| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2786 | αμφίσημος | , η, ο [ἀμφίσημος] αμ-φί-ση-μος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που μπορεί να έχει δύο διαφορετικές σημασίες και κατ' επέκτ. ερμηνείες: ~ος: τίτλος (εφημερίδας). ~η: απάντηση/δήλωση. ~α: νοήματα. Πβ. αινιγματικός, δίσημος, διφορούμενος. Βλ. πολύσημος, πολυσήμαντος, -σημος. [< γαλλ. ambigu] | |
| 2787 | Αμφισσαίος, Αμφισσαία | [Ἀμφισσαῖος] Αμ-φισ-σαί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Άμφισσα. | |
| 2788 | αμφιταλαντεύομαι | [ἀμφιταλαντεύομαι] αμ-φι-τα-λα-ντεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {αμφιταλαντεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.): διστάζω να επιλέξω ανάμεσα σε δύο (εναλλακτικές) δυνατότητες: ~εται (= ταλαντεύεται) μεταξύ λογικής και συναισθήματος. Προς στιγμή(ν) ~τηκαν (: ήταν αναποφάσιστοι). ~θηκε (για το) αν θα έπρεπε να ... Ποτέ δεν ~τηκε (= αμφέβαλε) για την ορθότητα της απόφασής του. Πβ. παλαντζάρω. ΣΥΝ. αμφιρρέπω ● Μτχ.: αμφιταλαντευόμενος , η, ο: ~η: στάση. Πβ. αμφίρροπος. [< μτγν. ἀμφιταλαντεύομαι] | |
| 2789 | αμφιταλάντευση | [ἀμφιταλάντευση] αμ-φι-τα-λά-ντευ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): διστακτικότητα επιλογής μεταξύ δύο δυνατοτήτων: ~ περί του πρακτέου/ως προς την ορθότητα μιας αλήθειας. Στάση ξεκάθαρη χωρίς ~εύσεις. Μετά από ~εύσεις, αποφάσισε τελικά να ... Πβ. αναποφασιστικ-, διστακτικ-ότητα, παλαντζάρισμα. Βλ. ενδοιασμός. ΑΝΤ. αποφασιστικότητα | |
| 2790 | αμφιτρύωνας | [ἀμφιτρύωνας] αμ-φι-τρύ-ω-νας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -ος | -ώνων} & (λόγ.) αμφιτρύων: πρόσωπο που προσφέρει πλούσιο γεύμα (συνήθ. σε κοσμική τελετή) και κατ' επέκτ. κάθε οικοδεσπότης ή διοργανωτής (αγώνων, εκδηλώσεων): ~ της διάσκεψης/συνόδου. Πόλεις-~ες του τουρνουά. [< αρχ. Ἀμφιτρύων, γαλλ.-αγγλ. amphitryon] | |
| 2791 | αμφίφυλος | [ἀμφίφυλος] αμ-φί-φυ-λος επίθ./ουσ.: που έχει χαρακτηριστικά και των δύο φύλων. Πβ. ερμαφρόδιτος. Βλ. αυτογονιμοποίηση. [< γαλλ. bisexué] | |
| 2792 | αμφιφυλοφιλία | [ἀμφιφυλοφιλία] αμ-φι-φυ-λο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. η ιδιότητα του αμφιφυλόφιλου. Βλ. -φιλία. ΣΥΝ. αμφισεξουαλικότητα [< γαλλ. bisexualité] | |
| 2793 | αμφιφυλόφιλος | [ἀμφιφυλόφιλος] αμ-φι-φυ-λό-φι-λος επίθ./ουσ.: ΨΥΧΟΛ. (ως ουσ.) πρόσωπο που εκδηλώνει και ετεροφυλοφιλική και ομοφυλοφιλική σεξουαλική συμπεριφορά· (ως επίθ.) που σχετίζεται με αυτό: ~ή: ταυτότητα. ~ές: τάσεις. Βλ. -φιλος. ΣΥΝ. αμφί, αμφισεξουαλικός, μπάι, μπαϊσέξουαλ [< γαλλ. bisexuel] | |
| 2794 | αμφίχειρας | [ἀμφίχειρας ] αμ-φί-χει-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αμφιδέξιος. | |
| 2795 | αμφορέας | [ἀμφορέας] αμ-φο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -έως | -είς, -έων} & (αρχαιοπρ.) αμφορεύς: ΑΡΧΑΙΟΛ. μεγάλο ωοειδές αγγείο με δύο κάθετες λαβές που χρησίμευε συνήθ. για τη φύλαξη ή μεταφορά υγρών ή τροφίμων και κατ' επέκτ. κάθε παρόμοιο διακοσμητικό αγγείο: αττικός/γεωμετρικός/ερυθρόμορφος/μελανόμορφος/πήλινος/χάλκινος ~. Οξυπύθμενοι ~είς. Βλ. στάμνα. ● Υποκ.: αμφορίσκος (ο) [< αρχ. ἀμφορεύς] | |
| 2796 | αμφοτεροβαρής | , ής, ές [ἀμφοτεροβαρής] αμ-φο-τε-ρο-βα-ρής επίθ. {αμφοτεροβαρ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: ΝΟΜ. που επιβαρύνει αμοιβαία, δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις και στις δύο πλευρές: ~ής: σύμβαση. ΑΝΤ. ετεροβαρής [< γερμ. zweiseitig, γαλλ. bilatéral] | |
| 2797 | αμφότεροι | , ες, α [ἀμφότεροι] αμ-φό-τε-ροι αντων. {-ων (λόγ.) -έρων} (επίσ.): και οι δύο, και ο ένας και ο άλλος: ~ οι εν διαστάσει γονείς. Οι επικεφαλείς ~ων των πλευρών. Σε ~ες τις περιπτώσεις. ~α τα συμβαλλόμενα μέρη. Απέτυχαν ~. [< αρχ. ἀμφότεροι] | |
| 2798 | αμφοτερόπλευρος | , η/ος, ο [ἀμφοτερόπλευρος] αμ-φο-τε-ρό-πλευ-ρος επίθ.: ΙΑΤΡ. που προσβάλλει και τις δύο πλευρές ή δύο συμμετρικά όργανα του σώματος: ~ος: πόνος. ~η: βαρηκοΐα/βουβωνοκήλη/κώφωση/παράλυση. ~α: κατάγματα. Βλ. -πλευρος. ● επίρρ.: αμφοτερόπλευρα [< αγγλ. ambilateral] | |
| 2799 | αμφοτέρωθεν | [ἀμφοτέρωθεν] αμ-φο-τέ-ρω-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): και από τα δύο μέρη: Η είδηση επαληθεύτηκε ~. Κριτήρια ~ αποδεκτά. Βλ. -θεν. ΣΥΝ. ένθεν και ένθεν/ένθεν κακείθεν/ένθεν και εκείθεν [< αρχ. ἀμφοτέρωθεν] | |
| 2800 | άμωμος | , η/ος, ο [ἄμωμος] ά-μω-μος επίθ. (αρχαιοπρ.): ΕΚΚΛΗΣ. ηθικά καθαρός, αγνός, αμόλυντος: ο ~ Αμνός του Θεού (= ο Χριστός). Πβ. αμίαντος, άσπιλος, άχραντος. Βλ. παν~. ● ΣΥΜΠΛ.: η άμωμος/άσπιλος σύλληψη βλ. σύλληψη [< αρχ. ἄμωμος] | |
| 2801 | αν | [ἄν] σύνδ. & (εμφατ.) εάν 1. εισάγει υποθετικές προτάσεις· σε περίπτωση που: ~ μπορείς, δώσε μου μια απάντηση. -Να σου στείλω το βιβλίο; -Ναι, ~ δεν σου είναι δύσκολο. ~ τυχόν σε ζητήσουν, τι να πω;|| (αιτία ή αποτέλεσμα:) Δεν απογοητευόταν, ~ αποτύγχανε. ~ έφτασε εκεί που έφτασε, το χρωστάει στους γονείς του.|| (παρενθετικά, για διευκρίνιση ή διόρθωση:) Οι περισσότεροι, ~ όχι όλοι (= για να μην πω όλοι), ονειρεύονται μια άνετη ζωή. Είναι πρωτότυπο, ~ θέλεις (= καλύτερα, μάλλον), πρωτοποριακό! ~ θυμάμαι καλά, με έχετε ξαναρωτήσει γι' αυτό. Κι ~ επιτρέπεται, τα πόσα κλείνεις (ενν. χρόνια);|| (ειρων.) ~ είναι αυτός γιατρός, τότε εγώ είμαι αστροναύτης!|| (απειλητ.) ~ πέσεις στα χέρια μου, την έβαψες!|| (σε ελλειπτ. λόγο) -Αυτό, ~ θέλεις, το συζητάμε. -Είναι σίγουρο; -~ είναι; Το εξακρίβωσα ο ίδιος! Πβ. άμα, εφόσον, όταν. 2. εισάγει πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις: Αναρωτιέμαι/δεν ξέρω ~ το έχει μάθει. 3. στην αρχή προτάσεων (με οριστική παρατατικού ή υπερσυντελίκου) για δήλωση επιθυμίας, απραγματοποίητης ευχής· μακάρι να, ας: ~ ερχόσουν απόψε μαζί μας (: θα ήθελα να έρθεις)! ~ είχαμε κρατήσει εκείνο το οικόπεδο, θα ήμασταν τώρα πλούσιοι! ● Ουσ.: αν (τα): προϋποθέσεις, υποθέσεις, δισταγμοί: Με τα ~ δεν γίνεται τίποτα! ● ΦΡ.: αν και μόνο αν: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. (στη Λογική) για την περιγραφή αναγκαίας και επαρκούς συνθήκης, προκειμένου να ισχύει ένας ισχυρισμός., εκτός/παρεκτός (και/κι) αν: εισάγει δευτερεύουσα πρόταση που φανερώνει την προϋπόθεση υπό την οποία μπορεί να αναιρεθεί το περιεχόμενο της κύριας: Μη γράφεις με κεφαλαία, ~ ~ θέλεις να τονίσεις κάτι. ΣΥΝ. παρά μόνο αν.|| Η ηλιακή ακτινοβολία διαπερνά τα τζάμια, ~ ~ έχουν ειδικά φίλτρα., όπως και/κι αν έχει το πράγμα ... & όπως και να έχει/να 'χει το πράγμα/να έχουν τα πράγματα: ανεξάρτητα απ' ό,τι ισχύει ή συμβαίνει, σε κάθε περίπτωση: ~ ~, αυτό που μετράει είναι το αποτέλεσμα. ~ ~, σε ευχαριστώ., αν αγαπάτε βλ. αγαπώ, αν βρέξει/ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ΄εκείνον τον ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα βλ. βρέχω, αν δεν απατώμαι βλ. απατώ, αν δεν αστράψει, δεν βροντά (κι αν δεν βροντά, δεν βρέχει) βλ. αστράφτει, αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρως/δεν τρως ψάρι βλ. βρέχω, αν δεν κάνω λάθος βλ. λάθος, αν δεν κλάψει το παιδί, δεν το ταΐζει η μάνα/δεν του δίνουνε βυζί βλ. κλαίω, αν δεν με απατά/γελά η μνήμη μου βλ. μνήμη, αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει βλ. παινεύω, αν δεν ταιριάζαμε, δεν θα συμπεθεριάζαμε βλ. ταιριάζω, αν είναι να 'ρθει, θε να 'ρθεί, (αλλιώς θα προσπεράσει) βλ. έρχομαι, αν είσαι και παπάς, με την αράδα σου θα πας βλ. αράδα, αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει βλ. διαβαίνω, αν η γιαγιά μου είχε καρούλια, (θα ήταν πατίνι/τρόλεϊ/τρένο) βλ. καρούλι, αν θέλει ο Θεός βλ. θέλω, αν θέλεις/θέλετε βλ. θέλω, αν θέλω λέει! βλ. θέλω, αν θυμάμαι καλά, ... βλ. θυμάμαι, αν με καλορωτάς βλ. καλορωτώ, αν μη τι άλλο βλ. άλλος, αν/άμα ..., (εμένα) σφύρα μου/να μου σφυρίξεις (κλέφτικα)/γράψε μου/να μου γράψεις! βλ. σφυρίζω, αν/άμα/όταν ραγίσει/σπάσει το γυαλί (δεν ξανακολλάει) βλ. γυαλί, και να ... και να μην .../κι αν ... κι αν δεν .../να κι αν ... να κι αν δεν βλ. και, ό,τι κι αν/ό,τι και να βλ. ό,τι, όποιος κι αν/και να ... βλ. όποιος, όποτε και/κι αν βλ. όποτε, όπου και να/κι αν βλ. όπου, όπως κ(α)ι αν/και να ... βλ. όπως, όσο κι αν/και να βλ. όσο, όσος κι αν/και να βλ. όσος, όταν και/κι αν βλ. όταν, πήγαινε στη γωνία να δεις αν έρχομαι βλ. γωνία ● βλ. κι αν [< αρχ. ἄν, ἐάν] | |
| 2802 | ΑΝ | (ο): Αναγκαστικός Νόμος. | |
| 2803 | αν-1 | βλ. α- | |
| 2804 | αν-2 | βλ. ανα- | |
| 3637 | αν/εάν και | σύνδ.: εισάγει εναντιωματικές προτάσεις· μολονότι, παρότι, παρόλο που: ~ ~ λέει την αλήθεια, κανείς δεν τον πιστεύει. Πβ. ενώ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ