. αναδίπλωση (2), σύμπτυξη (3) ΑΝΤ. προέλαση 2. (μτφ.) αλλαγή πορείας, στάσης, τακτικής η οποία έχει ως αποτέλεσμα την οπισθοδρόμηση: ιδεολογική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική ~. ~ στο θέμα ... Πβ. πισωγύρισμα. ΑΝΤ. προχώρημα 3. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) μετακίνηση των παικτών προς τον χώρο της άμυνας: Η αντίπαλη ομάδα υποχρεώθηκε σε ~. 4. μετατόπιση προς τα πίσω· καθίζηση: ~ των διαδηλωτών.|| (ΓΕΩΦ.) ~ της ακτογραμμής. [< γαλλ. rétrogradation, rétrogression] | |
| 36671 | οπισθοχωρώ | [ὀπισθοχωρώ] ο-πι-σθο-χω-ρώ ρ. (αμτβ.) {οπισθοχωρ-είς ... | οπισθοχώρ-ησε, -ώντας} 1. ΣΤΡΑΤ. (για στρατιωτική δύναμη) υποχωρώ λόγω πίεσης του εχθρού ή ήττας: Ο στρατός ~ησε με απώλειες/χωρίς αντίσταση. Οι διμοιρίες ~ούν (πβ. αναδιπλώνονται) προς το βουνό. ΣΥΝ. συμπτύσσω (2) ΑΝΤ. προελαύνω 2. κάνω πίσω· παρουσιάζω σημάδια εξασθένησης, κάμψης, ύφεσης: ~ησε αργά/μερικά βήματα. Οι αστυνομικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να ~ήσουν.|| (μτφ.) Η κυβέρνηση ~εί (πβ. υπαναχωρώ) στο θέμα ... Δεν πρόκειται να ~ήσει παρά τις απειλές που δέχεται.|| Η βιομηχανική παραγωγή έχει ~ήσει. 3. ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) μετακινούμαι προς τον χώρο της άμυνας: Οι γηπεδούχοι ~ησαν, για να διαφυλάξουν τον βαθμό της ισοπαλίας. [< γαλλ. rétrograder] | |
| 36672 | οπίσω | [ὀπίσω] ο-πί-σω επίρρ.: πίσω. ● ΦΡ.: ύπαγε οπίσω μου Σατανά βλ. σατανάς [< αρχ. ὀπίσω] | |
| 36673 | ΟΠΚΕ | (η): Ομάδα Πρόληψης και Καταστολής Εγκληματικότητας. | |
| 36674 | οπλαρχηγός | [ὁπλαρχηγός] ο-πλαρ-χη-γός ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. αρχηγός άτακτου σώματος στρατού: οι ~οί της Επανάστασης του 1821. Πβ. καπετάνιος. | |
| 36675 | οπλασκία | [ὁπλασκία] ο-πλα-σκί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. εξάσκηση στον χειρισμό όπλων. Βλ. -ασκία. | |
| 36676 | οπλή | [ὁπλή] ο-πλή ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. το κεράτινο περίβλημα στα άκρα των δαχτύλων ορισμένων φυτοφάγων θηλαστικών (βοοειδών, αιγοπροβάτων, χοίρων): διχαλωτές/δίχηλες/σχιστές ~ές. Οι ~ές του αλόγου. Πβ. χηλή. [< αρχ. ὁπλή] | |
| 36677 | οπληφόρος | , α, ο [ὁπληφόρος] ο-πλη-φό-ρος επίθ.: ΖΩΟΛ. που φέρει οπλές: ~α: είδη/ζώα. Βλ. -φόρος. ● Ουσ.: οπληφόρα (τα): τάξη χορτοφάγων θηλαστικών που φέρουν οπλές: Τα αρτιοδάκτυλα και τα περιττοδάκτυλα ανήκουν στα ~. [< γαλλ. ongulé] | |
| 36678 | οπλίζω | [ὁπλίζω] ο-πλί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {όπλι-σα, οπλί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, οπλίζ-οντας} 1. ετοιμάζω πυροβόλο όπλο για εκπυρσοκρότηση απασφαλίζοντάς το· (κατ' επέκτ., μεσοπαθ.) εφοδιάζομαι με αντικείμενο, συνήθ. για εξαπόλυση επίθεσης: ~ το δίκαννο/την καραμπίνα/το περίστροφο/το τουφέκι. ~σε και πυροβόλησε/σημάδεψε στον αέρα. (για πρόσ.) ~σμένος: κακοποιός (πβ. ένοπλος). ~σμένη: φρουρά. ~σμένες: ομάδες.|| ~στηκαν με βόμβες/λοστούς/μαχαίρια/πέτρες. Όρμησε στο κτίριο ~σμένος με ρόπαλο. Πβ. αρματώνω.|| ~σμένη: χειροβομβίδα. ~σμένο: πιστόλι. 2. (μτφ.) παρέχω σε κάποιον τα εφόδια, ώστε να ενεργήσει με τον κατάλληλο τρόπο ή να αντεπεξέλθει σε απαιτήσεις· ενισχύω, ισχυροποιώ: Εκπαίδευση που ~ει (= εφοδιάζει) τους μαθητές με γνώση/δεξιότητες/ικανότητες/κριτική σκέψη. Φάρμακο που ~ει (= θωρακίζει, οχυρώνει) το ανοσοποιητικό σύστημα. ~στηκε με δύναμη/θάρρος/υπομονή, για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες. ~σμένη με αυτοπεποίθηση/χιούμορ.|| (δίνω αφορμή, έναυσμα:) Το σκάνδαλο ~σε την αντιπολίτευση με επιχειρήματα κατά της κυβέρνησης.|| (για υλικό:) ~σμένο: επίχωμα. Γυψοσανίδες ~σμένες με ίνες. 3. (μτφ.) συντελώ ώστε κάποιος να προβεί σε εγκληματική πράξη: Η ζήλια/το μίσος ~σε το χέρι του δολοφόνου. 4. ΤΕΧΝΟΛ. ενεργοποιώ κύκλωμα ή μηχανισμό: Το σύστημα συναγερμού ~εται με κωδικό. ~σμένο: ρελέ.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) ~σε τη μηχανή. 5. προμηθεύω με οπλισμό· εξοπλίζω: Τα μαχητικά έχουν ~στεί με πυραύλους. Η φρεγάτα ~στηκε με πυροβόλα και εκτοξευτές βλημάτων. Βαριά ~σμένος στρατός. ΑΝΤ. αφοπλίζω (1) ● ΣΥΜΠΛ.: οπλισμένο/σιδηροπαγές σκυρόδεμα βλ. σκυρόδεμα ● ΦΡ.: οπλισμένος/αρματωμένος σαν αστακός βλ. αστακός [< 2, 5: αρχ. ὁπλίζω, γαλλ. armer] | |
| 36679 | οπλικός | [ὁπλικός] ο-πλι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα όπλα: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: βιομηχανία/υπεροχή. ~ό: πρόγραμμα/υλικό/φορτίο. ~ές: δοκιμές/δυνατότητες/προμήθειες. ~ά: μέσα/συστήματα (προηγμένης τεχνολογίας). [< μτγν. ὁπλικός] | |
| 36680 | όπλιση | [ὅπλιση] ό-πλι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του οπλίζω: πλάγια ~ του όπλου. Κάννη με ~. Μοχλός ~ης.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Αυτόματη/γρήγορη/μερική/ολική/περιμετρική ~ συναγερμού. Ένδειξη ~ης/αφόπλισης.|| (ΜΗΧΑΝ.) ~ δοκών/πλακών/υποστυλωμάτων. ~ κατασκευών από σκυρόδεμα. Διατάξεις ~ης.|| ~ του ψαροτούφεκου. ● ΣΥΜΠΛ.: επιστήθιο όπλισης βλ. επιστήθιος [< αρχ. ὅπλισις 'εξάρτυση, οπλισμός'] | |
| 36681 | οπλισμός | [ὁπλισμός] ο-πλι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ο στρατιωτικός εξοπλισμός χώρας· γενικότ. όπλα: (ΣΤΡΑΤ.) δευτερεύων/πρωτεύων ~. Αμυντικός/αντιαρματικός/επιθετικός/πολεμικός ~. Βαρύς/ελαφρύς/φορητός ~. Αποθήκη ~ού (πβ. οπλοστάσιο). Βλ. αφ~, εφοδιασμός.|| (για Αστυνομικό:) Ιδιωτικός/υπηρεσιακός ατομικός ~.|| Διακίνηση παράνομου ~ού (βλ. λαθρεμπόριο).|| (ΙΣΤ.) ~ εποχής. Πβ. αρματωσιά. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ενίσχυση σκυροδέματος, ώστε να γίνει οπλισμένο: μεταλλικός/σιδηρούς/χαλύβδινος ~. Διαμήκης/εγκάρσιος ~. Αντισεισμικός/εφελκυόμενος ~. ~ διάτμησης/διάτρησης/κάμψης/περίσφιξης. Ίνες/πλέγμα/ράβδοι/χάλυβας ~ού. Διάβρωση/διάταξη/επικάλυψη/οξείδωση ~ού. Βλ. συνδετήρας. 3. ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. σε συστήματα συναγερμού) ενεργοποίηση κυκλώματος ή μηχανισμού: αυτόματος/περιμετρικός ~. ~ με παραμονή. Πβ. όπλιση. 4. ΗΛΕΚΤΡ. {συχνά στον πληθ.} καθεμία από τις δύο μεταλλικές πλάκες που αποτελούν τον πυκνωτή: αρνητικός/θετικός ~. Τάση μεταξύ των ~ών. 5. ΜΟΥΣ. αλλοιώσεις της κλίμακας (αναίρεση, δίεση ή ύφεση) που τοποθετούνται στην αρχή του πενταγράμμου. 6. (σπάν.-μτφ.) εφόδια: πνευματικός ~. Βλ. -ισμός, παρ~. [< αρχ. ὁπλισμός, γαλλ. armement, αγγλ. armament, reinforcement] | |
| 36682 | οπλιταγωγό | [ὁπλιταγωγό] ο-πλι-τα-γω-γό ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. πλοίο που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά οπλιτών: (ως επίθ.) ~ά: σκάφη. ΣΥΝ. Μεταγωγικό [< αρχ. ὁπλιταγωγός] | |
| 36683 | οπλίτης | [ὁπλίτης] ο-πλί-της ουσ. (αρσ.) {οπλιτών} ΣΤΡΑΤ. 1. υπαξιωματικός στις Ένοπλες Δυνάμεις, σε αντιδιαστολή με τον αξιωματικό και τον ανθυπασπιστή, καθώς και ο στρατιώτης, ο ναύτης ή ο σμηνίτης: επαγγελματίας ~ (ακρ. ΕΠ.ΟΠ.). 2. (ειδικότ.) στρατιώτης που υπηρετεί τη θητεία του στον Στρατό Ξηράς, σε αντιδιαστολή με τον ναύτη ή τον σμηνίτη. Πβ. φαντάρος. 3. ΑΡΧ. (στην αρχαία Ελλάδα) στρατιώτης που έφερε βαριά αμυντική πανοπλία (κράνος, κνημίδες, ασπίδα): φάλαγγα ~ών. [< αρχ. ὁπλίτης] | |
| 36685 | όπλο | [ὅπλο] ό-πλο ουσ. (ουδ.) 1. όργανο άμυνας ή επίθεσης σε συμπλοκή ή πολεμική σύρραξη· γενικότ. κάθε εργαλείο ή μέσο πρόκλησης σωματικής βλάβης, εκφοβισμού ή επίδειξης δύναμης: άδειο/γεμάτο ~. Αεροβόλο/επαναληπτικό/(ημι)αυτόματο/πυροβόλο ~. Αυτοσχέδιο/φορητό ~. ~ χειρός (βλ. βαλλίστρα, πιστόλι). ~ μεγάλου/μικρού διαμετρήματος. Μη θανατηφόρα/μη φονικά ~α (π.χ. με πλαστικές σφαίρες, για απώθηση ή αδρανοποίηση). ~ ακριβείας/καμπύλης τροχιάς/κατευθυνόμενης ενέργειας. Θαλάμη/ισχύς/κάννη/κλίση/λαβή/σκάγια/σκανδάλη/φυσίγγια του ~ου. Ανάκρουση/εκπυρσοκρότηση ~ου. Βιομηχανίες/δοκιμές ~ων. ~ λέιζερ. ~ με σιγαστήρα. Με/υπό την απειλή ~ου. Σύλληψη για παράνομη κατοχή ~ων. Έβγαλε ~. Το ~ του εγκλήματος ήταν ένα μαχαίρι. Τη σημάδεψε με ψεύτικο ~. Έστρεψε το ~ εναντίον του. Το ~ της επίθεσης ήταν καθαρό (: δεν έχει χρησιμοποιηθεί σε άλλη εγκληματική ενέργεια). Βλ. υπερ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Αντιαεροπορικά/αντιαρματικά ~α. Έξυπνα ~α (: με χρήση προηγμένης τεχνολογίας για ανίχνευση και χτύπημα του στόχου με μεγάλη ακρίβεια). Πβ. οπλισμός.|| (ΑΡΧ.) Τα ~α της αρχαιότητας (π.χ. ακόντιο, δόρυ). Σιδερένια ~α (π.χ. ξίφος).|| Κυνηγετικά/σκοπευτικά ~α. Συλλεκτικά ~α.|| (μτφ.) Σίγησαν τα ~α (: σταμάτησε ο πόλεμος). 2. (μτφ.) μέσο προστασίας, αντιμετώπισης ή χειρισμού κατάστασης ή γενικότ. επίτευξης επιθυμητού αποτελέσματος: ισχυρό/μεγάλο/μυστικό ~. Διατροφικό/επικοινωνιακό/θεραπευτικό/πολιτικό/στρατηγικό ~. ~ κατά του άγχους/της γήρανσης/του καρκίνου/της παχυσαρκίας. Ακαταμάχητο ~ γοητείας. Με ~ τη φαντασία/το χιούμορ. 3. ΣΤΡΑΤ. (με κεφαλ. το αρχικό Ο) καθένα από τα μάχιμα στοιχεία του Στρατού Ξηράς: ~ της Αεροπορίας (Στρατού)/των Διαβιβάσεων/του Μηχανικού/του Πεζικού/του Πυροβολικού/των Τεθωρακισμένων. Βλ. σώμα. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρέα/βαριά όπλα 1. ΣΤΡΑΤ. μεγάλης ισχύος όπλα του πεζικού (δηλ. αντιαρματικά, πολυβόλα, όλμοι). 2. (μτφ.) βαρύ πυροβολικό., βιολογικά όπλα: παθογόνοι μικροοργανισμοί που χρησιμοποιούνται ως όπλα μαζικής καταστροφής. Βλ. βιοτρομοκρατία. [< biological weapons, 1948], ελαφρά όπλα: μικρής ισχύος., όπλα μαζικής καταστροφής: ΤΕΧΝΟΛ. βιολογικά, πυρηνικά ή χημικά όπλα τα οποία μπορούν να προκαλέσουν τον θάνατο σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων και εκτεταμένες ζημιές στον περιβάλλοντα χώρο. [< αγγλ. weapons of mass destruction, 1937] , παράδοση όπλων: αφοπλισμός στρατιωτικής ομάδας και κατ' επέκτ. λήξη της ένοπλης δραστηριότητάς της., χημικά όπλα: χημικές ουσίες οι οποίες χρησιμοποιούνται ως μέσα μαζικής καταστροφής. Βλ. σαρίν, υπερίτης. [< αγγλ. chemical weapons, 1920] , ατομικά όπλα βλ. ατομικός, η κλαγγή των όπλων βλ. κλαγγή, κατάθεση (των) όπλων βλ. κατάθεση, πυρηνικά όπλα βλ. πυρηνικός, συμβατικά όπλα βλ. συμβατικός ● ΦΡ.: καλώ (κάποιον) στα όπλα & (λόγ.) υπό τα όπλα: κηρύσσω επιστράτευση: Ο στρατός κάλεσε ~ εφέδρους/μάχιμους/οπλίτες.|| (μτφ.) Το συνδικάτο κάλεσε ~ τους εργαζόμενους (: για μαχητικές διεκδικήσεις· βλ. σε θέση μάχης)., καταφεύγω στα όπλα: αναγκάζομαι να πάρω μέρος σε ένοπλη σύγκρουση: Κατέφυγαν ~ για να υπερασπιστούν τη ζωή τους., παίρνω/πιάνω τα όπλα: ξεσηκώνομαι, επαναστατώ: Οι αντάρτες πήραν ~., στα όπλα 1. ΣΤΡΑΤ. (συχνά επαναλαμβανόμενο) ως στρατιωτικό παράγγελμα σε οπλίτες να αναλάβουν οπλισμό. 2. (μτφ.) σε ετοιμότητα για ανάληψη δράσης., αποχαιρετισμός στα όπλα βλ. αποχαιρετισμός, για την τιμή των όπλων βλ. τιμή, εφ' όπλου λόγχη βλ. λόγχη, καταθέτω/παραδίδω τα όπλα βλ. καταθέτω, παρουσιάζω όπλα βλ. παρουσιάζω [< 1: αρχ. ὅπλον, γαλλ. arme] | |
| 36684 | οπλο- | & οπλ- & οπλό-: το ουσιαστικό όπλο ως α' συνθετικό λέξεων: οπλο-πολυβόλο. Οπλο-κατοχή/~φορώ.|| Οπλο-χρησία.|| Oπλ-ικός. | |
| 36686 | οπλοβαστός | [ὁπλοβαστός] ο-πλο-βα-στός ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. ειδική μεταλλική κατασκευή σε θάλαμο, στην οποία οι στρατιώτες κλειδώνουν τα όπλα τους. Πβ. οπλοθήκη. | |
| 36687 | οπλοβομβίδα | [ὁπλοβομβίδα] ο-πλο-βομ-βί-δα ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. βομβίδα που εκτοξεύεται από ειδική συσκευή προσαρμοσμένη στην κάννη τουφεκιού. Βλ. χειροβομβίδα. [< γαλλ. grenade à fusil] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ