| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36711 | οπορτουνισμός | [ὀπορτουνισμός] ο-πορ-του-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) καιροσκοπισμός. Πβ. αριβισμός. 2. ΠΟΛΙΤ. ρεύμα μέσα στους κόλπους του εργατικού κινήματος το οποίο χαρακτηρίζεται από άρνηση της επαναστατικής θεωρίας, του ρόλου της εργατικής τάξης και του προλεταριακού διεθνισμού, από υποταγή στην αστική νομιμότητα και από ρεφορμισμό και το οποίο, κατά τους υποστηρικτές της μαρξιστικής/κομμουνιστικής ιδεολογίας, συνιστά υποταγή στα συμφέροντα της αστικής τάξης. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. opportunisme] | |
| 36712 | οπορτουνιστής | [ὀπορτουνιστής] ο-πορ-του-νι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. οπορτουνίστρια} 1. (επίσ.) καιροσκόπος: (ως επίθ.) ~ές: ηγέτες. Πβ. αριβίστας, σπεκουλαδόρος. 2. οπαδός του ρεύματος του οπορτουνισμού. [< γαλλ. opportuniste] | |
| 2285 | Οπορτουνιστης | [ἄλλοθι] άλ-λο-θι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΝΟΜ. ένδειξη αθωότητας υπόπτου ή κατηγορουμένου που προκύπτει από τον ισχυρισμό του ότι βρισκόταν αλλού κατά τη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται: αδιάσειστο/ακλόνητο/ισχυρό/ψεύτικο ~. Ο κατηγορούμενος είχε/παρουσίασε/πρόβαλε ατράνταχτο ~, ότι βρισκόταν στο εξωτερικό την ημέρα του φόνου. 2. (κατ' επέκτ.) δικαιολογία, πρόσχημα: βολικό/ιδεολογικό/κοινωνικό ~. Βρίσκω/δίνω ~. Επικαλούμαι/χρησιμοποιώ κάτι ως ~. Πβ. πρόφαση. [< αρχ. ἄλλοθι, διεθν. λατ. alibi] | |
| 36713 | οπορτουνιστικός | , ή, ό [ὀπορτουνιστικός] ο-πορ-του-νι-στι-κός επίθ. 1. καιροσκοπικός. 2. ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με το ρεύμα του οπορτουνισμού. [< γαλλ. opportuniste] | |
| 36714 | οπός | [ὀπός] ο-πός ουσ. (αρσ.) (επιστ.): χυμός από φυτό ή καρπό: γαλακτώδης ~ (πβ. λατέξ). ~ βλαστών/ριζών/σταφυλιού. Πβ. ζουμί. [< αρχ. ὀπός] | |
| 36715 | οπόσος, οπόση, οπόσον | [ὁπόσος] ο-πό-σος αναφ. αντων. (λόγ.): (κυρ. σε επιφωνηματικές φράσεις) πόσο πολύς ή μεγάλος: ~η ταπεινοφροσύνη τον διέκρινε! [< αρχ. ὁπόσος | |
| 36716 | οπόσουμ | [ὀπόσουμ] ο-πό-σουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πόσουμ: ΖΩΟΛ. μικρόσωμο νυκτόβιο μαρσιποφόρο θηλαστικό (οικογ. Didelphyidae) με πυκνό τρίχωμα, μακρύ ρύγχος και μακριά ουρά, που ζει στην Αμερική: ~ νάνος. [< αμερικ. opossum] | |
| 36717 | οπόταν | [ὁπόταν] ο-πό-ταν σύνδ. (αρχαιοπρ.) 1. όποτε: ~ θελήσετε, σας περιμένουμε σπίτι μας. 2. οπότε, συνεπώς: Δεν είναι τίποτα ανησυχητικό, ~ το θέμα θεωρείται λήξαν. [< αρχ. ὁπόταν] | |
| 36718 | οπότε | [ὁπότε] ο-πό-τε σύνδ. εισάγει δευτερεύουσα πρόταση 1. συνεπώς, έτσι: Έχει πολλή δουλειά, ~ δεν θα έρθει. 2. και τότε: Θα εργάζεται μέχρι το τέλος του χρόνου, ~ και λήγει η σύμβασή του. [< αρχ. ὁπότε] | |
| 36719 | όποτε | [ὅποτε] ό-πο-τε σύνδ. 1. κάθε φορά που, όσες φορές: ~ τον συναντούσα, ήταν διαρκώς απασχολημένος. Συμβούλιο συγκαλείται ~ το κρίνει απαραίτητο ο Πρόεδρος. ~ είχα ευκαιρία, τον επισκεπτόμουν. 2. όποια στιγμή, όταν (τυχόν): Ξεκινάμε ~ είσαι έτοιμος. Θα βρεθούμε ~ μπορέσεις. Γυμνάζεται ~ και όπου μπορεί. ● ΦΡ.: όποτε και/κι αν: σε κάθε ή οποιαδήποτε χρονική στιγμή: ~ ~ γίνουν εκλογές, θα είμαστε έτοιμοι. ~ ~ του τηλεφωνήσεις, θα είναι εκεί. Πβ. οποτεδήποτε. [< μεσν. όποτε] | |
| 36720 | οποτεδήποτε | [ὁποτεδήποτε] ο-πο-τε-δή-πο-τε επίρρ.: σε οποιονδήποτε χρόνο: φτηνά ταξίδια οπουδήποτε και ~. Βλ. -δήποτε.|| (ως χρονικός σύνδ., όποτε κι αν:) Πέρασε από το γραφείο μου ~ θελήσεις. [< αρχ. φρ. ὁπότε δή με προσθήκη του ποτέ, αγγλ. whenever] | |
| 36721 | όπου | [ὅπου] ό-που αναφορικό επίρρημα που δηλώνει: 1. τόπο: Δεν έχει ακόμα βρεθεί ο χώρος ~ (: που, στον οποίο) θα διεξαχθεί το συνέδριο. Γεννήθηκε στην πρωτεύουσα ~ και (: στην οποία και) πέρασε τα παιδικά της χρόνια.|| (εκεί που, οπουδήποτε, σε οποιοδήποτε μέρος) Κάτσε ~ βρεις.|| (μτφ.) Επιστρέψαμε εκεί/στο σημείο από ~ ξεκινήσαμε. 2. χρόνο: Πέρασε μία περίοδος ~ (: κατά την οποία) παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές.|| (προφ.) Καθόμασταν και μιλούσαμε, ~ (: όταν) ξαφνικά χτύπησε η πόρτα. 3. κατάσταση, συνθήκες: Υπάρχουν περιπτώσεις ~ ... (= κατά τις οποίες ...). ● ΦΡ.: όπου αλλού: σε οποιοδήποτε άλλο μέρος ή σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση: Μπορούμε να συναντηθούμε σπίτι μου ή (και) ~ ~ θέλετε., όπου δει (αρχαιοπρ.): εκεί που ή σε όποιον πρέπει: Θα γίνουν, ~ ~, οι κατάλληλες διορθώσεις. Να αποδοθούν ευθύνες ~ ~!, όπου και να/κι αν: οπουδήποτε: ~ ~ να πάει, συναντάει γνωστούς. ~ ~ είσαι, θα 'ρθω να σε βρω.|| (μτφ.) ~ ~ καταλήξει αυτή η ιστορία, δεν μετανιώνω για τίποτα. Δεν νομιμοποιείται η βία απ' ~ ~ προέρχεται., όπου κι όπου (προφ.-συχνά ειρων.): οπουδήποτε: Δεν πάει ~ ~. Μόνο σε καλά εστιατόρια. Βλ. ό,τι κι ό,τι., όπου να 'ναι (προφ.) 1. σε λίγο, πολύ σύντομα: ~ ~ έρχεται/θα βρέξει. ΣΥΝ. από στιγμή σε στιγμή, από ώρα σε ώρα (1), οσονούπω 2. οπουδήποτε: Μην πετάς σκουπίδια ~ ~! -Πού θέλεις να πάμε; -(Πάμε) ~ ~., όπου παραπάνω (συντομ. ό.π./όπ.π.): ως παραπομπή στην αμέσως προηγούμενη πηγή: ό.π. σελ 13-74. ΣΥΝ. αυτόθι, ένθα ανωτέρω, και/κι όπου με βγάλει (η άκρη)/με πάει βλ. βγάζω, όπου (κι αν) σταθώ κι όπου (κι αν) βρεθώ βλ. στέκομαι, όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα (και) μικρό καλάθι βλ. κεράσι, όπου γάμος και χαρά (κι) η Βασίλω πρώτη βλ. γάμος, όπου Γης βλ. γη, όπου γης (και) πατρίς βλ. γη, όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος βλ. πίπτω, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει βλ. κόκορας, όπου φτωχός κι η μοίρα του βλ. φτωχός, όπου φύγει φύγει βλ. φεύγω, όπου φυσά(ει) ο άνεμος βλ. άνεμος [< αρχ. ὅπου] | |
| 36722 | οπουδήποτε | [ὁπουδήποτε] ο-που-δή-πο-τε επίρρ.: (για αόριστη αναφορά) σε οποιοδήποτε μέρος ή σημείο, όπου τυχόν: Το μέγεθός της (ενν. της συσκευής) είναι μικρό, για να χωράει ~ (= παντού). Πήγαινε ~ αλλού θες, εκτός από εκεί (πβ. όπου Γης). Παρατάει τα ρούχα του ~ (= όπου να 'ναι). Τα συμπτώματα της ασθένειας εμφανίζονται ~ στο σώμα. Πρόσβαση στο διαδίκτυο απ' ~ κι αν βρίσκεστε (= όπου και να/κι αν). Βλ. -δήποτε. [< μτγν. ὁπουδήποτε] | |
| 36726 | όπους | [ὄπους] ό-πους ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση με αριθμό (συντομ. op.) που χρησιμοποιείται στην αρίθμηση των έργων ενός μουσουργού κατά τη χρονολογική σειρά της σύνθεσης ή της έκδοσής τους. [< γερμ. Opus, γαλλ.-αγγλ. opus < λατ. ~ ‘έργο’] | |
| 36727 | ΟΠΣ | (το): Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα. | |
| 36728 | οπτάνθρακας | [ὀπτάνθρακας] ο-πτάν-θρα-κας ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. κοκ1. | |
| 36729 | οπτασία | [ὀπτασία] ο-πτα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. αισθητηριακή αντίληψη, δημιούργημα της φαντασίας, όραμα: νυχτερινή/ονειρική/ουράνια/υπερφυσική ~. Βλ. φαντασίωση, ψευδαίσθηση. 2. (κατ' επέκτ.) για κάτι ή κάποιον (κυρ. νεαρή γυναίκα) εξαιρετικής ομορφιάς: Είσαι μια ~ με αυτό το φόρεμα. [< 1: μτγν. ὀπτασία] | |
| 36730 | οπτασιάζομαι | [ὀπτασιάζομαι] ο-πτα-σι-ά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {οπτασιάστηκε} (σπάν.-επίσ.): βλέπω οπτασίες: ~εται συνωμοσίες. Βλ. οραματίζ-, φαντασιών-ομαι. | |
| 36731 | οπτήρας | [ὀπτήρας] ο-πτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. ναύτης καταστρώματος που επιτηρεί τον θαλάσσιο χώρο και δίνει αναφορά στον αξιωματικό γέφυρας για ό,τι υποπέσει στην αντίληψή του. Βλ. -τήρας. [< αρχ. ὀπτήρ ‘παρατηρητής’, γαλλ. vigie] | |
| 36732 | όπτηση | [ὄπτηση] ό-πτη-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ήσεως} (επιστ.): ψήσιμο υλικού, σκεύους σε υψηλή θερμοκρασία: κεραμική ~. ~ αγγείων/πίσσας/πορσελάνης. Θάλαμος/κλίβανος ~ης. [< αρχ. ὄπτησις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ