| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36770 | οραματισμός | [ὁραματισμός ] ο-ρα-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του οραματίζομαι: πολιτικός ~.|| Δημιουργικός ~ . Ασκήσεις διαλογισμού και ~ού. ~ στη γιόγκα. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ὁραματισμός ‘όραμα’] | |
| 36771 | οραματιστής | [ὁραματιστής] ο-ρα-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που έχει όνειρα για το μέλλον, θέτει υψηλούς στόχους και πασχίζει να τους εκπληρώσει: γνήσιος/μεγαλόπνοος/πρωτοπόρος ~. ~ μιας επανάστασης. ~ές της λογοτεχνίας/πολιτικής.|| (ως επίθ.) ~ής: δημιουργός/επιστήμονας/ηγέτης/καλλιτέχνης/πολιτικός. 2. πρόσωπο που (ισχυρίζεται ότι) βλέπει οράματα: επαγγελματίες ~ές (βλ. μέντιουμ, προφήτης). [< 2: μτγν. ὁραματιστής] | |
| 36772 | οράριο | [ὀράριο] ο-ρά-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. στενόμακρο άμφιο διακόνου που φοριέται στον αριστερό ώμο. [< μτγν. ὀράριον < λατ. orarium ‘μαντιλάκι’] | |
| 36773 | όραση | [ὅραση] ό-ρα-ση ουσ. (θηλ.) 1. μία από τις πέντε βασικές αισθήσεις με την οποία τα αντικείμενα του εξωτερικού περιβάλλοντος γίνονται αντιληπτά μέσω του φωτός που εκπέμπουν ή ανακλούν και το οποίο ενεργοποιεί τον αμφιβληστροειδή χιτώνα: (ΙΑΤΡ.) έγχρωμη/κεντρική/νυχτερινή/πανοραμική/περιφερική/στερεοσκοπική/υπέρυθρη ~. Αδύνατη/ελαττωματική/θαμπή/θολή/κοντινή/μακρινή/μειωμένη/μερική/οξεία/περιορισμένη/τυφλή/φυσιολογική/χαμηλή ~. Απώλεια/βοηθήματα/διαταραχές/έλλειψη/επιδείνωση/παθήσεις (πβ. αμετρωπία)/προβλήματα ~ης. Γωνία/πεδίο ~ης. Γυαλιά/φακοί ~ης. Βελτίωση της ~ης και της οπτικής οξύτητας. Το μάτι είναι το όργανο της ~ης.|| (μτφ.) Η πνευματική ~ του νου (βλ. ενόραση).|| (στον πληθ.-κυρ. σε θρησκευτικά κείμενα:) Οράσεις (: οράματα) και αποκαλύψεις. ΑΝΤ. τυφλότητα 2. ΠΛΗΡΟΦ. κλάδος της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής που ασχολείται με την υπολογιστική επεξεργασία εικόνων του φυσικού κόσμου: μηχανική/ψηφιακή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: διπλή όραση: ΙΑΤΡ. διπλωπία., υπολογιστική όραση: ΠΛΗΡΟΦ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη δημιουργία μηχανών οι οποίες μπορούν να επεξεργάζονται πραγματικές εικόνες και να ανακτούν τις απαραίτητες πληροφορίες για την επίλυση ενός προβλήματος. Βλ. τεχνητή νοημοσύνη. [< αγγλ. computer vision] , διόφθαλμη όραση βλ. διόφθαλμος [< 1: αρχ. ὅρασις, γαλλ. vue, vision] | |
| 36774 | ορατόριο | [ὀρατόριο] ο-ρα-τό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ορατορί-ου}: ΜΟΥΣ. σύνθεση για ορχήστρα, χορωδία και σολίστ με θρησκευτικό περιεχόμενο, δραματικού συνήθ. χαρακτήρα, και χωρίς σκηνική δράση: λαϊκό ~. Βλ. καντάτα. [< ιταλ. oratorio < λατ. oratorium ‘τόπος προσευχής’] | |
| 36775 | ορατός | , ή, ό [ὁρατός] ο-ρα-τός επίθ.: που μπορεί να γίνει αντιληπτός με τα μάτια, θεατός· κατ' επέκτ. φανερός, εμφανής: ~ός: κόσμος (: φυσικός, υλικός). ~ή: γραμμή/έκλειψη Σελήνης/ζημιά/πραγματικότητα. ~ό: αντικείμενο/πεδίο/σημείο/Σύμπαν. Η ~ή πλευρά της Σελήνης. Ο αστερισμός/δορυφόρος/κομήτης είναι ~ διά γυμνού οφθαλμού.|| (ΦΥΣ.) ~ό: φάσμα (ακτινοβολίας)/φως (: που προκαλεί οπτικό ερέθισμα).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ά: λείψανα (αρχαίου πολιτισμού).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: χρήστης.|| (μτφ.) ~ή: απειλή/πρόοδος. ~ές: αλλαγές/διαφορές/συνέπειες. ~ά: σημάδια/φαινόμενα. Είναι ~ ο κίνδυνος εξάπλωσης της νόσου. Δεν διαφαίνεται κάποια ~ή λύση στο πρόβλημα. Η κατάσταση προβλέπεται να βελτιωθεί στο ~ό μέλλον. Θεραπεία με ~ά αποτελέσματα. ΑΝΤ. αθέατος, αόρατος ● επίρρ.: ορατά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. ὁρατός ‘αντιληπτός με την όραση’] | |
| 36776 | ορατότητα | [ὁρατότητα] ο-ρα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) η δυνατότητα να βλέπει κάποιος από το σημείο στο οποίο βρίσκεται προς διάφορες κατευθύνσεις: άριστη/αυξημένη/ελάχιστη/εξαιρετική/κακή/καλή/μειωμένη/μηδενική/μικρή/υψηλή/χαμηλή ~. ~ στο νερό/στο σκοτάδι/τη νύχτα. (για αεροπλάνο:) Οριζόντια ~. ~ διαδρόμου. (για αυτοκίνητο:) Εμπρόσθια/οπίσθια/πανοραμική/περιμετρική/περιφερειακή/σφαιρική ~. Εμβέλεια/πακέτο ~ας. Έλλειψη ~ας σε κλειστές στροφές. Πεδίο ~ας του οδηγού.|| (ΜΕΤΕΩΡ., ως μέτρο διαύγειας της ατμόσφαιρας:) Πυκνή ομίχλη και περιορισμένη ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Οθόνη μεγάλης ~ας.|| (ΜΗΧΑΝ.) Μήκη ~ας στον σχηματισμό οδών. Βλ. -ότητα. 2. (σπανιότ.-μτφ.) ορίζοντας, προοπτική: επενδυτική/πολιτική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ορατότης/ορατότητα μηδέν 1. (μτφ.) για να δηλωθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα εξεύρεσης λύσης ή εξόδου από αδιέξοδη κατάσταση: ~ ~ στο πολιτικό σκηνικό. 2. για πολύ περιορισμένη δυνατότητα οπτικής αντίληψης εξαιτίας άσχημων καιρικών συνθηκών: επικίνδυνο σημείο στην εθνική με ~ ~. [< μεσν. ορατότης 'όραση', γαλλ. visibilité] | |
| 36777 | ορβουάρ | βλ. ορεβουάρ | |
| 36778 | οργανέτο | [ὀργανέτο] ορ-γα-νέ-το ουσ. (ουδ.) 1. ΜΟΥΣ. λατέρνα. 2. ΜΟΥΣ. φορητό πνευστό όργανο με πλήκτρα που συγγενεύει με το εκκλησιαστικό όργανο. 3. (μτφ.) πρόσωπο που είναι πειθήνιο όργανο τρίτων. [< ιταλ. organetto] | |
| 36779 | οργανίδιο | [ὀργανίδιο] ορ-γα-νί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. δομή που επιτελεί συγκεκριμένη λειτουργία στο κυτταρόπλασμα ενός ευκαρυωτικού κυττάρου: κυλινδρικά/μεμβρανικά ~α. ~α παραγωγής ενέργειας (= μιτοχόνδρια). Βλ. -ίδιο, κεντρόσωμα, κυστίδιο, ριβόσωμα. [< γαλλ. organite, αγγλ. organelle, 1915] | |
| 36780 | οργανικός | , ή, ό [ὀργανικός] ορ-γα-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον ανθρώπινο οργανισμό και τα όργανα του σώματος: ~ό: σύνδρομο/υγρό. ~ές: διαταραχές/παθήσεις. ~ά: αίτια/προβλήματα/συμπτώματα/συστήματα (π.χ. ανοσοποιητικό, κυκλοφορικό). Ψυχολογικοί και ~οί παράγοντες. Πβ. φυσιολογικός. Βλ. πολυ~. 2. (μτφ.) που αποτελεί βασικό και αναπόσπαστο στοιχείο μιας δομής, ενός συνόλου, θεμελιώδης: Ο άνθρωπος είναι ~ό μέρος της κοινωνίας. Η βιωματική μάθηση παίζει ~ό ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία. 3. ΧΗΜ. που περιέχει άνθρακα ή σχετίζεται με τις οργανικές ενώσεις: ~ό: άζωτο. ~οί: διαλύτες. ~ές: αντιδράσεις/βάσεις/ρίζες. ~ά: άλατα/μέταλλα/μόρια/οξέα/πολυμερή/υπεροξείδια. ΑΝΤ. ανόργανος (1) 4. ΟΙΚΟΛ. που είναι φυτικής ή ζωικής προέλευσης· ειδικότ. που μπορεί να υποστεί βιοαποικοδόμηση, για να μετατραπεί σε κομπόστ ή σε καύσιμο, χωρίς να επιβαρύνει το περιβάλλον: ~ή: ύλη. ~ό: λίπασμα. ~ά: απόβλητα/ιζήματα/υλικά. ΑΝΤ. ανόργανος (3) 5. ΟΙΚΟΛ. (κατ΄επέκτ.) που παράγεται χωρίς τη χρήση χημικών, φυτοφαρμάκων, λιπασμάτων ή άλλων βλαβερών ουσιών· κατ' επέκτ. φιλικός προς το περιβάλλον: ~ό: βαμβάκι/ελαιόλαδο/τσάι. ~ά: λαχανικά/φρούτα.|| ~ά: καλλυντικά. Πβ. βιολογ-, οικολογ-ικός. Βλ. φυσικός.|| ~ή: αρχιτεκτονική (: που στοχεύει στην αρμονία φυσικού κόσμου και κτιρίων)/κηπουρική. 6. που σχετίζεται άμεσα με τις λειτουργίες επιχείρησης, οργανισμού και σπανιότ. κυβέρνησης: (ΟΙΚΟΝ.) ~ό: έλλειμμα. ~ά: αποτελέσματα/έξοδα/έσοδα/κέρδη (: προτού φορολογηθούν).|| ~ή: μονάδα (Υπουργείου). ~ές: διατάξεις (υπηρεσίας). ΑΝΤ. ανόργανος (4) 7. ΜΟΥΣ. που γίνεται με τη συνοδεία μουσικών οργάνων: ~ός: σκοπός. ~ή: απόδοση (τραγουδιού). ~ές: εκτελέσεις.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. κομμάτια, σε αντιδιαστολή με τα φωνητικά) του άλμπουμ. ΣΥΝ. ινστρουμένταλ, ορχηστρικός ● επίρρ.: οργανικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: έμμονοι/ανθεκτικοί οργανικοί ρύποι: ΟΙΚΟΛ. τοξικές ουσίες οι οποίες ανθίστανται στη διάσπαση, βιοσυσσωρεύονται, μεταφέρονται μέσω του αέρα, του νερού και των μεταναστευτικών ειδών και αποτίθενται μακριά από τον τόπο έκλυσής τους., οργανικές ενώσεις: ΧΗΜ. οι ενώσεις του άνθρακα με ένα ή περισσότερα χημικά στοιχεία: πτητικές/συνθετικές ~ ~. Βλ. αμινοξέα, λιπίδια, υδρογονάνθρακας., οργανική θέση & (προφ.) οργανική: διορισμός σε μόνιμη θέση, για να καλυφθούν πάγιες ανάγκες υπηρεσίας: κενή ~ ~. ~ ~ του κλάδου ...|| (ειδικότ. για εκπαιδευτικό) Πήρε ~ ~. Οριστική τοποθέτηση σε ~ ~. Μόρια ~ής ~ης. Κάλυψη ~ών ~εων., οργανικός διανοούμενος: στοχαστής τάξης ή κινήματος που αποτελεί τον διαμορφωτή των αρχών της/του και τον κύριο καθοδηγητή: οι ~οί ~οι του εκσυγχρονισμού/της εργατικής τάξης. Πβ. πνευματικός ηγέτης., βιολογικά προϊόντα βλ. προϊόν, βιολογική/οικολογική/οργανική γεωργία/καλλιέργεια βλ. γεωργία, οργανικά αναλφάβητος βλ. αναλφάβητος, οργανική χημεία βλ. χημεία, οργανικός αναλφαβητισμός βλ. αναλφαβητισμός, οργανικός/θεσμικός νόμος βλ. νόμος, πτητική οργανική ένωση βλ. πτητικός [< 1: αρχ. ὀργανικός 2-6: γαλλ. organique, αγγλ. organic 7: αγγλ.-γαλλ. instrumental] | |
| 36781 | οργανικότητα | [ὀργανικότητα] ορ-γα-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.-στην εκπαίδευση) ύπαρξη οργανικών θέσεων: ~ σχολείου. 2. (λόγ.) λογική αλληλουχία στοιχείων συνόλου, συνοχή: ~ δομής/κειμένου/λογοτεχνικού έργου. Βλ. -ότητα. | |
| 36782 | οργανισμός | [ὀργανισμός] ορ-γα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ. κάθε μορφή ζωής που αποτελείται από αλληλοεξαρτώμενα δομικά στοιχεία τα οποία επιτελούν διαφορετικές λειτουργίες: ζωικοί (= ζώα)/παρασιτικοί/φυτικοί (= φυτά) ~οί. Θαλάσσιοι/υδρόβιοι ~οί. Μονοκύτταροι/πολυκύτταροι ~οί. Ευκαρυωτικοί/προκαρυωτικοί ~οί. Εξέλιξη/μελέτη/ποικιλία των ~ών. Βλ. μικρο~, ον.|| Γενετικά τροποποιημένοι ~οί (ακρ. ΓΤΟ). Βλ. -ισμός. 2. το σύνολο των οργανικών συστημάτων του ανθρώπινου σώματος: άμυνα/ανοσία/αντοχή/αποτοξίνωση/ενδυνάμωση/επιβάρυνση/ευπάθεια/θωράκιση/προστασία του ~ού. Οι ανάγκες του ~ού σε θρεπτικές ουσίες. Ιχνοστοιχείο απαραίτητο για τον ~ό. Το στρες είναι επιβλαβές για τον ~ό.|| (κατ' επέκτ.) Έχει γερό ~ό (πβ. κράση). 3. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ο) δομημένη οργάνωση που ακολουθεί ορισμένες διαδικασίες για την επίτευξη συγκεκριμένων σκοπών: δημοτικός/διεθνής/εθνικός/(ημι)κρατικός/κυβερνητικός/παγκόσμιος/περιφερειακός ~. Ανεξάρτητος/ανθρωπιστικός/εθελοντικός/κοινωφελής/μη κερδοσκοπικός ~. Αθλητικός/αναπτυξιακός/δημοσιογραφικός/εκδοτικός/εκπαιδευτικός/επενδυτικός/επιστημονικός/καλλιτεχνικός/(χρηματο)οικονομικός/πολιτικός/πολιτιστικός/τηλεπικοινωνιακός/τουριστικός/τραπεζικός ~. Δράση/έδρα/επωνυμία/έργο/καταστατικό/κλιμάκιο/μέλη/παροχές/υπηρεσίες ~ού. ~ δημοσίου/ιδιωτικού δικαίου. ~ αξιολόγησης/τυποποίησης/χρηματοδότησης.|| (ειδικότ.) ~ Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ακρ. ΟΤΑ). ~ Σιδηροδρόμων Ελλάδας (ακρ. ΟΣΕ). 4. (μτφ.) κάθε σύστημα ή σύνολο που θεωρείται ανάλογο σε δομή και λειτουργία με ζωντανό οργανισμό: το σχολείο ως κοινωνικός ~.|| (ΟΙΚΟΔ.) Φέρων ~ κτιρίου (: σκελετός). ● ΣΥΜΠΛ.: Εθνικός Οργανισμός Εργασίας (ΕΟΕ): ΝΠΔΔ που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και προέκυψε από τη συγχώνευση του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού, του Οργανισμού Εργατικής Εστίας και του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας., ασφαλιστικός οργανισμός βλ. ασφαλιστικός, Οργανισμός Δικαστηρίων βλ. δικαστήριο, Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ)/Ηνωμένα Έθνη (ΗΕ) βλ. ηνωμένος ● ΦΡ.: τα θέλει/τα τραβάει/τα σηκώνει ο οργανισμός του (προφ.): για κάποιον που προκαλεί ή ανέχεται μια δυσάρεστη συμπεριφορά, με αποτέλεσμα να δίνει την εντύπωση ότι του αρέσει: ~ ~ το δούλεμα. ΣΥΝ. τα θέλει/τον τρώει ο κώλος/πισινός/κωλαράκος του [< πβ. μτγν. ὀργανισμός ‘συσκευή’ 1,2: γαλλ. organisme 3: γαλλ. organisme, organisation, αγγλ. organism] | |
| 36783 | οργανίστας | [ὀργανίστας] ορ-γα-νί-στας ουσ. (αρσ.) ΜΟΥΣ. 1. μουσικός που παίζει εκκλησιαστικό όργανο. 2. βασικός εκτελεστής οργάνου σε μουσικό σύνολο. Βλ. -ίστας. [< ιταλ. organista, γαλλ. organiste] | |
| 36784 | όργανο | [ὄργανο] όρ-γα-νο ουσ. (ουδ.) {οργάν-ου | -ων} 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. συνδυασμός ιστών που επιτελούν συγκεκριμένη λειτουργία: ζωτικό ~. ~ του ανθρώπου/ζώου/φυτού. Τα κύτταρα του ~ου. Τα ~α του αναπνευστικού συστήματος (π.χ. πνεύμονες). 2. ΜΟΥΣ. κάθε μηχανική διάταξη που παράγει μουσική, μουσικό ήχο: λαϊκό/παραδοσιακό ~. Σολιστικό/συνοδευτικό ~. Έγχορδα/κρουστά/πνευστά ~α. Αναγεννησιακά/αρχαιοελληνικά/μεσαιωνικά ~α. Τα ~α της ορχήστρας. Σολίστ του ~ου. Με συνοδεία ~ων. 3. εργαλείο, εξάρτημα ή συσκευή που χρησιμοποιείται κυρ. στην επιστήμη ή την τεχνολογία για την εκτέλεση λειτουργίας· γενικότ. μέσο: αναλυτικό/αξιόπιστο/ευαίσθητο/πολύπλοκο/φορητό ~. Αναλογικό/ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. Ανιχνευτικά/αστρονομικά/γεωμετρικά/ιατρικά/μετεωρολογικά/μετρητικά/ναυτιλιακά/οπτικά/τοπογραφικά ~α. ~ (κατα)γραφής/ελέγχου/παρατήρησης. ~α ακριβείας. Τα ~α του εργαστηρίου/χημείου. Τα ~α του αυτοκινήτου.|| (ΓΥΜΝ.) ~α αεροβικής/προπόνησης (π.χ. κοιλιακών).|| Μαχαίρι που έγινε φονικό ~.|| (μτφ.) Η γλώσσα ως ~ επικοινωνίας. Γλωσσικό ~. 4. επίσημα συγκροτημένη ομάδα ατόμων ή Αρχή που έχει επιφορτιστεί με συγκεκριμένες αρμοδιότητες: διεθνές/κοινοτικό/κρατικό/κυβερνητικό/περιφερειακό ~. Αιρετά/γνωμοδοτικά/διακλαδικά/διαχειριστικά/δικαιοδοτικά/διοικητικά/ελεγκτικά/επιτελικά/εποπτικά/θεσμικά/καθοδηγητικά/πανεπιστημιακά/πειθαρχικά/συλλογικά ~α. ~ εκπροσώπησης (εργαζομένων). Το ανώτατο ~ του κόμματος. Συνεδρίαση τοπικού συντονιστικού ~ου. Τα ~α της ένωσης/του οργανισμού/του συνδέσμου. Εντεταλμένα ~α της Πολιτείας.|| Μονομελές ~. 5. (μτφ.-μειωτ.) για πρόσωπο ή πράγμα που χρησιμοποιείται ως μέσο προώθησης αθέμιτου, ιδιοτελούς σκοπού: άβουλο/πιστό/τυφλό ~. Την έχει κάνει πειθήνιο ~ό του. Πβ. μαριονέτα, πιόνι, υποχείριο.|| Το έντυπο αποτέλεσε ~ προπαγάνδας. 6. (ευφημ.) πέος ή αιδοίο: ανδρικό/γυναικείο ~. ● Υποκ.: οργανάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: δωρεά οργάνων (σώματος): ΙΑΤΡ. εθελοντική προσφορά οργάνων για μεταμόσχευση είτε από ζώντες δότες είτε από πτωματικούς (οι οποίοι είχαν υπογράψει εν ζωή σχετική δήλωση δωρεάς): ~ ~ και ιστών. [< γαλλ. don d'organe] , εκκλησιαστικό όργανο: ΜΟΥΣ. όργανο με πλήκτρα εφοδιασμένο με ειδικούς αυλούς, καθένας από τους οποίους παράγει διαφορετικό ήχο μέσω του αέρα που διοχετεύεται σε αυτούς από φυσητήρες. Βλ. ύδραυλις., εμπόριο/εμπορία οργάνων & λαθρεμπόριο οργάνων: παράνομη αγοραπωλησία ανθρώπινων οργάνων με σκοπό τη μεταμόσχευσή τους. [< αγγλ. (human) organ trafficking] , μηχανικά (μουσικά) όργανα: ΜΟΥΣ. που παράγουν μουσική μηχανικά, χωρίς δηλ. εκτελεστή (π.χ. λατέρνα)., όργανο της τάξης/τάξεως: αστυνομικός., πολιτειακά όργανα: ΠΟΛΙΤ. μέσω των οποίων ασκούνται οι λειτουργίες της Πολιτείας (Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Βουλή, Κυβέρνηση, Δικαστήρια, Διοίκηση, Τοπική Αυτοδιοίκηση)., αισθητήριο (όργανο) βλ. αισθητήριος, αστυνομικά όργανα βλ. αστυνομικός, γεννητικά/αναπαραγωγικά όργανα βλ. γεννητικός, δωρητής οργάνων (σώματος) βλ. δωρητής, εκτελεστικό όργανο βλ. εκτελεστικός, ευγενή όργανα βλ. ευγενής, κωπηλατικό (μηχάνημα/όργανο) βλ. κωπηλατικός, μίσθαρνο όργανο βλ. μίσθαρνος, πειθήνιο όργανο βλ. πειθήνιος, ψυχικό όργανο βλ. ψυχικός ● ΦΡ.: άρχισαν τα όργανα (μτφ.-ειρων.): ξεκίνησε κάτι που αναμένεται συνήθ. να εξελιχθεί αρνητικά: ~ ~ με απεργιακές κινητοποιήσεις., εν χορδαίς και οργάνοις βλ. χορδή [< 1,3,6: αρχ. ὄργανον 2: ιταλ. organo 4,5: γαλλ. organe] | |
| 36785 | οργανογένεση | [ὀργανογένεση] ορ-γα-νο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. γένεση και σταδιακή ανάπτυξη των οργάνων ενός ζωντανού οργανισμού: ~ του εμβρύου. ~ του ήπατος/νεφρού. Βλ. -γένεση, μορφογένεση. [< αγγλ. organogenesis, γαλλ. organogenèse, 1904] | |
| 36786 | οργανόγραμμα | [ὀργανόγραμμα] ορ-γα-νό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): γραφική απεικόνιση της οργανωτικής δομής και της ιεραρχίας επιχείρησης ή άλλου οργανισμού: διοικητικό/λειτουργικό ~. ~ γραφείου/δήμου/Διεύθυνσης/επιτροπής/κέντρου/νοσοκομείου/ομίλου/πανεπιστημίου/τράπεζας/υπηρεσίας/υπουργείου. [< γαλλ. organigramme, 1947, αγγλ. organogram, 1962] | |
| 36787 | οργανοθεραπεία | [ὀργανοθεραπεία] ορ-γα-νο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος που βασίζεται στη χορήγηση ουσιών που λαμβάνονται από αδένες ζώων (π.χ. πάγκρεας). Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. organotherapy, γαλλ. organothérapie] | |
| 36788 | οργανοληπτικός | , ή, ό [ὀργανοληπτικός] ορ-γα-νο-λη-πτι-κός επίθ.: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που γίνεται αντιληπτός από ή επηρεάζει τα αισθητήρια όργανα: ~ός: έλεγχος (προϊόντων/τροφίμων). ~ή: ανάλυση/αξιολόγηση/δοκιμή/εκτίμηση/εξέταση (π.χ. του οίνου, βλ. οινογνωσία)/ποιότητα. ~ές: αλλοιώσεις/ιδιότητες. ~ά: χαρακτηριστικά (π.χ. ελαιόλαδου). [< γαλλ. οrganoleptique] | |
| 36789 | οργανολογία | [ὀργανολογία] ορ-γα-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. μελέτη των μουσικών οργάνων. 2. μελέτη και κατασκευή οργάνων διαφόρων κλάδων, κυρ. για επιστημονική ή βιομηχανική χρήση: βιοϊατρική/ηλεκτρονική/ιατρική/χημική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. organologie, αγγλ. organology] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ