Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37340-37360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36688οπλοθήκη[ὁπλοθήκη] ο-πλο-θή-κη ουσ. (θηλ.): κάθε αποθηκευτικός χώρος τοποθέτησης και φύλαξης όπλων: (ΣΤΡΑΤ.) ~ στρατοπέδου. Πβ. οπλοβαστός.|| ~-έπιπλο.|| Τα όπλα σκοποβολής μεταφέρονται πάντα κενά φυσιγγίων εντός ~ης. Βλ. -θήκη. [< μτγν. ὁπλοθήκη]
36689οπλοκατοχή[ὁπλοκατοχή] ο-πλο-κα-το-χή ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. κατοχή όπλου: διακεκριμένη/νόμιμη ~. Άδεια/δικαίωμα/προϋποθέσεις ~ής. Του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για παράνομη οπλοφορία, ~ και οπλοχρησία. [< γαλλ. détention d΄armes, γερμ. Waffenbesitz]
36690οπλομαχητικός, ή, ό [ὁπλομαχητικός] ο-πλο-μα-χη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την οπλομαχία: ~ός: σύλλογος. ~ή: λέσχη.|| (ως ουσ.) Η ~ή (= ξιφασκία). [< μτγν. ὁπλομαχητικός]
36691οπλομαχία[ὁπλομαχία] ο-πλο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μάχη με όπλα, συνήθ. ξίφη· ειδικότ. ξιφασκία. Βλ. -μαχία. [< αρχ. ὁπλομαχία]
36692οπλομάχος[ὁπλομάχος] ο-πλο-μά-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αυτός που μάχεται με όπλο, συνήθ. ξίφος· ειδικότ. ξιφομάχος. Βλ. -μάχος. [< αρχ. ὁπλομάχος]
36693οπλονομείο[ὁπλονομεῖο] ο-πλο-νο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. γραφείο οπλονόμου.
36694οπλονόμος[ὁπλονόμος] ο-πλο-νό-μος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. (στο Πολεμικό Ναυτικό) υπαξιωματικός, συνήθ. ο αρχαιότερος, που ασκεί διοικητικά καθήκοντα σε μονάδες της ξηράς ή σε πλοίο και έχει στη δικαιοδοσία του το κατώτερο προσωπικό, υπαξιωματικούς και ναύτες. Βλ. -νόμος.
36695οπλοποιία[ὁπλοποιία] ο-πλο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): κατασκευή όπλων. Βλ. -ποιία. [< μτγν. ὁπλοποιία]
36696οπλοποιός[ὁπλοποιός] ο-πλο-ποι-ός ουσ. (αρσ.): (κυρ. παλαιότ.) κατασκευαστής όπλων. Βλ. -ποιός. [< μτγν. ὁπλοποιός]
36697οπλοπολυβόλο[ὁπλοπολυβόλο] ο-πλο-πο-λυ-βό-λο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. αυτόματο φορητό όπλο, ελαφρύτερο από το πολυβόλο, το οποίο χειρίζεται ένα άτομο: ~ τύπου καλάσνικοφ.
36698οπλοπωλείο[ὁπλοπωλεῖο] ο-πλο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης όπλων. Βλ. -πωλείο.
36699οπλοπώλης[ὁπλοπώλης] ο-πλο-πώ-λης ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την εμπορία, ανταλλαγή, ενοικίαση, επισκευή ή μεταποίηση πυροβόλων όπλων. Βλ. -πώλης.
36700οπλοστάσιο[ὁπλοστάσιο] ο-πλο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) 1. οπλικός εξοπλισμός, συνήθ. κράτους: βιολογικό/πολεμικό/πυρηνικό/χημικό ~. 2. (μτφ.) σύνολο θέσεων, επιχειρημάτων ή γενικότ. μέσων για την επίτευξη ενός στόχου: εννοιολογικό/επικοινωνιακό/θεσμικό/θεωρητικό/ιδεολογικό/νομικό/νομοθετικό/πνευματικό/πολιτικό/προεκλογικό ~. Το ~ της ιατρικής. Πβ. φαρέτρα. 3. χώρος συγκέντρωσης ή φύλαξης όπλων ή οπλισμού: Έκρυβε ολόκληρο ~ στο σπίτι του. Η Αστυνομία βρήκε το ~ της οργάνωσης. Βλ. -στάσιο. [< γαλλ. arsenal]
36701οπλουργείο[ὁπλουργεῖο] ο-πλουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο οπλουργού.
36702οπλουργός[ὁπλουργός] ο-πλουρ-γός ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. τεχνίτης που ασχολείται με τη συντήρηση και τον έλεγχο των οπλικών συστημάτων των αεροσκαφών, του φορητού οπλισμού, των αντιαεροπορικών όπλων, καθώς και τη συντήρηση, αποθήκευση και μεταφορά πυρομαχικών· η αντίστοιχη ειδικότητα στον Στρατό: (Αρχι)σμηνίας ~. ~ αεροσκαφών. Βλ. -ουργός1. [< μτγν. ὁπλουργός ‘κατασκευαστής όπλων’]
36703οπλοφορία[ὁπλοφορία] ο-πλο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα προσώπου που οπλοφορεί: νόμιμη ~. Άδεια/προϋποθέσεις ~ας. (ΝΟΜ.) Παράνομη ~ και σύσταση συμμορίας. Βλ. -φορία. [< μτγν. ὁπλοφορία]
36704οπλοφόρος, ος, ο [ὁπλοφόρος] ο-πλο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που φέρει όπλο ή οπλισμό: ~ος: άνδρας.|| (κυρ. ως ουσ.) Δέχθηκε επίθεση από άγνωστο ~ο. Ομάδα αδίστακτων ~ων άνοιξε πυρ κατά ... Πβ. ένοπλος. ΑΝΤ. άοπλος (1) [< αρχ. ὁπλοφόρος]
36705οπλοφορώ[ὁπλοφορῶ] ο-πλο-φο-ρώ ρ. (αμτβ.) {-είς ... | μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: είμαι οπλισμένος: Οι συλληφθέντες ~ούσαν παράνομα. Βλ. -φορώ. [< αρχ. ὁπλοφορῶ]
36706οπλοχρησία[ὁπλοχρησία] ο-πλο-χρη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. χρήση όπλου: ποινική δίωξη για παράνομη ~. ~ κατά συρροή. Άδεια οπλοκατοχής και ~ας.
36707οποθενδήποτε[ὁποθενδήποτε] ο-πο-θεν-δή-πο-τε επίρρ. (αρχαιοπρ.): από οπουδήποτε: Δεν υποκύπτει σε καμία πίεση, ~ και αν προέρχεται. [< μτγν. ὁποθενδήποτε]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.