| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36750 | οπτομετρικός | , ή, ό [ὀπτομετρικός] ο-πτο-με-τρι-κός επίθ.: ΟΠΤ. που σχετίζεται με την οπτομετρία: ~ή: εξέταση. ~ό: κέντρο. ~ές: ασκήσεις. [< αγγλ. optometric, γαλλ. optométrique] | |
| 36751 | οπτοπλινθοδομή | [ὀπτοπλινθοδομή] ο-πτο-πλιν-θο-δο-μή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. κατασκευή συνήθ. τοίχων από οπτόπλινθους: διπλή/δρομική/εμφανής/επιχρισμένη/μπατική ~. ~ές πρόσοψης. ~ από διάτρητα τούβλα υψηλής αντοχής. Πβ. πλινθοδομή. | |
| 36752 | οπτόπλινθος | [ὀπτόπλινθος] ο-πτό-πλιν-θος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ους (λόγ.) -ίνθους} (λόγ.): ΟΙΚΟΔ. ψημένη πλίνθος, τούβλο: διάτρητη/συμπαγής ~. Τοιχοποιία από ~ους. [< μτγν. ὀπτόπλινθοι (οἱ)] | |
| 36753 | οπτός | , ή, ό [ὀπτός] ο-πτός επίθ. (λόγ.): ψημένος: ~ός: πλίνθος (= οπτόπλινθος). ~ή: γη (= τερακότα). Βλ. οφτός. [< αρχ. ὀπτός] | |
| 36754 | ΟΠΥ | (ο): Οπλίτης Πενταετούς Υποχρέωσης. | |
| 36755 | οπώρα | [ὀπώρα] ο-πώ-ρα ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): καρπός (δέντρου), φρούτο. ● ΦΡ.: συνελήφθη κλέπτων οπώρας βλ. κλέβω [< αρχ. ὀπώρα] | |
| 36756 | οπωρικός | , ή, ό [ὀπωρικός] ο-πω-ρι-κός επίθ. (σπάν.-αρχαιοπρ.): ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τις οπώρες: ~ά: προϊόντα. ● Ουσ.: οπωρικά (τα): οπώρες. [< μτγν. ὀπωρικός] | |
| 36757 | οπωροκαλλιέργεια | [ὀπωροκαλλιέργεια] ο-πω-ρο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. καλλιέργεια οπωροφόρων δέντρων· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις ή τα δέντρα που καλλιεργούνται σε αυτές: ζώνες ~ών. Πβ. οπωροκομία. Βλ. -καλλιέργεια. | |
| 36758 | οπωροκηπευτικός | , ή, ό [ὀπωροκηπευτικός] ο-πω-ρο-κη-πευ-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τα οπωροκηπευτικά: ~ή: παραγωγή. ~ά: προϊόντα. ● Ουσ.: οπωροκηπευτικά (τα): φρούτα και λαχανικά: βιολογικά/κατεψυγμένα/μεταποιημένα/νωπά/πρώιμα ~. Αγορά/συγκομιδή ~ών. ΣΥΝ. οπωρολαχανικά, οπωροκηπευτική (η): καλλιέργεια οπωροκηπευτικών ειδών. | |
| 36759 | οπωροκομία | [ὀπωροκομία] ο-πω-ρο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. καλλιέργεια οπωροφόρων δέντρων: βιολογική ~. Πβ. οπωροκαλλιέργεια. Βλ. -κομία. | |
| 36760 | οπωρολαχανικά | [ὀπωρολαχανικά] ο-πω-ρο-λα-χα-νι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): ΓΕΩΠ. οπωροκηπευτικά. | |
| 36761 | οπωροπωλείο | [ὀπωροπωλεῖο] ο-πω-ρο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): μανάβικο: τμήμα ~ου σε σούπερ μάρκετ. Βλ. -πωλείο. | |
| 36762 | οπωροπώλης | [ὀπωροπώλης] ο-πω-ρο-πώ-λης ουσ. (αρσ.) (επίσ.): μανάβης. Βλ. -πώλης. ΣΥΝ. λαχανοπώλης [< μτγν. ὀπωροπώλης] | |
| 36763 | οπωροφόρος | , α, ο [ὀπωροφόρος] ο-πω-ρο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που φέρει καρπούς: ~ες: καλλιέργειες (= οπωροκαλλιέργειες). ~α: φυτά. Βλ. -φόρος. ● Ουσ.: οπωροφόρα (τα): δέντρα που παράγουν φρούτα: άγρια/αειθαλή/μικρά/φυλλοβόλα ~. Βλ. καπνώδης. ΣΥΝ. φρουτόδεντρα [< μτγν. ὀπωροφόρος] | |
| 36764 | οπωρώνας | [ὀπωρώνας] ο-πω-ρώ-νας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): περιβόλι: πρότυπος ~. ~ εσπεριδοειδών. Βλ. -ώνας. | |
| 36765 | όπως | [ὅπως] ό-πως επίρρ. εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις 1. αναφορικές· δηλώνει συμφωνία, τρόπο, κατάσταση ή παρομοίωση, παραλληλισμό: (απ' όσα, σύμφωνα με όσα) ~ ανέφερε/δήλωσε/είπε/τόνισε, ... (απ' ό,τι) ~ βλέπετε/γνωρίζετε/καταλαβαίνετε/μπορείτε να δείτε, ... ~ ήταν αναμενόμενο/φυσικό, ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του. ~ διατάξετε.|| (με τον τρόπο που) Τα πράγματα ήρθαν ~ ακριβώς έπρεπε. Της φέρθηκε ~ αρμόζει σε μια κυρία. (συγκαταβατικά) ~ θες/νομίζεις (πβ. ό,τι πεις). Έλα/πήγαινε ~ είσαι (: με τα ρούχα που φοράς τώρα, χωρίς να ντυθείς κατάλληλα). Θα βρείτε το κτίριο, ~ (= καθώς) πηγαίνετε, στο αριστερό σας χέρι.|| (Έτσι) ~ είμαι τώρα, δεν μπορώ να κάνω τίποτα (: στην κατάσταση που βρίσκομαι).|| (σε ελλειπτ. λόγο) ~ κάθε μέρα/πάντα, έτσι και σήμερα πήγε για τρέξιμο το πρωί. Τίποτα δεν ήταν ~ (= σαν) παλιά/πριν/πρώτα. (προφ.-συνήθ. ειρων.) Βότκα, ~ λέμε νεράκι. || Κορυφαίοι νομικοί, όπως (επίσης) και η αντιπολίτευση, συμφωνούν ότι … 2. χρονικές· ενώ, καθώς, την ώρα που: (συχνά σε διηγήσεις) ~ καθόμουν ήσυχα στον καναπέ, ακούω ξαφνικά έναν περίεργο θόρυβο. ~ φεύγεις, πέτα και τα σκουπίδια στον κάδο απορριμάτων. 3. (λόγ.) να: Παρακαλείσθε ~ επικοινωνήσετε με ... 4. σε απαρίθμηση ομοειδών συνήθ. πραγμάτων, στοιχείων: Τα όσπρια, ~ οι φακές και τα φασόλια, είναι πηγές σιδήρου. ● ΦΡ.: ή όπως αλλιώς: προς δήλωση παραχώρησης ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα λεχθεί ή θα γίνει κάτι: Τι ξέρεις για το επίδομα κοινωνικής αλληλεγγύης ~ ~ λέγεται;, όπως κ(α)ι αν/και να ... (προφ.): (σε εναντίωση ή παραχώρηση) ανεξάρτητα από κάτι, σε κάθε περίπτωση: ~ ~ έχει (το πράγμα), αδελφός σου είναι· πρέπει να του μιλήσεις. ~ ~ το κάνουμε, δεν ξεχνιέται τέτοια προσβολή., όπως-όπως (προφ.): πρόχειρα (συνήθ. λόγω βιασύνης): Τα μάζεψε ~ ~ κι έφυγε. Πβ. κουτσά στραβά, τσάτρα πάτρα. ΣΥΝ. άρον-άρον, κακήν κακώς (2), έτσι όπως βλ. έτσι, καλά/όπως/σωστά (τα) λες/λέτε βλ. λέω, όπως αγαπάτε βλ. αγαπώ, όπως άλλωστε βλ. άλλωστε, όπως έστρωσε(ς)/στρώσει(ς), θα κοιμηθεί(ς)/θα πλαγιάσει(ς) βλ. στρώνω, όπως η/σαν τη νύφη με την πεθερά βλ. νύφη, όπως και/κι αν έχει το πράγμα ... βλ. αν, όπως ο διά(β)ολος το λιβάνι βλ. διάβολος, όπως πάει βλ. πηγαίνω & πάω, όπως πάω/πας βλ. πηγαίνω & πάω, όπως σε βλέπω και με βλέπεις! βλ. βλέπω, όπως τον/την γέννησε η μάνα του/της βλ. μάνα [< αρχ. ὅπως] | |
| 36766 | οπωσδήποτε | [ὁπωσδήποτε] ο-πωσ-δή-πο-τε επίρρ. 1. με κάθε τρόπο: Πρέπει ~ να με βοηθήσεις. ΣΥΝ. απαραίτητα, πάση θυσία 2. (επιτατ.) βέβαια, σίγουρα: -Θα έρθεις μαζί μας απόψε; -~ (ναι). ΣΥΝ. ασφαλώς (1) 3. χωρίς καμία αμφιβολία: Είναι ~ εντυπωσιακό ότι ... Βλ. -δήποτε. [< αρχ. ὁπωσδήποτε] | |
| 36767 | όραμα | [ὅραμα] ό-ρα-μα {οράμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ευγενής, υψηλός στόχος, ιδανικό, στην πραγματοποίηση του οποίου προσβλέπει κάποιος: δημιουργικό/εθνικό/επιχειρησιακό/ευρωπαϊκό/καινοτόμο/καλλιτεχνικό/κοινωνικό/οικονομικό/παγκόσμιο/πολιτικό/πολιτιστικό/προσωπικό/συλλογικό/υψηλό ~. ~ αλλαγής/δημοκρατίας/δικαιοσύνης/ειρήνης/ελευθερίας/ζωής. Πραγματοποιώ/πραγματώνω/προσεγγίζω/υλοποιώ ένα ~. Έργο με ~. Λαός που έχει ~. Μεταρρύθμιση με/χωρίς ~ και προοπτική. Το αναπτυξιακό ~ του Δήμου. Υλοποίηση του ~ατος της ενιαίας αγοράς. Τα ~ατα της νεολαίας. Κούφια ~ατα. Πβ. όνειρο. 2. δημιούργημα της φαντασίας που αντιλαμβάνεται κάποιος μέσω της όρασης, συνήθ. στα πλαίσια μυστικιστικής, μεταφυσικής ή θρησκευτικής εμπειρίας που βιώνεται σε κατάσταση έκστασης: αποκαλυπτικό/θείο/παράξενο ~. ~ του Αγίου/προφήτη ... ΣΥΝ. οπτασία (1) [< 1: γαλλ. vision 2: μτγν. ὅραμα] | |
| 36768 | οραματίζομαι | [ὁραματίζομαι] ο-ρα-μα-τί-ζο-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {οραματί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, οραματιζ-όμενος} 1. έχω ως στόχο, ιδανικό: ~ ένα καλύτερο αύριο/μέλλον. Η εταιρεία ~εται να ηγηθεί στον χώρο ... Πβ. ονειρεύομαι, φιλοδοξώ. 2. (σπάν.) βλέπω όραμα. Βλ. οπτασιάζομαι. [< μτγν. ὁραματίζομαι ‘κοιτάζω, βλέπω’] | |
| 36769 | οραματικός | , ή, ό [ὁραματικός] ο-ρα-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το όραμα: (για πρόσ.) ~ός: ηγέτης.|| ~ός: λόγος/στόχος. ~ή: ιδέα/πολιτική/προοπτική/προσέγγιση/πρόταση. ~ό: έργο/πρόγραμμα/σχέδιο. ~ό πλαίσιο εξέλιξης και προόδου.|| (σπάν.) ~ή: εμπειρία. Ονειρική-~ή κατάσταση. ● επίρρ.: οραματικά [< γαλλ. visionnaire, αγγλ. visionary] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ