Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [37360-37380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36691οπλομαχία[ὁπλομαχία] ο-πλο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μάχη με όπλα, συνήθ. ξίφη· ειδικότ. ξιφασκία. Βλ. -μαχία. [< αρχ. ὁπλομαχία]
36692οπλομάχος[ὁπλομάχος] ο-πλο-μά-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αυτός που μάχεται με όπλο, συνήθ. ξίφος· ειδικότ. ξιφομάχος. Βλ. -μάχος. [< αρχ. ὁπλομάχος]
36693οπλονομείο[ὁπλονομεῖο] ο-πλο-νο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. γραφείο οπλονόμου.
36694οπλονόμος[ὁπλονόμος] ο-πλο-νό-μος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. (στο Πολεμικό Ναυτικό) υπαξιωματικός, συνήθ. ο αρχαιότερος, που ασκεί διοικητικά καθήκοντα σε μονάδες της ξηράς ή σε πλοίο και έχει στη δικαιοδοσία του το κατώτερο προσωπικό, υπαξιωματικούς και ναύτες. Βλ. -νόμος.
36695οπλοποιία[ὁπλοποιία] ο-πλο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): κατασκευή όπλων. Βλ. -ποιία. [< μτγν. ὁπλοποιία]
36696οπλοποιός[ὁπλοποιός] ο-πλο-ποι-ός ουσ. (αρσ.): (κυρ. παλαιότ.) κατασκευαστής όπλων. Βλ. -ποιός. [< μτγν. ὁπλοποιός]
36697οπλοπολυβόλο[ὁπλοπολυβόλο] ο-πλο-πο-λυ-βό-λο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. αυτόματο φορητό όπλο, ελαφρύτερο από το πολυβόλο, το οποίο χειρίζεται ένα άτομο: ~ τύπου καλάσνικοφ.
36698οπλοπωλείο[ὁπλοπωλεῖο] ο-πλο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης όπλων. Βλ. -πωλείο.
36699οπλοπώλης[ὁπλοπώλης] ο-πλο-πώ-λης ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την εμπορία, ανταλλαγή, ενοικίαση, επισκευή ή μεταποίηση πυροβόλων όπλων. Βλ. -πώλης.
36700οπλοστάσιο[ὁπλοστάσιο] ο-πλο-στά-σι-ο ουσ. (ουδ.) 1. οπλικός εξοπλισμός, συνήθ. κράτους: βιολογικό/πολεμικό/πυρηνικό/χημικό ~. 2. (μτφ.) σύνολο θέσεων, επιχειρημάτων ή γενικότ. μέσων για την επίτευξη ενός στόχου: εννοιολογικό/επικοινωνιακό/θεσμικό/θεωρητικό/ιδεολογικό/νομικό/νομοθετικό/πνευματικό/πολιτικό/προεκλογικό ~. Το ~ της ιατρικής. Πβ. φαρέτρα. 3. χώρος συγκέντρωσης ή φύλαξης όπλων ή οπλισμού: Έκρυβε ολόκληρο ~ στο σπίτι του. Η Αστυνομία βρήκε το ~ της οργάνωσης. Βλ. -στάσιο. [< γαλλ. arsenal]
36701οπλουργείο[ὁπλουργεῖο] ο-πλουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο οπλουργού.
36702οπλουργός[ὁπλουργός] ο-πλουρ-γός ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. τεχνίτης που ασχολείται με τη συντήρηση και τον έλεγχο των οπλικών συστημάτων των αεροσκαφών, του φορητού οπλισμού, των αντιαεροπορικών όπλων, καθώς και τη συντήρηση, αποθήκευση και μεταφορά πυρομαχικών· η αντίστοιχη ειδικότητα στον Στρατό: (Αρχι)σμηνίας ~. ~ αεροσκαφών. Βλ. -ουργός1. [< μτγν. ὁπλουργός ‘κατασκευαστής όπλων’]
36703οπλοφορία[ὁπλοφορία] ο-πλο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα προσώπου που οπλοφορεί: νόμιμη ~. Άδεια/προϋποθέσεις ~ας. (ΝΟΜ.) Παράνομη ~ και σύσταση συμμορίας. Βλ. -φορία. [< μτγν. ὁπλοφορία]
36704οπλοφόρος, ος, ο [ὁπλοφόρος] ο-πλο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που φέρει όπλο ή οπλισμό: ~ος: άνδρας.|| (κυρ. ως ουσ.) Δέχθηκε επίθεση από άγνωστο ~ο. Ομάδα αδίστακτων ~ων άνοιξε πυρ κατά ... Πβ. ένοπλος. ΑΝΤ. άοπλος (1) [< αρχ. ὁπλοφόρος]
36705οπλοφορώ[ὁπλοφορῶ] ο-πλο-φο-ρώ ρ. (αμτβ.) {-είς ... | μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: είμαι οπλισμένος: Οι συλληφθέντες ~ούσαν παράνομα. Βλ. -φορώ. [< αρχ. ὁπλοφορῶ]
36706οπλοχρησία[ὁπλοχρησία] ο-πλο-χρη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. χρήση όπλου: ποινική δίωξη για παράνομη ~. ~ κατά συρροή. Άδεια οπλοκατοχής και ~ας.
36707οποθενδήποτε[ὁποθενδήποτε] ο-πο-θεν-δή-πο-τε επίρρ. (αρχαιοπρ.): από οπουδήποτε: Δεν υποκύπτει σε καμία πίεση, ~ και αν προέρχεται. [< μτγν. ὁποθενδήποτε]
36708όποιος

, α, ο [ὅποιος] ό-ποιος αναφ. αντων. {(προφ.) οποιαν-ού, -ής, -ού| -ών}: για αόριστη αναφορά σε κάποιον ή κάτι: (ως ουσ., αυτός που, εκείνος που) ~ θέλει να βοηθήσει, είναι ευπρόσδεκτος (ΣΥΝ. οποιοσδήποτε). ~οι (τυχόν) έχουν απορίες, ας το πουν τώρα (ΣΥΝ. όσοι). Πάρε ~ο σου αρέσει (ΣΥΝ. ό,τι).|| (ως επίθ., οποιοσδήποτε) Θα στηρίξω ~α απόφαση πάρετε (ΣΥΝ. κάθε). Η αποποίηση των ~ων ευθυνών δεν αποτελεί λύση.|| (με οριστικό ή αόριστο άρθ. δηλώνει αοριστία, αδιαφορία ή συγκατάβαση απέναντι σ' αυτό που εκφράζει το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό) Ζητώ συγγνώμη για την ~α ταλαιπωρία. Συνέχισε απτόητος παρά τις ~ες αντιδράσεις. Βρες μια ~α δικαιολογία. ● ΦΡ.: όποιος κι αν/και να ...: επιτείνει την αοριστία ή τη γενική αναφορά· οποιοσδήποτε: ~ ~ είναι, πες του να φύγει. ~οι ~ το έχουν κάνει, θα τιμωρηθούν. (Σε) ~α σελίδα ~ κοιτάξεις, θα βρεις λάθη. ~α μέτρα ~ λάβουν (= ό,τι κι αν/και να κάνουν), το πρόβλημα δεν λύνεται., όποιος κι όποιος (προφ.): σε αρνητ. πρόταση δηλώνει ότι κάποιος ή κάτι είναι αξιόλογο(ς), σημαντικό(ς): Δεν είναι ~ ~ (ενν. είναι σπουδαίος άνθρωπος). (ειρων.) Δεν πάει σ' ~ο κι ~ο μαγαζί. Πβ. ό,τι κι ό,τι.|| Δεν μιλάω σ' ~ον κι ~ον (: στον καθένα, στον οποιονδήποτε, στον πρώτο τυχόντα)., κι όποιον πάρει ο χάρος! βλ. χάρος, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα τον βρεις από κάτω βλ. πέτρα, όποιο δάχτυλο κι αν κόψεις, πονάει βλ. δάχτυλο, όποιον πάρει η μπάλα βλ. μπάλα, όποιος αγαπά παιδεύει βλ. αγαπώ, όποιος ανακατεύεται/μπλέκει με τα πίτουρα, τον τρών(ε) οι κότες βλ. ανακατεύω, όποιος βιάζεται σκοντάφτει βλ. βιάζομαι, όποιος δεν έχει μυαλό, έχει πόδια/ποδάρια βλ. πόδι, όποιος δεν θέλει/βαριέται να ζυμώσει, πέντε/δέκα μέρες κοσκινίζει βλ. ζυμώνω, όποιος έχει αυτιά, ακούει βλ. ακούω, όποιος έχει μάτια, βλέπει βλ. βλέπω, όποιος έχει πολύ πιπέρι, βάζει/ρίχνει και στα λάχανα βλ. πιπέρι, όποιος έχει τα γένια έχει και τα χτένια βλ. γένια, όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται βλ. μυγιάζομαι, όποιος θέλει/ψάχνει/ζητάει/γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα βλ. πολύς, πολλή, πολύ, όποιος καεί/κάηκε στον/με τον χυλό, φυσάει και το γιαούρτι βλ. χυλός, όποιος κοροϊδεύει τους άλλους, κοροϊδεύει τα μούτρα του βλ. κοροϊδεύω, όποιος νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί βλ. νύχτα, όποιος παθαίνει, μαθαίνει βλ. μαθαίνω, όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε βλ. προλαβαίνω, όποιος σκάβει το(ν) λάκκο του άλλου/αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα βλ. λάκκος, όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες βλ. άνεμος, όποιος φεύγει/όποιο πρόβατο βγαίνει απ' το μαντρί/κοπάδι, το(ν) τρώει ο λύκος βλ. μαντρί, όποιος χάνει στα χαρτιά, κερδίζει στην αγάπη βλ. χαρτί, όποιος χέζει/κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στ' αλάτι βλ. χέζω, φύλαγε τα ρούχα σου να έχεις τα μισά/όποιος φυλάει τα ρούχα του, έχει τα μισά βλ. ρούχο [< μεσν. όποιος]

36709οποίος, α, ο [ὁποῖος] ο-ποί-ος αναφ. αντων. 1. (με οριστικό άρθ.) δηλώνει τον όρο, συνήθ. πρότασης, στον οποίο αναφέρεται η δευτερεύουσα αναφορική που εισάγει: Ο κύριος τον ~ο είδες, είναι ο πατέρας της. Η ταινία της ~ας έγραψε τη μουσική, κέρδισε δύο όσκαρ. Είναι ένα πρόβλημα για το ~ο δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Τα μαθήματα στα ~α εξετάζονται οι υποψήφιοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Βοήθημα μέσω του ~ου διευκολύνεται η εκμάθηση υπολογιστή.|| (με επανάληψη του όρου αναφοράς για λόγους έμφασης) Ο γιος τους, ο ~ γιος τους είναι εξαίρετος επιστήμονας, διδάσκει σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού.|| (προκειμένου να αποφευχθεί η επανάληψη του "που") Η κυρία που μας μιλούσε χθες, η οποία μας φάνηκε γνωστή, είναι ... ΣΥΝ. που (1) 2. {χωρ. άρθ., ως επιφών.} (λόγ.-συνήθ. ειρων.) πόσο μεγάλος: ~α (= τι) έκπληξη/ευτυχία! [< αρχ. ὁποῖος]
36710οποιοσδήποτε, οποιαδήποτε, οποιοδήποτε[ὁποιοσδήποτε] ο-ποιοσ-δή-πο-τε αναφ. αντων.: όποιος τυχόν, καθένας που: Δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό έχει ~οσδήποτε ενδιαφερόμενος. ~οσδήποτε άλλος στη θέση σου θα είχε φύγει. Διάλεξε έναν ~ονδήποτε (: τυχαίο) αριθμό. Με ~ονδήποτε τρόπο. Αρνείται ~αδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση. Για ~αδήποτε απορία/ερώτηση/πληροφορία καλέστε στο ... Αποποιήθηκε ~αδήποτε ευθύνη. Μεταφορά φορτίου από/σε ~οδήποτε σημείο. Δεν θα δεχτώ κάτω από ~εσδήποτε συνθήκες. Προς αποφυγή ~ωνδήποτε προβλημάτων είναι χρήσιμο να ... Βλ. -δήποτε. ΣΥΝ. οιοσδήποτε ● Ουσ.: οποιοσδήποτε (ο): Έκανες αυτό που ο ~ ονειρεύεται.|| (μειωτ., ο πρώτος τυχών, ο πασαένας:) Δεν μπορεί ο ~ να σου συμπεριφέρεται έτσι. Πρόσεχε πώς του μιλάς, δεν είναι ο ~ (: ασήμαντος, όποιος κι όποιος). ● ΦΡ.: σε κάθε περίπτωση βλ. περίπτωση [< αρχ. φρ. ὁποῖος δήποτε]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.