| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2776 | αμφιπρόσωπος | , η, ο [ἀμφιπρόσωπος] αμ-φι-πρό-σω-πος επίθ.: (για αντικείμενο) που έχει δύο όψεις, πλευρές: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~η εικόνα της Αποκαθήλωσης/Παναγίας.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ος: πέλεκυς. Πήλινος ~ ενεπίγραφος δίσκος (: της Φαιστού). Βλ. -πρόσωπος. [< αρχ. ἀμφιπρόσωπος] | |
| 2777 | αμφιρρέπω | [ἀμφιρρέπω] αμ-φιρ-ρέ-πω ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ., μτχ. αμφιρρέπ-ων, -ουσα, -ον} (απαιτ. λεξιλόγ.): αμφιταλαντεύομαι: ~ μεταξύ δύο γνωμών (: μένει αναποφάσιστος). Στάση ~ουσα μεταξύ δράσης και αναβολής. [< μεσν. αμφιρρέπω] | |
| 2778 | αμφίρροπος | , η, ο [ἀμφίρροπος] αμ-φίρ-ρο-πος επίθ. 1. που η κατάληξή του δεν έχει ακόμα οριστικοποιηθεί υπέρ του ενός ή του άλλου μέρους: ~ος: αγώνας/πόλεμος. ~η: αναμέτρηση/μάχη. ~ο: αποτέλεσμα/παιχνίδι. ~ες: εκλογές/συγκρούσεις. 2. που κλίνει και προς τη μία και προς την άλλη πλευρά: ~η: στάση. ~ες: δυνάμεις/τάσεις (βλ. αντίρροπες). ~α: συναισθήματα. Πβ. αμφιταλαντευόμενος. [< μτγν. ἀμφίρροπος] | |
| 2779 | αμφισβήτηση | [ἀμφισβήτηση] αμ-φι-σβή-τη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως} 1. η μη αποδοχή από κάποιον της αλήθειας, της ορθότητας, του κύρους, της ισχύος μιας ενέργειας, πράξης, στάσης, έννοιας ή προσώπου: ~ της αξιοπιστίας/του δικαιώματος να .../της ηγεσίας/ενός θεσμού/της ιστορίας/της νομιμότητας (μιας απόφασης)/των προθέσεων/των συνόρων. Η αξία του δεν επιδέχεται ~/~ης. Πβ. δι~. Βλ. αναγνώριση, παραδοχή. 2. κριτική αντιμετώπιση αξιών, θεωριών, θεσμών: η γενιά/η ηλικία (: εφηβεία)/το κίνημα/το φαινόμενο της ~ης. Η ~ της μεταπολίτευσης/των νέων. ● ΦΡ.: δεν χωράει (καμία) αμφισβήτηση: είναι απόλυτα βέβαιο., πέρα/έξω από κάθε αμφισβήτηση: είναι εντελώς σίγουρο, αποδεκτό. Πβ. αδιαμφισβήτητα, αναμφίβολα, βέβαια, σίγουρα. ΣΥΝ. πέρα από κάθε αμφιβολία, υπό αμφισβήτηση & σε αμφισβήτηση: για κάτι που αμφισβητείται: ένας μύθος ~ ~. Η αποτελεσματικότητα του μέτρου είναι/(προφ.) μπαίνει ~ ~. Δεν μπορεί να τεθεί ~ ~ (= να αμφισβητηθεί) το γεγονός ότι ... [< αρχ. ἀμφισβήτησις 2: γαλλ. contestation, 1968] | |
| 2780 | αμφισβητήσιμος | , η, ο [ἀμφισβητήσιμος] αμ-φι-σβη-τή-σι-μος επίθ. (λόγ.): αυτός για τον οποίο εκφράζονται ή μπορούν να εκφραστούν αμφιβολίες, αντιρρήσεις, επιφυλάξεις: ~η: απόφαση/άποψη/θεωρία. Επιστημονικά ~η έρευνα. Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας παραμένει ~η. Πβ. αμφίβολος, αμφισβητούμενος. ΑΝΤ. αδιαμφισβήτητος, αναμφισβήτητος, αναντίρρητος [< αρχ. ἀμφισβητήσιμος] | |
| 2781 | αμφισβητίας | [ἀμφισβητίας] αμ-φι-σβη-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που αμφισβητεί, που αντιμετωπίζει κριτικά τις επικρατούσες απόψεις, αρχές, αξίες: ασυμβίβαστος ~. Εσωκομματικοί ~ες. Αντικομφορμιστής και ~. Πβ. αντιρρησίας.|| (σπανιότ. ως επίθ.) ~ διανοητής. [< γαλλ. contestataire, 1968] | |
| 2782 | αμφισβητώ | [ἀμφισβητῶ] αμ-φι-σβη-τώ ρ. (μτβ.) {αμφισβητ-είς ... | αμφισβήτ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, ώντας}: διατηρώ επιφυλάξεις, έχω ή εκφράζω αντιρρήσεις: ~ την αξιοπιστία/τους αριθμούς/την αυθεντία/τη διαθήκη (= δεν την αποδέχομαι, πβ. προσβάλλω)/την εγκυρότητα/την ικανότητα/τα κίνητρα/το κύρος/τα λεγόμενα/την ορθότητα/το περιεχόμενο/το πόρισμα/τις προθέσεις/τον ρόλο/τον σκοπό/το σύστημα. ~ούνται τα αποτελέσματα/οι μετρήσεις (: δεν γίνονται αποδεκτά από όλους). Δεν ~ησα το γεγονός ότι ... Επίδειξη πυγμής του προέδρου προς όσους τον ~ούν. Ποτέ δεν ~ήθηκε το ήθος του. Κανείς δεν θα μπορούσε να ~ήσει (: να αρνηθεί) την αξία της δημοκρατίας. Πβ. αμφιβάλλω, δι~. ΑΝΤ. αναγνωρίζω (2), παραδέχομαι ● Μτχ.: αμφισβητούμενος , η, ο: που αμφισβητείται: ~η: έννοια. ~ο: αποτέλεσμα/άρθρο/δικαίωμα/ζήτημα (= αμφιλεγόμενο)/πέναλτι. ~α: σύνορα. Πβ. αμφισβητήσιμος. [< αρχ. ἀμφισβητῶ] | |
| 2783 | αμφισεξουαλικός | , ή, ό [ἀμφισεξουαλικός] αμ-φι-σε-ξου-α-λι-κός επίθ./ουσ.: αμφιφυλόφιλος. [< γαλλ. bisexuel] | |
| 2784 | αμφισεξουαλικότητα | [ἀμφισεξουαλικότητα] αμ-φι-σε-ξου-α-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): αμφιφυλοφιλία. | |
| 2785 | αμφισημία | [ἀμφισημία] αμ-φι-ση-μί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): διπλή σημασία λέξης, έκφρασης ή κειμένου και κατ' επέκτ. οι διαφορετικές ερμηνείες που μπορούν να δοθούν: ~ όρων. ~ στίχου.|| Άρθρο με/χωρίς ~ες. Πβ. αμφιλογία, δισημία. Βλ. -σημία. [< γαλλ. ambiguïté] | |
| 2786 | αμφίσημος | , η, ο [ἀμφίσημος] αμ-φί-ση-μος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που μπορεί να έχει δύο διαφορετικές σημασίες και κατ' επέκτ. ερμηνείες: ~ος: τίτλος (εφημερίδας). ~η: απάντηση/δήλωση. ~α: νοήματα. Πβ. αινιγματικός, δίσημος, διφορούμενος. Βλ. πολύσημος, πολυσήμαντος, -σημος. [< γαλλ. ambigu] | |
| 2787 | Αμφισσαίος, Αμφισσαία | [Ἀμφισσαῖος] Αμ-φισ-σαί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Άμφισσα. | |
| 2788 | αμφιταλαντεύομαι | [ἀμφιταλαντεύομαι] αμ-φι-τα-λα-ντεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {αμφιταλαντεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): διστάζω να επιλέξω ανάμεσα σε δύο (εναλλακτικές) δυνατότητες: ~εται (= ταλαντεύεται) μεταξύ λογικής και συναισθήματος. Προς στιγμή(ν) ~τηκαν (: ήταν αναποφάσιστοι). ~θηκε (για το) αν θα έπρεπε να ... Ποτέ δεν ~τηκε (= αμφέβαλε) για την ορθότητα της απόφασής του. Πβ. παλαντζάρω. ΣΥΝ. αμφιρρέπω ● Μτχ.: αμφιταλαντευόμενος , η, ο: ~η: στάση. Πβ. αμφίρροπος. [< μτγν. ἀμφιταλαντεύομαι] | |
| 2789 | αμφιταλάντευση | [ἀμφιταλάντευση] αμ-φι-τα-λά-ντευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): διστακτικότητα επιλογής μεταξύ δύο δυνατοτήτων: ~ περί του πρακτέου/ως προς την ορθότητα μιας αλήθειας. Στάση ξεκάθαρη χωρίς ~εύσεις. Μετά από ~εύσεις, αποφάσισε τελικά να ... Πβ. αναποφασιστικ-, διστακτικ-ότητα, παλαντζάρισμα. Βλ. ενδοιασμός. ΑΝΤ. αποφασιστικότητα | |
| 2790 | αμφιτρύωνας | [ἀμφιτρύωνας] αμ-φι-τρύ-ω-νας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος | -ώνων} & (λόγ.) αμφιτρύων: πρόσωπο που προσφέρει πλούσιο γεύμα (συνήθ. σε κοσμική τελετή) και κατ' επέκτ. κάθε οικοδεσπότης ή διοργανωτής (αγώνων, εκδηλώσεων): ~ της διάσκεψης/συνόδου. Πόλεις-~ες του τουρνουά. [< αρχ. Ἀμφιτρύων, γαλλ.-αγγλ. amphitryon] | |
| 2791 | αμφίφυλος | [ἀμφίφυλος] αμ-φί-φυ-λος επίθ./ουσ.: που έχει χαρακτηριστικά και των δύο φύλων. Πβ. ερμαφρόδιτος. Βλ. αυτογονιμοποίηση. [< γαλλ. bisexué] | |
| 2792 | αμφιφυλοφιλία | [ἀμφιφυλοφιλία] αμ-φι-φυ-λο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. η ιδιότητα του αμφιφυλόφιλου. Βλ. -φιλία. ΣΥΝ. αμφισεξουαλικότητα [< γαλλ. bisexualité] | |
| 2793 | αμφιφυλόφιλος | [ἀμφιφυλόφιλος] αμ-φι-φυ-λό-φι-λος επίθ./ουσ.: ΨΥΧΟΛ. (ως ουσ.) πρόσωπο που εκδηλώνει και ετεροφυλοφιλική και ομοφυλοφιλική σεξουαλική συμπεριφορά· (ως επίθ.) που σχετίζεται με αυτό: ~ή: ταυτότητα. ~ές: τάσεις. Βλ. -φιλος. ΣΥΝ. αμφί, αμφισεξουαλικός, μπάι, μπαϊσέξουαλ [< γαλλ. bisexuel] | |
| 2794 | αμφίχειρας | [ἀμφίχειρας ] αμ-φί-χει-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αμφιδέξιος. | |
| 2795 | αμφορέας | [ἀμφορέας] αμ-φο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -έως | -είς, -έων} & (αρχαιοπρ.) αμφορεύς: ΑΡΧΑΙΟΛ. μεγάλο ωοειδές αγγείο με δύο κάθετες λαβές που χρησίμευε συνήθ. για τη φύλαξη ή μεταφορά υγρών ή τροφίμων και κατ' επέκτ. κάθε παρόμοιο διακοσμητικό αγγείο: αττικός/γεωμετρικός/ερυθρόμορφος/μελανόμορφος/πήλινος/χάλκινος ~. Οξυπύθμενοι ~είς. Βλ. στάμνα. ● Υποκ.: αμφορίσκος (ο) [< αρχ. ἀμφορεύς] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ