Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37440-37460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36790οργανολογικός, ή, ό [ὀργανολογικός] ορ-γα-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με την οργανολογία: ~ή: εξέλιξη/έρευνα/παράδοση. ~οί: τύποι. [< γαλλ. organologique, αγγλ. organological]
36791οργανομεταλλικός, ή, ό [ὀργανομεταλλικός] ορ-γα-νο-με-ταλ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για χημική ένωση) που περιέχει δεσμούς ενός ή περισσότερων ατόμων άνθρακα με ένα ή περισσότερα άτομα μετάλλων. [< αγγλ. organometallic, γαλλ. organométallique]
36792οργανοπαίκτης[ὀργανοπαίκτης] ορ-γα-νο-παί-κτης ουσ. (αρσ.) & οργανοπαίχτης: πρόσωπο που παίζει, κυρ. επαγγελματικά, παραδοσιακό μουσικό όργανο: λαϊκός/πλανόδιος ~. Βλ. μουζικάντης. [< γαλλ. instrumentiste]
36793οργανοποιείο[ὀργανοποιεῖο] ορ-γα-νο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): εργαστήριο κατασκευής, επισκευής και πώλησης συνήθ. παραδοσιακών μουσικών οργάνων. Βλ. -ποιείο.
36794οργανοποιία[ὀργανοποιία] ορ-γα-νο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η κατασκευή κυρ. παραδοσιακών μουσικών οργάνων· συνεκδ. ο αντίστοιχος κλάδος. Βλ. -ποιία. [< μτγν. ὀργανοποιία ‘κατασκευή οργάνων’]
36795οργανοποιός[ὀργανοποιός] ορ-γα-νο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κατασκευαστής κυρ. παραδοσιακών μουσικών οργάνων. Βλ. -ποιός. [< μτγν. ὀργανοποιός ‘κατασκευαστής εργαλείων ή μηχανών’]
36796οργανοφωσφορικός, ή, ό [ὀργανοφωσφορικός] ορ-γα-νο-φω-σφο-ρι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για δηλητηριώδη ουσία) που περιέχει φώσφορο και καταπολεμά παρασιτικούς οργανισμούς: ~ή: ένωση. ~ό: εντομοκτόνο. ~οί: εστέρες. ~ά: φυτοφάρμακα. Βλ. τοξικός. [< αγγλ. organophosphorous, 1950, γαλλ. organophosphoré, 1955]
36797οργάντζα[ὀργάντζα] ορ-γά-ντζα ουσ. (θηλ.): οργαντίνα: μεταξωτή ~. [< ιταλ. organza]
36798οργαντίνα[ὀργαντίνα] ορ-γα-ντί-να ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) οργκαντίνα: διαφανές ελαφρύ ύφασμα, συνήθ. από βαμβάκι ή μετάξι: φόρεμα/φούστα από ~. Βλ. μουσελίνα. [< ιταλ. organtina]
36799οργανωμένος, η, ο [ὀργανωμένος] ορ-γα-νω-μέ-νος επίθ. 1. που διαθέτει δομή και οργάνωση: ~η: αγορά/επιχείρηση/έρευνα/θρησκεία (βλ. επίσημη)/κοινωνία/μάθηση/μονάδα. ~ο: δίκτυο/εργαστήριο/κίνημα/κόμμα/κράτος. ~οι: σύνδεσμοι/φορείς. ~ες: υπηρεσίες. Δεδομένα ~α σε θεματικές ενότητες. Πβ. διαρθρωμένος, συγκροτημένος.|| ~η: παραλία (: με ομπρέλες, ξαπλώστρες, δραστηριότητες θαλάσσιων σπορ). ~ο: θέρετρο/κάμπινγκ. ΑΝΤ. ανοργάνωτος (1) 2. που γίνεται βάσει σχεδίου και προγράμματος και διέπεται από ορισμένες αρχές ή είναι προμελετημένος: ~η: άμυνα/διαδήλωση/δράση/επίθεση/έρευνα/ξενάγηση. ~ο: ταξίδι/σχέδιο. ~ες: δραστηριότητες/ενέργειες. ~α: πακέτα (εκδρομών). Πβ. συντονισμένος.|| (για παράνομη δραστηριότητα:) ~η: απάτη/δολοφονία/επίθεση/ληστεία. ~ο: κύκλωμα (π.χ. κλοπής αυτοκινήτων). 3. (για πρόσ.) μεθοδικός, συστηματικός: Είναι καλά ~οι και προετοιμασμένοι για κάθε ενδεχόμενο. Δεν είναι καθόλου ~ και τακτικός. 4. (για πρόσ.) ενταγμένος σε (πολιτική ή άλλη) ομάδα: ~οι: γονείς (: μέλη συλλόγου γονέων και κηδεμόνων)/οπαδοί. Νεολαία πολιτικά ~η (ΑΝΤ. ανένταχτος). Εργαζόμενοι ~οι σε σωματεία.|| (ως ουσ.) Οι ~οι στηρίζουν την ομάδα (ενν. φίλαθλοι). ΑΝΤ. ανοργάνωτος (2) ● επίρρ.: οργανωμένα ● ΣΥΜΠΛ.: οργανωμένα συμφέροντα & ομάδες πίεσης/συμφερόντων (αρνητ. συνυποδ.): φυσικά ή/και νομικά πρόσωπα τα οποία χρησιμοποιούν συνήθ. έμμεσα την οικονομική ή κοινωνική δύναμή τους, προκειμένου να επηρεάσουν προς το συμφέρον τους την κρατική πολιτική. Βλ. διαπλεκόμενα (συμφέροντα), λόμπι, συντεχνία., οργανωμένο έγκλημα βλ. έγκλημα
36800οργανώνω[ὀργανώνω] ορ-γα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {οργάνω-σα, οργανώ-θηκα, -μένος, οργανών-οντας} 1. διοργανώνω: ~ αποστολή βοήθειας προς .../βραδιά αφιερωμένη σε .../διαγωνισμό/διάλεξη/εκδρομή/έκθεση/εκστρατεία/επίσκεψη/ομιλία/πάρτι/σεμινάριο/συγκέντρωση/συζήτηση/συναυλία/φεστιβάλ/χάπενινγκ. Τα συνδικάτα ~σαν και συντόνισαν την απεργία/τη διαδήλωση/τις κινητοποιήσεις. Η εκδήλωση ~εται υπό την αιγίδα/με ευθύνη/με πρωτοβουλία/με την υποστήριξη του ... Η ημερίδα ~θηκε στα πλαίσια του προγράμματος ... 2. συνδέω ή ταξινομώ στοιχεία ενός συνόλου, ώστε αυτό να λειτουργεί με βάση συγκεκριμένες αρχές ή μεθόδους· βάζω σε τάξη: ~ επιχείρηση/τμήμα/τομέα/υπηρεσία. ~ τις δραστηριότητές μου/το σπίτι/τον (ελεύθερο) χρόνο/τον χώρο μου. ~ άμυνα/(αντ)επίθεση. Η διδακτέα ύλη ~εται σε μια σειρά από ενότητες. Το βιβλίο ~εται σε ... μέρη. Οι μαθητές ~θηκαν κατά/σε ομάδες εργασίας. Τα δεδομένα/οι πληροφορίες ~θηκαν σε κατηγορίες (= κατηγοριοποιήθηκαν, ομαδοποιήθηκαν). (ΠΛΗΡΟΦ.) Ο επεξεργαστής ~ει και εκτελεί τις εντολές του χρήστη. Πβ. συστηματοποιώ. ΑΝΤ. αποδιοργανώνω ● Παθ.: οργανώνομαι 1. προετοιμάζω τον τρόπο δράσης μου, προγραμματίζω και συντονίζω τις ενέργειές μου: Πρέπει να ~θώ και να αρχίσω το διάβασμα. 2. γίνομαι μέλος οργάνωσης ή γενικότ. ομάδας: ~ σε κόμμα/σύλλογο. Τα σωματεία ~θηκαν σε ομοσπονδία. Οι εργαζόμενοι ~θηκαν συνδικαλιστικά. [< μεσν. οργανώνω < μτγν. ὀργανῶ 'εφοδιάζω κάτι με τα αναγκαία μέσα και όργανα', γαλλ. organiser, αγγλ. organize]
36801οργάνωση[ὀργάνωση] ορ-γά-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (συχνά με κεφαλ. Ο) ομάδα ατόμων με ιεραρχική δομή και επίσημο χαρακτήρα η οποία έχει συσταθεί για την προώθηση κοινών στόχων από τα μέλη της: δημοτική/διεθνής/παγκόσμια/τοπική ~. Αγροτική/αθλητική/ακτιβιστική/αντιρατσιστική/εργατική/θρησκευτική/κομματική/μυστικ(ιστι)κή/οικολογική/πολιτι(στι)κή/συνδικαλιστική/συνεταιριστική/φιλοζωική/φοιτητική ~. Απελευθερωτική/αυτονομιστική/εξτρεμιστική/επαναστατική ~. ~ νέων (= νεολαία). Δράση/ηγεσία ~ης. ~ώσεις εμπόρων/καταναλωτών/μεταναστών/παραγωγών. Ομοσπονδία ~ώσεων. Βλ. οργανισμός, σύλλογος, συνδικάτο, σωματείο, αυτο~. 2. συστηματοποίηση διαφορετικών στοιχείων με βάση συγκεκριμένες μεθόδους και αρχές, ώστε να αποτελέσουν ενιαίο και λειτουργικό σύνολο: βιομηχανική/γενική/διοικητική/κοινωνική/οικονομική ~. ~ και στελέχωση γραμματείας/εταιρείας/ιδρύματος/σχολής/τμήματος/τράπεζας/υπηρεσίας. Κοινή ~ αγορών στον τομέα ... Βλ. αναδι~, αυτο~.|| ~ δικτυακού τόπου/εργασίας/εργοταξίου/έρευνας/περιεχομένου/σπιτιού/υλικού/χρόνου. Ηλεκτρονική ~ γραφείου. Σχεδίαση και ~ χώρου. ~ και διαχείριση έργων/προγραμμάτων. ~ και καταμερισμός αρμοδιοτήτων. Στρατηγική ~ης της παραγωγικής διαδικασίας. Βλ. μηχαν~.|| (για πρόσ.) Δεν έχει καθόλου ~ (= είναι ανοργάνωτος). 3. διοργάνωση: ~ γάμων/δεξιώσεων/εκδρομών/εκθέσεων/πάρτι/συνεδρίων/ταξιδιών/τελετής. Ανέλαβε την ~ της εκδήλωσης. ● ΣΥΜΠΛ.: μη κυβερνητική οργάνωση & μη κυβερνητικός οργανισμός (ακρ. ΜΚΟ): μη κερδοσκοπικός φορέας ο οποίος δεν εξαρτάται από το κράτος, αλλά βασίζεται στην εθελοντική δράση και την πρωτοβουλία ιδιωτών, με στόχο κυρ. την προώθηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, την αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων, την προστασία του περιβάλλοντος. Βλ. ανθρωπιστικές οργανώσεις, Διεθνής Αμνηστία, Ερυθρός Σταυρός, κοινωνία των πολιτών. [< αγγλ. Non-Governmental Organization (NGO), 1967] , Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων & Διοίκηση Επιχειρήσεων: επιστήμη η οποία έχει ως αντικείμενο τη μελέτη οικονομικών και τεχνολογικών θεμάτων που αφορούν τη διοίκηση επιχειρήσεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα ή οι σχετικές σπουδές: Τμήμα ~ης και ~ης ~ (Οικονομικού Πανεπιστημίου). Βλ. μάρκετινγκ. ΣΥΝ. μάνατζμεντ [< αγγλ. Business Administration (ΒΑ)] , ανθρωπιστικές οργανώσεις βλ. ανθρωπιστικός, περιβαλλοντικές οργανώσεις βλ. περιβαλλοντικός, τρομοκρατική οργάνωση/ομάδα βλ. τρομοκρατικός [< 2: μτγν. ὀργάνωσις, αγγλ.-γαλλ. organisation]
36802οργανωσιακός, ή, ό [ὀργανωσιακός] ορ-γα-νω-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την οργάνωση, κυρ. φορέα: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: ανάπτυξη/δομή/κουλτούρα/συμπεριφορά/ψυχολογία. ~ό: περιβάλλον. ~ές: αλλαγές. Βλ. επιχειρησιακός. [< αγγλ. organizational, γαλλ. organisationnel, 1935]
36803οργανωτής, οργανώτρια[ὀργανωτής] ορ-γα-νω-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο ή φορέας που αναλαμβάνει να διοργανώσει κάτι: βασικός/επίσημος/κεντρικός ~. ~ διαγωνισμού/εκδήλωσης/εκδρομής/ημερίδας/προγράμματος/συνάντησης/συναυλίας/φεστιβάλ. (αρνητ. συνυποδ.) ~ της απαγωγής/συνωμοσίας (βλ. εγκέφαλος). Κύριος ~ της έκθεσης είναι η εταιρεία ... Σε ρόλο ~ή. Επαγγελματίες ~ές γάμων/συνεδρίων.|| (ως επίθ.) ~ής: δήμος/όμιλος. ~τρια: λέσχη. Η ~τρια Αρχή/πόλη των Ολυμπιακών Αγώνων. Πβ. δι~. [< γαλλ. organisateur]
36804οργανωτικός, ή, ό [ὀργανωτικός] ορ-γα-νω-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την οργάνωση: ~ός: εκσυγχρονισμός/μετασχηματισμός/σχεδιασμός/φορέας. ~ή: ανάπτυξη/γραμματεία/διάρθρωση/δομή/επιτροπή/πολιτική/συγκρότηση/υποδομή/ψυχολογία. ~ό: μοντέλο/πλαίσιο/συνέδριο/σχήμα. ~ές: ανάγκες. ~ά: μέτρα. Η ~ή ενότητα κόμματος. ~ές μονάδες δήμων. Βλ. αυτο~. 2. πρόσωπο που έχει την ικανότητα να οργανώνει κάτι: Είναι ιδιαίτερα ~ στη δουλειά του.|| ~ό: μυαλό/πνεύμα. ● επίρρ.: οργανωτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. organisateur]
36805οργανωτικότητα[ὀργανωτικότητα] ορ-γα-νω-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ικανότητα και διάθεση για οργάνωση. Βλ. μεθοδικότητα, -ότητα. [< αγγλ. organizability]
36806οργασμικός, ή, ό [ὀργασμικός] ορ-γα-σμι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον οργασμό: ~ή: ανικανότητα (= ανοργασμία)/απόλαυση/διαταραχή/δυσλειτουργία/εμπειρία/ικανοποίηση/κορύφωση (βλ. εκσπερμάτωση). ~οί: σπασμοί. Βλ. αν~. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ένταση, υπερδραστηριότητα: ~ή: μουσική. ● επίρρ.: οργασμικά [< γαλλ. orgasmique, αγγλ. orgasmic]
36807οργασμός[ὀργασμός] ορ-γα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. κορύφωση της σεξουαλικής απόλαυσης: ανδρικός/γυναικείος ~. Απουσία ~ού (πβ. ανοργασμία). Έρχομαι/φτάνω σε ~ό (πβ. χύνω). 2. (μτφ.) για καθετί που εκδηλώνεται με έντονο ρυθμό: αναπτυξιακός/εκδοτικός/επενδυτικός/μεταγραφικός (: σε αθλητική ομάδα)/οικοδομικός/πολιτιστικός ~. ~ δημιουργίας/δουλειάς/προετοιμασίας. Πβ. πυρετός.|| Την άνοιξη η φύση βρίσκεται σε ~ό. Πβ. υπερδραστηριότητα. [< 1: μτγν. ὀργασμός, γαλλ. orgasme, αγγλ. orgasm]
36808οργή[ὀργή] ορ-γή ουσ. (θηλ.): υπερβολικός θυμός που εκδηλώνεται συνήθ. με επιθετικότητα: γενικευμένη/κοινωνική/λαϊκή/μαζική/μεγάλη/παγκόσμια/συσσωρευμένη/τυφλή ~. Γεγονότα που προκαλούν ~ και θλίψη. Ξεχείλισε η ~ του. Μιλάει με ~ για ... Οι δηλώσεις του προξένησαν έκρηξη/κύμα ~ής και αγανάκτησης. Ξέσπασμα ~ής και οδύνης για την εν ψυχρώ δολοφονία του ... Διαδήλωση/συνθήματα ~ής. Εκτόνωση της ~ής. Πβ. τσαντίλα, φούρκα. ΣΥΝ. μήνη2 ● ΣΥΜΠΛ.: οδική οργή: ξαφνική εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς οδηγού οχήματος, που μπορεί να προκαλέσει δυστύχημα. [< αγγλ. road rage, 1988] ● ΦΡ.: (που) να πάρει η οργή! & στην οργή (προφ.): για να δηλωθεί ενόχληση, δυσφορία: Πάλι άργησα να ξυπνήσω ~ ~! ΣΥΝ. (που) να πάρει η ευχή!, άι στην οργή! (προφ.): για να δηλωθεί έντονη δυσαρέσκεια ή αγανάκτηση: ~ ~ κι εσύ!, δίνω τόπο στην οργή (προφ.): συγκρατώ τον θυμό μου: Και αν πει καμιά κουβέντα παραπάνω, δώσε ~!, οργή Θεού (μτφ.): για ακραία φαινόμενα, συνήθ. καιρικά ή φυσικά, που εκδηλώνονται με μεγάλη ένταση ή σφοδρότητα και προκαλούν εκτεταμένες καταστροφές· θεομηνία: ~ ~ μαστίζει/χτύπησε τη χώρα., φωνή λαού, οργή Θεού: η δίκαιη διαμαρτυρία του λαού μπορεί να αποδειχθεί καταλυτική. [< λατ. vox populi, vox Dei] [< αρχ. ὀργή]
36809όργητα[ὄργητα] όρ-γη-τα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): οργή. Βλ. -ητα. [< μεσν. όργητα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.