| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36810 | οργιά | [ὀργιά] ορ-γιά ουσ. (θηλ.) 1. μονάδα μήκους ισοδύναμη με δύο γιάρδες (περ. 1,83 μ.). 2. μέτρο μήκους ίσο με το άνοιγμα των χεριών στα πλάγια. [< 2: μτγν. ὀργυιά] | |
| 36811 | οργιάζω | [ὀργιάζω] ορ-γι-ά-ζω ρ. (αμτβ.) {οργία-σε, οργιάζ-οντας} 1. (μτφ.) δρω αυθαίρετα, ανεξέλεγκτα ή αποκτώ μεγάλες διαστάσεις: (αρνητ. συνυποδ.) ~ει η αισχροκέρδεια/ακρίβεια/διαφθορά/εγκληματικότητα/εκμετάλλευση/παρανομία. ~ουν οι κερδοσκόποι/κλέφτες/φοροφυγάδες (πβ. αλωνίζω).|| Η φαντασία της ~ει (πβ. καλπάζει). ~ουν τα δημοσιεύματα/τα σενάρια/οι φήμες γύρω από/περί ... 2. (μτφ.) εμφανίζομαι, εκδηλώνομαι με μεγάλη ένταση ή ξέφρενους ρυθμούς, βρίσκομαι σε έξαρση: Την άνοιξη η βλάστηση ~ει (πβ. θεριεύει, φουντώνει). Τα μέλη του συγκροτήματος ~σαν πάνω στη σκηνή. Χθες βράδυ ~σαμε (πβ. ξεφαντώνω). 3. κάνω όργια. [< αρχ. ὀργιάζω ‘κάνω οργιαστικές, μυστηριακές τελετές, τιμώ με λατρεία’] | |
| 36812 | οργιαστικός | , ή, ό [ὀργιαστικός] ορ-γι-α-στι-κός επίθ. ΣΥΝ. οργιώδης 1. (μτφ.) που οργιάζει: ~ή: ανάπτυξη/ατμόσφαιρα/μουσική/φαντασία. ~ό: γλέντι/ξεφάντωμα. Τραγούδι με ~ό φινάλε. Βλ. αχαλίνωτος.|| ~ή: βλάστηση (: άφθονη, πλούσια)/φύση. 2. ΑΡΧ. που σχετίζεται με τα όργια: ~ός: χορός. ~ή: γιορτή/λατρεία. ~ό: συμπόσιο. ~ές: τελετές. Βλ. διονυσιακός, εκστατικός. ● επίρρ.: οργιαστικά [< 1: γαλλ. orgiaque, αγγλ. orgiastic 2: αρχ. ὀργιαστικός] | |
| 36813 | οργίζω | [ὀργίζω] ορ-γί-ζω ρ. (μτβ.), οργίζομαι (αμτβ.) {όργι-σε, οργί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) σθεί, -σμένος, οργιζ-όμενος}: προκαλώ την οργή κάποιου, θυμώνω, εξοργίζω: Αυτό που με ~ει περισσότερο σε αυτόν είναι η στάση/συμπεριφορά/τακτική του. Τον ~σε αφάνταστα το γεγονός/η είδηση ότι ... Ο κόσμος ~εται. Αδικία που ~ει την κοινή γνώμη. ~σμένο: πλήθος (=εξοργισμένο). Πβ. εξαγριώνω.|| (που φανερώνει οργή:) ~σμένο: ύφος (: οργίλο). ~α: λόγια. [< αρχ. ὀργίζω] | |
| 36814 | οργίλος | , η, ο [ὀργίλος] ορ-γί-λος επίθ. (λόγ.) 1. που φανερώνει οργή: ~η: ανακοίνωση/αντίδραση/απάντηση (= οργισμένη)/δήλωση/επιστολή/παρέμβαση. ~ες: απειλές/φωνές. ~α: σχόλια. Με ~ο ύφος. 2. που οργίζεται εύκολα· οξύθυμος, ευέξαπτος. ● επίρρ.: οργίλως [< αρχ. ὀργίλος] | |
| 36815 | όργιο | [ὄργιo] όρ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {οργί-ου | -ων} 1. ξέφρενη σεξουαλική δραστηριότητα στην οποία συμμετέχουν πολλά άτομα: ολονύκτιο/ομαδικό/σαδομαζοχιστικό ~. Έκαναν ~α. Πβ. ακολασία. Βλ. παρτούζα. 2. (επιτατ.) για να δηλωθεί πολύ μεγάλη ένταση, υπερβολή, ακρότητα: (μειωτ.) ρουσφετολογικό ~. ~ αισχροκέρδειας/βίας/διαπλοκής/διαφθοράς/κερδοσκοπίας/λεηλασίας/νοθείας/παραπληροφόρησης/παρατυπιών.|| Γαστριμαργικό/καταναλωτικό/μουσικό ~. ~ χρωμάτων. Πβ. βομβαρδ-, καταιγ-ισμός. 3. (αργκό) για αλλοπρόσαλλο ή απρόβλεπτο πρόσωπο: Είσαι σκέτο ~! ● όργια (τα): ΑΡΧ. τελετουργική λατρεία θεού κατά την οποία οι συμμετέχοντες επιδίδονταν σε εκστατικό χορό: βακχικά/διονυσιακά/ιερά/ρωμαϊκά ~. [< 1: αρχ. ὄργια (πληθ.) 2: γαλλ. orgie, αγγλ. orgy] | |
| 36816 | οργιώδης | , ης, ες [ὀργιώδης] ορ-γι-ώ-δης επίθ. {οργιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): οργιαστικός: ~ης: βλάστηση (: με πολύ μεγάλη ανάπτυξη). Βλ. -ώδης. [< γαλλ. orgiaque] | |
| 36817 | οργκανάιζερ | [ὀργκανάιζερ] ορ-γκα-νά-ι-ζερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σημειωματάριο και ημερολόγιο ή ηλεκτρονική ατζέντα αποθήκευσης και οργάνωσης προσωπικών πληροφοριών: δερμάτινο ~. [< αγγλ. organizer, 1966, γαλλ. organizeur, 1994] | |
| 36818 | οργουελικός | , ή, ό [ὀργουελικός] ορ-γου-ε-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον συγγραφέα Τζορτζ Όργουελ και ιδ. με τα μελλοντολογικά έργα του, κύριος άξονας των οποίων είναι οι κίνδυνοι του ολοκληρωτισμού· κατ' επέκτ. κάθε φαινόμενο που θυμίζει αντίστοιχη κατάσταση: ~ός: εφιάλτης. ~ή: κοινωνία. ~ό: περιβάλλον/σενάριο/σκηνικό. ~ές: διαστάσεις. Το ~ό πρότυπο του "μεγάλου αδερφού". [< αγγλ. Orwellian, 1950, γαλλ. Orwellien, 1954] | |
| 36819 | όργωμα | [ὄργωμα] όρ-γω-μα ουσ. (ουδ.) {οργώμ-ατος | -ατα, -άτων}: ΓΕΩΡΓ. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του οργώνω: φθινοπωρινό ~. Βαθύ/ελαφρύ/επιφανειακό ~. Τα πρώτα ~ατα. ~ με τρακτέρ. (παλαιότ.) ~ με αλέτρι/ζώα.|| (ΛΑΟΓΡ.) Μιμητικό ~ και εικονική σπορά. ΣΥΝ. άροση ● ΦΡ.: Νοέμβρη οργώματα κι ελιές/από το θέρος ως τις ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές βλ. απολείπει [< μεσν. όργωμα] | |
| 36820 | οργώνω | [ὀργώνω] ορ-γώ-νω ρ. (μτβ.) {όργω-σα, οργώ-σω, -θηκε, -μένος, οργών-οντας} 1. σκάβω έκταση γης με αλέτρι ή τρακτέρ με σκοπό την καλλιέργεια: Ο γεωργός ~σε το χωράφι του. ~μένο: χώμα. Βλ. αλωνίζω, θερίζω, σπέρνω. 2. (μτφ.-επιτατ.) διασχίζω από άκρη σε άκρη: Η Αστυνομία ~σε την περιοχή για να βρει τον δράστη. (στο ποδόσφαιρο) Ο διεθνής χαφ ~σε το γήπεδο. Το συγκρότημα θα ~σει όλη τη χώρα, για να δώσει συναυλίες. Έχει ~σει τις θάλασσες με το σκάφος του. Πβ. διατρέχω. 3. (μτφ.-λογοτ.) δημιουργώ αυλακιές: ~μένο: πρόσωπο (: ρυτιδιασμένο). Πβ. αυλακώνω, χαρακώνω. [< μεσν. οργώνω] | |
| 36821 | ορδή | [ὀρδή] ορ-δή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: άτακτο στρατιωτικό σώμα με επιθετικές τάσεις· κατ' επέκτ. κάθε ανοργάνωτο, απείθαρχο ή μανιασμένο πλήθος: ~ αγρίων/βανδάλων/βαρβάρων/εισβολέων/κατακτητών/πολεμιστών. Επέλαση/επιδρομή/λεηλασία ~ών.|| ~ές εκδρομέων/θαυμαστών/φιλάθλων. ~ές παραθεριστών/τουριστών κατέκλυσαν την παραλία. Έσπευσαν κατά ~ές να προμηθευτούν εισιτήρια για τη συναυλία. Πβ. λεφούσι, μπουλούκι, στίφη.|| ~ κουνουπιών/ποντικιών/πουλιών (: σμήνος). [< γαλλ. horde] | |
| 36822 | ορεβουάρ | [ὀρεβουάρ] ο-ρε-βου-άρ επιφών. & ορβουάρ (παλαιότ.): εις το επανιδείν, αντίο. [< γαλλ. au revoir] | |
| 36823 | ορέγομαι | [ὀρέγομαι] ο-ρέ-γο-μαι ρ. (μτβ.) {ορέχτηκα} (λόγ.): επιθυμώ έντονα, λαχταρώ: ~εται εξουσία/πλούτη. Πβ. λιμπίζομαι, ποθώ. [< αρχ. ὀρέγομαι] | |
| 36824 | ορειβασία | [ὀρειβασία] ο-ρει-βα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. αναρρίχηση σε ορεινούς όγκους· συνεκδ. το αντίστοιχο άθλημα: εξοπλισμός/σχολές ~ας. Βλ. -βασία. ΣΥΝ. αλπινισμός [< μτγν. ὀρειβασία ‘περιπλάνηση ή βάδιση σε βουνό’, αγγλ. mountaineering, γερμ. Bergsteigen] | |
| 36825 | ορειβάτης, ορειβάτισσα | [ὀρειβάτης] ο-ρει-βά-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. πρόσωπο που ασχολείται με την ορειβασία: δεινός/έμπειρος/επαγγελματίας/ερασιτέχνης ~. Καταφύγιο/ομάδα ~ών. Πβ. αναρριχητής. ΣΥΝ. αλπινιστής [< αρχ. ὀρειβάτης 'που περιφέρεται στα βουνά', γερμ. Bergsteiger] | |
| 36826 | ορειβατικός | , ή, ό [ὀρειβατικός] ο-ρει-βα-τι-κός επίθ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με την ορειβασία ή τον ορειβάτη: ~ός: γάντζος/εξοπλισμός/μαραθώνιος/όμιλος/τουρισμός/χάρτης. ~ή: αποστολή/διαδρομή/λέσχη/ομάδα/πεζοπορία/χιονοδρομία. ~ό: καταφύγιο/μονοπάτι/ποδήλατο (: βουνού)/σκι. ~ά: μπατόν/μποτάκια.|| (ως ουσ.) Εκδρομή ~ού (ενν. συλλόγου). [< μτγν. ὀρειβατικός ‘που μπορεί να περπατά στα βουνά’, γαλλ. d'alpinisme, d'alpiniste, γερμ. bergsteigerisch] | |
| 36827 | ορειβατώ | [ὀρειβατῶ] ο-ρει-βα-τώ ρ. (αμτβ.) {-είς ... | κυρ. σε ενεστ. κ. παρατ.}: ΑΘΛ. κάνω ορειβασία. [< μτγν. ὀρειβατῶ ‘περιπλανιέμαι ή βαδίζω σε βουνά’, γερμ. bergsteigen] | |
| 36828 | ορεινός | , ή, ό [ὀρεινός] ο-ρει-νός επίθ.: που απαρτίζεται από, βρίσκεται σε ή χαρακτηρίζει βουνά: ~ός: όγκος (: μεγάλο βουνό ή ομάδα συνδεδεμένων βουνών)/οικισμός/πληθυσμός/τουρισμός. ~ή: γεωργία/διάβαση/διαδρομή/ζώνη/πεζοπορία (βλ. ορειβατικός)/πέρδικα/περιοχή/πλαγιά/ποδηλασία/χώρα. ~ό: ανάγλυφο/(οδικό) δίκτυο/έδαφος/θέρετρο/καταφύγιο/κλίμα/μονοπάτι/νησί/περιβάλλον/συγκρότημα/τμήμα (νομού)/τοπίο/τρέξιμο/χωριό. ~ές: κατοικίες. ~ά: σπορ. Βλ. ημι~.|| (παλαιότ., ΣΤΡΑΤ.) Λόχος ~ών Καταδρομών (ακρ. ΛΟΚ). ΑΝΤ. πεδινός ● Ουσ.: ορεινά (τα): περιοχές με βουνά: χιόνια στα ~., ορεινός, ορεινή (ο/η): πρόσωπο που κατάγεται από ή διαμένει σε ορεινή περιοχή. Πβ. ορεσίβιος. ΣΥΝ. βουνίσιος, βουνίσια ΑΝΤ. καμπίσιος [< αρχ. ὀρεινός] | |
| 36829 | ορεινότητα | [ὀρεινότητα] ο-ρει-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): (για τόπο) η ιδιότητα του ορεινού: ~ του εδάφους/νομού. Χωριά με έντονη ~. Δυσκολία πρόσβασης λόγω ~ας (βλ. δυσπρόσιτος). Βλ. -ότητα. [< αγγλ. hilliness, mountainousness] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ