| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36730 | οπτασιάζομαι | [ὀπτασιάζομαι] ο-πτα-σι-ά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {οπτασιάστηκε} (σπάν.-επίσ.): βλέπω οπτασίες: ~εται συνωμοσίες. Βλ. οραματίζ-, φαντασιών-ομαι. | |
| 36731 | οπτήρας | [ὀπτήρας] ο-πτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. ναύτης καταστρώματος που επιτηρεί τον θαλάσσιο χώρο και δίνει αναφορά στον αξιωματικό γέφυρας για ό,τι υποπέσει στην αντίληψή του. Βλ. -τήρας. [< αρχ. ὀπτήρ ‘παρατηρητής’, γαλλ. vigie] | |
| 36732 | όπτηση | [ὄπτηση] ό-πτη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως} (επιστ.): ψήσιμο υλικού, σκεύους σε υψηλή θερμοκρασία: κεραμική ~. ~ αγγείων/πίσσας/πορσελάνης. Θάλαμος/κλίβανος ~ης. [< αρχ. ὄπτησις] | |
| 36733 | οπτική | [ὀπτική] ο-πτι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. κλάδος που μελετά τις ιδιότητες του φωτός και τα φαινόμενα που σχετίζονται με αυτό, ιδ. τη διάδοση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας: γεωμετρική/μη γραμμική/κβαντική/κυματική ~. Βλ. ηλεκτρο~. 2. οπτική γωνία: μέσα από την ~ (+ γεν.). Πβ. πρίσμα, σκοπιά. [< αρχ. ὀπτική, γαλλ. optique] | |
| 36734 | οπτικοακουστικός | , ή, ό [ὀπτικοακουστικός] ο-πτι-κο-α-κου-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με ή χρησιμοποιεί τον συνδυασμό ήχου και εικόνας: ~ός: εξοπλισμός. ~ή: βιβλιοθήκη/βιομηχανία/διδασκαλία/εμπειρία/επαφή/επικοινωνία/κάλυψη/παραγωγή/παράσταση/παρουσίαση/ψυχαγωγία. ~ό: θέαμα/υλικό. ~ές: εγκαταστάσεις/εφαρμογές/τέχνες/υπηρεσίες. ~ά: έργα/συστήματα. Εθνικό ~ό Αρχείο (ακρ. ΕΟΑ). ● ΣΥΜΠΛ.: οπτικοακουστικά/εποπτικά μέσα διδασκαλίας: ΠΑΙΔΑΓ. εργαλεία (π.χ. διαφάνειες, προτζέκτορας, τηλεόραση) που χρησιμοποιούνται για να ενεργοποιήσουν τις αισθήσεις και να διευκολύνουν τη διαδικασία της μάθησης: ηλεκτρονικά ~ ~. Πβ. πολυμέσα. [< αγγλ. audiovisual aids, 1959] [< αγγλ. audiovisual, 1937, γαλλ. audiovisuel, 1947] | |
| 36735 | οπτικογραφημένος | , η, ο [ὀπτικογραφημένος] ο-πτι-κο-γρα-φη-μέ-νος επίθ. {σπάν. στο αρσ.}: ΤΕΧΝΟΛ. που έχει καταγραφεί με κάμερα: ~η: κατάθεση. ~ο: μήνυμα/υλικό. ~α: στιγμιότυπα. | |
| 36736 | οπτικογράφηση | [ὀπτικογράφηση] ο-πτι-κο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. καταγραφή εικόνας με κάμερα. Πβ. βιντεοσκόπηση. Βλ. -γράφηση. | |
| 36737 | οπτικοκινητικός | , ή, ό [ὀπτικοκινητικός] ο-πτι-κο-κι-νη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την όραση και την κίνηση ταυτόχρονα: ~ός: συντονισμός. ~ή: αντίληψη. ~ές: δεξιότητες. [< αγγλ. visuomotor, 1942] | |
| 36738 | οπτικοποίηση | [ὀπτικοποίηση] ο-πτι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του οπτικοποιώ: γεωγραφική/τρισδιάστατη/χαρτογραφική/ψηφιακή ~. ~ αλγορίθμων/αποτελεσμάτων/δεδομένων/εννοιών/λογισμικού/πληροφοριών. Συμβολή της ~ης στη μαθησιακή διαδικασία. Εργαλείο/περιβάλλον ~ης. Πβ. αναπαράσταση, απεικόνιση, εικονοποίηση. Βλ. -ποίηση, τηλε~. [< αγγλ.visualization, γαλλ. visualisation] | |
| 36739 | οπτικοποιώ | [ὀπτικοποιῶ] ο-πτι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | οπτικοποί -ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: δημιουργώ οπτική εικόνα, αναπαριστώ κάτι υπαρκτό ή αφηρημένο, κάνω ορατό: Διδακτικό εργαλείο που ~εί αλγόριθμους. Το τραγούδι του ~ήθηκε (: έγινε βιντεοκλίπ).|| (ΤΕΧΝΟΛ.-ΠΛΗΡΟΦ.) Πρόγραμμα που ~εί δεδομένα. Ψηφιακά περιβάλλοντα που ~ούν νοητικά σχήματα. ~ημένη: παρουσίαση. ~ημένο: υλικό. ~ημένες: πληροφορίες.|| ~ησε την έννοια στο μυαλό του (βλ. σχηματοποιώ). Πβ. απεικονίζω, εικονοποιώ. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. visualize, γαλλ. γαλλ. visualiser] | |
| 36740 | οπτικός | , ή, ό [ὀπτικός] ο-πτι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την όραση ή την οπτική: ~ός: έλεγχος. ~ή: αναπηρία/απόδοση/απόλαυση/εμπειρία/εμφάνιση/παρατήρηση/πρόσβαση/σήμανση/ταυτότητα (π.χ. προϊόντων, βλ. λογότυπο). ~ό: κείμενο (= εικόνα)/υλικό/φαινόμενο (π.χ. ουράνιο τόξο). ~ές: ιδιότητες/πληροφορίες. ~ά: βοηθήματα/ερεθίσματα/χαρακτηριστικά.|| (ΑΝΑΤ.) ~ός: φλοιός (του εγκεφάλου). ~ό: νεύρο (οφθαλμού). Βλ. οφθαλμικός.|| (ΟΠΤ.) ~ή: οξύτητα. ~ά: είδη (π.χ. γυαλιά, φακοί επαφής).|| (ΦΥΣ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~ό: καλώδιο/πρίσμα/φάσμα. ~ές: διατάξεις/μετρήσεις/συσκευές.|| (ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ.) ~ός: προγραμματισμός. ~ό: δίκτυο/ποντίκι. ~ή ανάλυση σάρωσης.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: αισθητήρας/σωλήνας. ~ό: μικροσκόπιο/τηλεσκόπιο. ~οί: ανιχνευτές. ~ά: εφέ/όργανα (π.χ. διόπτρα). ~ό και ακουστικό σήμα (: οπτικοακουστικό). Βλ. ηλεκτρο~.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) ~ός: σταθεροποιητής (εικόνας)/φακός. ● Ουσ.: οπτικά (τα): οπτικά είδη: εμπόριο/κατάστημα/συλλογή ~ών. ● επίρρ.: οπτικά & (λόγ.) -ώς [ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: οπτική άνεση: που παρέχεται μέσω των κατάλληλων επιπέδων φωτισμού: ~ ~ στο εσωτερικό κτιρίων. Λαμπτήρας που εγγυάται υψηλή ~ ~. Βλ. ακουστική, θερμική άνεση., οπτική αντίληψη: ΨΥΧΟΛ. η ικανότητα αποκωδικοποίησης των ερεθισμάτων που λαμβάνονται από τα όργανα της όρασης. Βλ. ακουστική αντίληψη. [< αγγλ. visual perception] , οπτική επαφή 1. το να είναι κάτι ή κάποιος εντός του οπτικού πεδίου προσώπου: απρόσκοπτη/καθαρή/παρατεταμένη/πρώτη/συνεχής ~ ~. Δατηρώ/έχω άμεση ~ ~ με τον χώρο. 2. ΤΗΛΕΠ. επικοινωνία μέσω οπτικών ινών: απευθείας ~ ~ μεταξύ συσκευών. Απόσταση/γραμμή/διάδοση/συνθήκες ~ής ~ής. Τα ασύρματα δίκτυα απαιτούν ~ ~ ανάμεσα σε πομπό και δέκτη., οπτική όχληση (επίσ.): που προκαλείται από θέαμα το οποίο προσβάλλει την αισθητική κάποιου: ~ ~ από τις οικοδομικές εργασίες., οπτικό ποίημα: ΛΟΓΟΤ. που συνδυάζει τον γραπτό λόγο με την εικόνα ή μεταδίδει οπτικά το νόημα με τον τρόπο διάταξής του., οπτικός θόρυβος: ΦΩΤΟΓΡ. διακυμάνσεις φωτεινότητας ή χρώματος σε εικόνες από σκάνερ ή ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Βλ. κόκκος. [< αγγλ. image noise] , οπτικός πολιτισμός: διεπιστημονικός κλάδος ο οποίος έχει ως αντικείμενο τη μελέτη των εικόνων, ιδ. όπως αυτές προβάλλονται από τα ψηφιακά μέσα και το διαδίκτυο, καθώς και των μεθοδολογικών-φιλοσοφικών εργαλείων ανάλυσής τους: ~ ~ και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. [< αγγλ. visual culture] , οπτικός τύπος: πρόσωπο που αντιλαμβάνεται και μαθαίνει ευκολότερα κάτι, όταν το βλέπει. Βλ. ακουστικός τύπος. [< γερμ. optischer Typ] , οπτική απάτη βλ. απάτη, οπτική γωνία βλ. γωνία, οπτική εικόνα βλ. εικόνα, οπτική επικοινωνία βλ. επικοινωνία, οπτική ίνα βλ. ίνα, οπτική ποίηση βλ. ποίηση, οπτική πυκνότητα βλ. πυκνότητα, οπτικό ζουμ βλ. ζουμ, οπτικό πεδίο βλ. πεδίο, οπτικός αναγνώστης βλ. αναγνώστης, οπτικός γραμματισμός βλ. γραμματισμός, οπτικός δίσκος βλ. δίσκος, οπτικός θάλαμος βλ. θάλαμος [< αρχ. ὀπτικός, γαλλ. optique, αγγλ. optical, visual] | |
| 36741 | οπτικός | [ὀπτικός] ο-πτι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός ο οποίος ασχολείται με την κατασκευή, εφαρμογή και πώληση βοηθημάτων όρασης: ~-οπτομέτρης. [< αγγλ. optician, γαλλ. opticien] | |
| 36742 | οπτιμισμός | [ὀπτιμισμός] ο-πτι-μι-σμός ουσ. (αρσ.) ΑΝΤ. πεσιμισμός 1. αισιοδοξία. 2. ΦΙΛΟΣ. η αντίληψη ότι το καλό υπερισχύει του κακού· ειδικότ. το δόγμα που υποστηρίζει ότι ο κόσμος που ζούμε είναι ο καλύτερος δυνατός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. optimisme] | |
| 36743 | οπτιμιστής | [ὀπτιμιστής] ο-πτι-μι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. οπτιμίστρια}: οπαδός του οπτιμισμού. ΣΥΝ. αισιόδοξος (1) ΑΝΤ. πεσιμιστής (2) [< γαλλ. optimiste] | |
| 36744 | οπτιμιστικός | , ή, ό [ὀπτιμιστικός] ο-πτι-μι-στι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία ή σχετίζεται με τον οπτιμισμό: ~ή: άποψη/διάθεση/στάση.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ές: θεωρίες. ΑΝΤ. πεσιμιστικός ● επίρρ.: οπτιμιστικά [< γαλλ. optimistique] | |
| 36745 | όπτιμουμ | [ὄπτιμουμ] ό-πτι-μουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βέλτιστο: το ~ της οικονομικής απόδοσης. Πβ. ζενίθ. Βλ. μάξιμουμ.|| (ως επίθ.) ~ λύση. [< γερμ. Optimum, γαλλ.-αγγλ. optimum < λατ. ~, ουδ. του επιθ. optimus ‘άριστος’] | |
| 36746 | οπτοηλεκτρονική | [ὀπτοηλεκτρονική] ο-πτο-η-λε-κτρο-νι-κή ουσ. (θηλ.) & οπτικοηλεκτρονική: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη και τον σχεδιασμό συσκευών που μετατρέπουν το ηλεκτρικό σήμα σε οπτικό και αντίστροφα. [< αγγλ. optoelectronics, 1959, γαλλ. optoélectronique, πριν από το 1968, optronique, 1976] | |
| 36747 | οπτοηλεκτρονικός | , ή, ό [ὀπτοηλεκτρονικός] ο-πτο-η-λε-κτρο-νι-κός επίθ. & οπτικοηλεκτρονικός: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. που σχετίζεται με την οπτοηλεκτρονική: ~οί: αισθητήρες. ~ές: διατάξεις/εφαρμογές/ιδιότητες/συσκευές/τεχνολογίες. ~ά: υλικά. [< αγγλ. optoelectronic, 1959, γαλλ. optoélectronique, πριν από το 1968, optronique, 1976] | |
| 36748 | οπτομέτρης | [ὀπτομέτρης] ο-πτο-μέ-τρης ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικός στην οπτομετρία: οπτικός-~. Βλ. -μέτρης. [< αγγλ. optometrist, 1903, γαλλ. optométriste, 1955] | |
| 36749 | οπτομετρία | [ὀπτομετρία] ο-πτο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) οπτικομετρία: ΟΠΤ. κλάδος που ειδικεύεται στη μέτρηση των λειτουργικών παραμέτρων του οπτικού συστήματος με σκοπό τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των διαθλαστικών προβλημάτων των ματιών κυρ. μέσω της επιλογής γυαλιών ή φακών επαφής. Βλ. -μετρία. [< αγγλ. optometry, γαλλ. optométrie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ