Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37360-37380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36708όποιος

, α, ο [ὅποιος] ό-ποιος αναφ. αντων. {(προφ.) οποιαν-ού, -ής, -ού| -ών}: για αόριστη αναφορά σε κάποιον ή κάτι: (ως ουσ., αυτός που, εκείνος που) ~ θέλει να βοηθήσει, είναι ευπρόσδεκτος (ΣΥΝ. οποιοσδήποτε). ~οι (τυχόν) έχουν απορίες, ας το πουν τώρα (ΣΥΝ. όσοι). Πάρε ~ο σου αρέσει (ΣΥΝ. ό,τι).|| (ως επίθ., οποιοσδήποτε) Θα στηρίξω ~α απόφαση πάρετε (ΣΥΝ. κάθε). Η αποποίηση των ~ων ευθυνών δεν αποτελεί λύση.|| (με οριστικό ή αόριστο άρθ. δηλώνει αοριστία, αδιαφορία ή συγκατάβαση απέναντι σ' αυτό που εκφράζει το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό) Ζητώ συγγνώμη για την ~α ταλαιπωρία. Συνέχισε απτόητος παρά τις ~ες αντιδράσεις. Βρες μια ~α δικαιολογία. ● ΦΡ.: όποιος κι αν/και να ...: επιτείνει την αοριστία ή τη γενική αναφορά· οποιοσδήποτε: ~ ~ είναι, πες του να φύγει. ~οι ~ το έχουν κάνει, θα τιμωρηθούν. (Σε) ~α σελίδα ~ κοιτάξεις, θα βρεις λάθη. ~α μέτρα ~ λάβουν (= ό,τι κι αν/και να κάνουν), το πρόβλημα δεν λύνεται., όποιος κι όποιος (προφ.): σε αρνητ. πρόταση δηλώνει ότι κάποιος ή κάτι είναι αξιόλογο(ς), σημαντικό(ς): Δεν είναι ~ ~ (ενν. είναι σπουδαίος άνθρωπος). (ειρων.) Δεν πάει σ' ~ο κι ~ο μαγαζί. Πβ. ό,τι κι ό,τι.|| Δεν μιλάω σ' ~ον κι ~ον (: στον καθένα, στον οποιονδήποτε, στον πρώτο τυχόντα)., κι όποιον πάρει ο χάρος! βλ. χάρος, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα τον βρεις από κάτω βλ. πέτρα, όποιο δάχτυλο κι αν κόψεις, πονάει βλ. δάχτυλο, όποιον πάρει η μπάλα βλ. μπάλα, όποιος αγαπά παιδεύει βλ. αγαπώ, όποιος ανακατεύεται/μπλέκει με τα πίτουρα, τον τρών(ε) οι κότες βλ. ανακατεύω, όποιος βιάζεται σκοντάφτει βλ. βιάζομαι, όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πόδια/ποδάρια βλ. πόδι, όποιος δεν θέλει/βαριέται να ζυμώσει, πέντε/δέκα μέρες κοσκινίζει βλ. ζυμώνω, όποιος έχει αυτιά, ακούει βλ. ακούω, όποιος έχει μάτια, βλέπει βλ. βλέπω, όποιος έχει πολύ πιπέρι, βάζει/ρίχνει και στα λάχανα βλ. πιπέρι, όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια βλ. γένια, όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται βλ. μυγιάζομαι, όποιος θέλει/ψάχνει/ζητάει/γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα βλ. πολύς, πολλή, πολύ, όποιος καεί/κάηκε στον/με τον χυλό, φυσάει και το γιαούρτι βλ. χυλός, όποιος κοροϊδεύει τους άλλους, κοροϊδεύει τα μούτρα του βλ. κοροϊδεύω, όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί βλ. νύχτα, όποιος παθαίνει, μαθαίνει βλ. μαθαίνω, όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε βλ. προλαβαίνω, όποιος σκάβει το(ν) λάκκο του άλλου/αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα βλ. λάκκος, όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες βλ. άνεμος, όποιος φεύγει/όποιο πρόβατο βγαίνει απ' το μαντρί/κοπάδι, το(ν) τρώει ο λύκος βλ. μαντρί, όποιος χάνει στα χαρτιά, κερδίζει στην αγάπη βλ. χαρτί, όποιος χέζει/κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στ' αλάτι βλ. χέζω, φύλαγε τα ρούχα σου να έχεις τα μισά/όποιος φυλάει τα ρούχα του, έχει τα μισά βλ. ρούχο [< μεσν. όποιος]

36709οποίος, α, ο [ὁποῖος] ο-ποί-ος αναφ. αντων. 1. (με οριστικό άρθ.) δηλώνει τον όρο, συνήθ. πρότασης, στον οποίο αναφέρεται η δευτερεύουσα αναφορική που εισάγει: Ο κύριος τον ~ο είδες, είναι ο πατέρας της. Η ταινία της ~ας έγραψε τη μουσική, κέρδισε δύο όσκαρ. Είναι ένα πρόβλημα για το ~ο δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Τα μαθήματα στα ~α εξετάζονται οι υποψήφιοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Βοήθημα μέσω του ~ου διευκολύνεται η εκμάθηση υπολογιστή.|| (με επανάληψη του όρου αναφοράς για λόγους έμφασης) Ο γιος τους, ο ~ γιος τους είναι εξαίρετος επιστήμονας, διδάσκει σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού.|| (προκειμένου να αποφευχθεί η επανάληψη του "που") Η κυρία που μας μιλούσε χθες, η οποία μας φάνηκε γνωστή, είναι ... ΣΥΝ. που (1) 2. {χωρ. άρθ., ως επιφών.} (λόγ.-συνήθ. ειρων.) πόσο μεγάλος: ~α (= τι) έκπληξη/ευτυχία! [< αρχ. ὁποῖος]
36710οποιοσδήποτε, οποιαδήποτε, οποιοδήποτε[ὁποιοσδήποτε] ο-ποιοσ-δή-πο-τε αναφ. αντων.: όποιος τυχόν, καθένας που: Δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό έχει ~οσδήποτε ενδιαφερόμενος. ~οσδήποτε άλλος στη θέση σου θα είχε φύγει. Διάλεξε έναν ~ονδήποτε (: τυχαίο) αριθμό. Με ~ονδήποτε τρόπο. Αρνείται ~αδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση. Για ~αδήποτε απορία/ερώτηση/πληροφορία καλέστε στο ... Αποποιήθηκε ~αδήποτε ευθύνη. Μεταφορά φορτίου από/σε ~οδήποτε σημείο. Δεν θα δεχτώ κάτω από ~εσδήποτε συνθήκες. Προς αποφυγή ~ωνδήποτε προβλημάτων είναι χρήσιμο να ... Βλ. -δήποτε. ΣΥΝ. οιοσδήποτε ● Ουσ.: οποιοσδήποτε (ο): Έκανες αυτό που ο ~ ονειρεύεται.|| (μειωτ., ο πρώτος τυχών, ο πασαένας:) Δεν μπορεί ο ~ να σου συμπεριφέρεται έτσι. Πρόσεχε πώς του μιλάς, δεν είναι ο ~ (: ασήμαντος, όποιος κι όποιος). ● ΦΡ.: σε κάθε περίπτωση βλ. περίπτωση [< αρχ. φρ. ὁποῖος δήποτε]
36711οπορτουνισμός[ὀπορτουνισμός] ο-πορ-του-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) καιροσκοπισμός. Πβ. αριβισμός. 2. ΠΟΛΙΤ. ρεύμα μέσα στους κόλπους του εργατικού κινήματος το οποίο χαρακτηρίζεται από άρνηση της επαναστατικής θεωρίας, του ρόλου της εργατικής τάξης και του προλεταριακού διεθνισμού, από υποταγή στην αστική νομιμότητα και από ρεφορμισμό και το οποίο, κατά τους υποστηρικτές της μαρξιστικής/κομμουνιστικής ιδεολογίας, συνιστά υποταγή στα συμφέροντα της αστικής τάξης. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. opportunisme]
36712οπορτουνιστής[ὀπορτουνιστής] ο-πορ-του-νι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. οπορτουνίστρια} 1. (επίσ.) καιροσκόπος: (ως επίθ.) ~ές: ηγέτες. Πβ. αριβίστας, σπεκουλαδόρος. 2. οπαδός του ρεύματος του οπορτουνισμού. [< γαλλ. opportuniste]
2285Οπορτουνιστης

[ἄλλοθι] άλ-λο-θι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΝΟΜ. ένδειξη αθωότητας υπόπτου ή κατηγορουμένου που προκύπτει από τον ισχυρισμό του ότι βρισκόταν αλλού κατά τη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται: αδιάσειστο/ακλόνητο/ισχυρό/ψεύτικο ~. Ο κατηγορούμενος είχε/παρουσίασε/πρόβαλε ατράνταχτο ~, ότι βρισκόταν στο εξωτερικό την ημέρα του φόνου. 2. (κατ' επέκτ.) δικαιολογία, πρόσχημα: βολικό/ιδεολογικό/κοινωνικό ~. Βρίσκω/δίνω ~. Επικαλούμαι/χρησιμοποιώ κάτι ως ~. Πβ. πρόφαση. [< αρχ. ἄλλοθι, διεθν. λατ. alibi]

36713οπορτουνιστικός, ή, ό [ὀπορτουνιστικός] ο-πορ-του-νι-στι-κός επίθ. 1. καιροσκοπικός. 2. ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με το ρεύμα του οπορτουνισμού. [< γαλλ. opportuniste]
36714οπός[ὀπός] ο-πός ουσ. (αρσ.) (επιστ.): χυμός από φυτό ή καρπό: γαλακτώδης ~ (πβ. λατέξ). ~ βλαστών/ριζών/σταφυλιού. Πβ. ζουμί. [< αρχ. ὀπός]
36715οπόσος, οπόση, οπόσον[ὁπόσος] ο-πό-σος αναφ. αντων. (λόγ.): (κυρ. σε επιφωνηματικές φράσεις) πόσο πολύς ή μεγάλος: ~η ταπεινοφροσύνη τον διέκρινε! [< αρχ. ὁπόσος
36716οπόσουμ[ὀπόσουμ] ο-πό-σουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πόσουμ: ΖΩΟΛ. μικρόσωμο νυκτόβιο μαρσιποφόρο θηλαστικό (οικογ. Didelphyidae) με πυκνό τρίχωμα, μακρύ ρύγχος και μακριά ουρά, που ζει στην Αμερική: ~ νάνος. [< αμερικ. opossum]
36717οπόταν[ὁπόταν] ο-πό-ταν σύνδ. (αρχαιοπρ.) 1. όποτε: ~ θελήσετε, σας περιμένουμε σπίτι μας. 2. οπότε, συνεπώς: Δεν είναι τίποτα ανησυχητικό, ~ το θέμα θεωρείται λήξαν. [< αρχ. ὁπόταν]
36718οπότε[ὁπότε] ο-πό-τε σύνδ. εισάγει δευτερεύουσα πρόταση 1. συνεπώς, έτσι: Έχει πολλή δουλειά, ~ δεν θα έρθει. 2. και τότε: Θα εργάζεται μέχρι το τέλος του χρόνου, ~ και λήγει η σύμβασή του. [< αρχ. ὁπότε]
36719όποτε[ὅποτε] ό-πο-τε σύνδ. 1. κάθε φορά που, όσες φορές: ~ τον συναντούσα, ήταν διαρκώς απασχολημένος. Συμβούλιο συγκαλείται ~ το κρίνει απαραίτητο ο Πρόεδρος. ~ είχα ευκαιρία, τον επισκεπτόμουν. 2. όποια στιγμή, όταν (τυχόν): Ξεκινάμε ~ είσαι έτοιμος. Θα βρεθούμε ~ μπορέσεις. Γυμνάζεται ~ και όπου μπορεί. ● ΦΡ.: όποτε και/κι αν: σε κάθε ή οποιαδήποτε χρονική στιγμή: ~ ~ γίνουν εκλογές, θα είμαστε έτοιμοι. ~ ~ του τηλεφωνήσεις, θα είναι εκεί. Πβ. οποτεδήποτε. [< μεσν. όποτε]
36720οποτεδήποτε[ὁποτεδήποτε] ο-πο-τε-δή-πο-τε επίρρ.: σε οποιονδήποτε χρόνο: φτηνά ταξίδια οπουδήποτε και ~. Βλ. -δήποτε.|| (ως χρονικός σύνδ., όποτε κι αν:) Πέρασε από το γραφείο μου ~ θελήσεις. [< αρχ. φρ. ὁπότε δή με προσθήκη του ποτέ, αγγλ. whenever]
36721όπου[ὅπου] ό-που αναφορικό επίρρημα που δηλώνει: 1. τόπο: Δεν έχει ακόμα βρεθεί ο χώρος ~ (: που, στον οποίο) θα διεξαχθεί το συνέδριο. Γεννήθηκε στην πρωτεύουσα ~ και (: στην οποία και) πέρασε τα παιδικά της χρόνια.|| (εκεί που, οπουδήποτε, σε οποιοδήποτε μέρος) Κάτσε ~ βρεις.|| (μτφ.) Επιστρέψαμε εκεί/στο σημείο από ~ ξεκινήσαμε. 2. χρόνο: Πέρασε μία περίοδος ~ (: κατά την οποία) παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές.|| (προφ.) Καθόμασταν και μιλούσαμε, ~ (: όταν) ξαφνικά χτύπησε η πόρτα. 3. κατάσταση, συνθήκες: Υπάρχουν περιπτώσεις ~ ... (= κατά τις οποίες ...). ● ΦΡ.: όπου αλλού: σε οποιοδήποτε άλλο μέρος ή σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση: Μπορούμε να συναντηθούμε σπίτι μου ή (και) ~ ~ θέλετε., όπου δει (αρχαιοπρ.): εκεί που ή σε όποιον πρέπει: Θα γίνουν, ~ ~, οι κατάλληλες διορθώσεις. Να αποδοθούν ευθύνες ~ ~!, όπου και να/κι αν: οπουδήποτε: ~ ~ να πάει, συναντάει γνωστούς. ~ ~ είσαι, θα 'ρθω να σε βρω.|| (μτφ.) ~ ~ καταλήξει αυτή η ιστορία, δεν μετανιώνω για τίποτα. Δεν νομιμοποιείται η βία απ' ~ ~ προέρχεται., όπου κι όπου (προφ.-συχνά ειρων.): οπουδήποτε: Δεν πάει ~ ~. Μόνο σε καλά εστιατόρια. Βλ. ό,τι κι ό,τι., όπου να 'ναι (προφ.) 1. σε λίγο, πολύ σύντομα: ~ ~ έρχεται/θα βρέξει. ΣΥΝ. από στιγμή σε στιγμή, από ώρα σε ώρα (1), οσονούπω 2. οπουδήποτε: Μην πετάς σκουπίδια ~ ~! -Πού θέλεις να πάμε; -(Πάμε) ~ ~., όπου παραπάνω (συντομ. ό.π./όπ.π.): ως παραπομπή στην αμέσως προηγούμενη πηγή: ό.π. σελ 13-74. ΣΥΝ. αυτόθι, ένθα ανωτέρω, και/κι όπου με βγάλει (η άκρη)/με πάει βλ. βγάζω, όπου (κι αν) σταθώ κι όπου (κι αν) βρεθώ βλ. στέκομαι, όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα (και) μικρό καλάθι βλ. κεράσι, όπου γάμος και χαρά (κι) η Βασίλω πρώτη βλ. γάμος, όπου Γης βλ. γη, όπου γης (και) πατρίς βλ. γη, όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος βλ. πίπτω, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει βλ. κόκορας, όπου φτωχός κι η μοίρα του βλ. φτωχός, όπου φύγει φύγει βλ. φεύγω, όπου φυσά(ει) ο άνεμος βλ. άνεμος [< αρχ. ὅπου]
36722οπουδήποτε[ὁπουδήποτε] ο-που-δή-πο-τε επίρρ.: (για αόριστη αναφορά) σε οποιοδήποτε μέρος ή σημείο, όπου τυχόν: Το μέγεθός της (ενν. της συσκευής) είναι μικρό, για να χωράει ~ (= παντού). Πήγαινε ~ αλλού θες, εκτός από εκεί (πβ. όπου Γης). Παρατάει τα ρούχα του ~ (= όπου να 'ναι). Τα συμπτώματα της ασθένειας εμφανίζονται ~ στο σώμα. Πρόσβαση στο διαδίκτυο απ' ~ κι αν βρίσκεστε (= όπου και να/κι αν). Βλ. -δήποτε. [< μτγν. ὁπουδήποτε]
36726όπους[ὄπους] ό-πους ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση με αριθμό (συντομ. op.) που χρησιμοποιείται στην αρίθμηση των έργων ενός μουσουργού κατά τη χρονολογική σειρά της σύνθεσης ή της έκδοσής τους. [< γερμ. Opus, γαλλ.-αγγλ. opus < λατ. ~ ‘έργο’]
36727ΟΠΣ(το): Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα.
36728οπτάνθρακας[ὀπτάνθρακας] ο-πτάν-θρα-κας ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. κοκ1.
36729οπτασία[ὀπτασία] ο-πτα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. αισθητηριακή αντίληψη, δημιούργημα της φαντασίας, όραμα: νυχτερινή/ονειρική/ουράνια/υπερφυσική ~. Βλ. φαντασίωση, ψευδαίσθηση. 2. (κατ' επέκτ.) για κάτι ή κάποιον (κυρ. νεαρή γυναίκα) εξαιρετικής ομορφιάς: Είσαι μια ~ με αυτό το φόρεμα. [< 1: μτγν. ὀπτασία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.