| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36850 | ορθο2- | : α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στο ορθό, το κατώτερο τμήμα του παχέος εντέρου: ορθο-σκόπηση. | |
| 36851 | ορθογένεση | [ὀρθογένεση] ορ-θο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. θεωρία σύμφωνα με την οποία η εξελικτική ανάπτυξη των οργανισμών ακολουθεί προκαθορισμένα στάδια. Βλ. -γένεση. [< γερμ. Orthogenesis, αγγλ. orthogenesis, γαλλ. orthogenèse] | |
| 36852 | ορθογναθικός | , ή, ό [ὀρθογναθικός] ορ-θο-γνα-θι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ορθογναθική χειρουργική: ΙΑΤΡ. γναθοχειρουργική. Βλ. ορθοδοντική. [< αγγλ. orthognathic] | |
| 36853 | ορθογράφηση | [ὀρθογράφηση] ορ-θο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ορθογραφώ: διπλή/εναλλακτική/καθιερωμένη (: ορθογραφία) ~. ~ λέξεων. Βλ. -γράφηση. | |
| 36854 | ορθογραφία | [ὀρθογραφία] ορ-θο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ο καθιερωμένος τρόπος γραφής μιας λέξης σύμφωνα με κανόνες· συνεκδ. το συμβατικό ορθογραφικό σύστημα μιας γλώσσας: εναλλακτική/ετυμολογική ή ιστορική ~. Λέξεις με δύσκολη ~. Απλοποίηση της ~ας. Απλοποιημένη ~. Βλ. αν~.|| (στα πλαίσια σχολικού μαθήματος:) Αντιγραφή και ~. Ασκήσεις/διόρθωση/έλεγχος/υπαγόρευση της ~ας. Βλ. δυσ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Επεξεργασία κειμένου και αυτόματη διόρθωση ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: φωνητική ορθογραφία βλ. φωνητικός [< μτγν. ὀρθογραφία (αρχική σημ. ‘σχέδιο καθ’ ύψος’), γαλλ. orthographe, αγγλ. orthography] | |
| 36855 | ορθογραφικός | , ή, ό [ὀρθογραφικός] ορ-θο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ορθογραφία: ~ός: (ΠΛΗΡΟΦ.) διορθωτής/έλεγχος/οδηγός. ~ή: απλοποίηση/απόδοση/επιμέλεια/ικανότητα. ~ό: λεξικό/σύστημα. ~οί: κανόνες. ~ές: ασκήσεις/διορθώσεις/παραλλαγές/παρατηρήσεις. ~ά: σημεία (βλ. απόστροφος, διαλυτικά, τόνος).|| (ως ουσ.) Κείμενο με πολλά ~ά (ενν. λάθη). ● επίρρ.: ορθογραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ορθή/ορθογραφική/ορθογώνια/ορθογωνική προβολή βλ. προβολή [< μτγν. ὀρθογραφικός, γαλλ. orthographique, αγγλ. orthographical] | |
| 36856 | ορθογράφος | [ὀρθογράφος] ορ-θο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. {κ. θηλ.} πρόσωπο που γράφει, χωρίς να κάνει ορθογραφικά λάθη. ΑΝΤ. ανορθόγραφος 2. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα ορθογραφικού ελέγχου λέξεων σε αρχεία κειμένου: αυτόματος ~. Βλ. διορθωτής. [< 1: μτγν. ὀρθογράφος 2: αγγλ. spell(ing) checker, 1980] | |
| 36857 | ορθογραφώ | [ὀρθογραφῶ] ορ-θο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | ορθογράφ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: γράφω χωρίς να κάνω ορθογραφικά λάθη: Πώς ~είται (= γράφεται σωστά) η λέξη ... ; ~ημένη: γραφή. ~ημένο: κείμενο. Βλ. -γραφώ. [< μτγν. ὀρθογραφῶ (αρχική σημ. ‘καταρτίζω σχέδιο οικοδομής καθ’ ύψος’)] | |
| 36858 | ορθογωνίζω | [ὀρθογωνίζω] ορ-θο-γω-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ορθογώνι-σε, ορθογωνί-στηκε, -σμένος} (σπάν.-επίσ.): κάνω κάτι (να φαίνεται) ορθογώνιο: Κατασκευή που ~ει τον χώρο. ~σμένες: πέτρες/πλάκες. ~σμένα: ξύλα. | |
| 36859 | ορθογωνικός | , ή, ό [ὀρθογωνικός] ορ-θο-γω-νι-κός επίθ.: ορθογώνιος. ● ΣΥΜΠΛ.: ορθή/ορθογραφική/ορθογώνια/ορθογωνική προβολή βλ. προβολή | |
| 36860 | ορθογώνιος | , α, ο [ὀρθογώνιος] ορ-θο-γώ-νι-ος επίθ. 1. ΓΕΩΜ. που έχει ορθές γωνίες: ~ο: παραλληλεπίπεδο (: που όλες οι έδρες του είναι ~α παραλληλόγραμμα)/τραπέζιο (: με δύο ορθές γωνίες). Βλ. -γώνιος. 2. που έχει σχήμα ορθογώνιου παραλληλογράμμου: ~ος: ναός/περίβολος/πύργος/χώρος. ~α: αίθουσα/δεξαμενή/κάτοψη. ~ο: γήπεδο/κουτί/κτίσμα/πλαίσιο/τραπέζι. Βλ. τετραγωνικός. ● επίρρ.: ορθογώνια & (λόγ.) ορθογωνίως ● ΣΥΜΠΛ.: ορθογώνια πολυώνυμα: ΜΑΘ. σύστημα πολυωνύμων τα οποία είναι ορθογώνια ως προς μία μη αρνητική συνάρτηση βάρους., ορθογώνια υπερβολή: ΜΑΘ. υπερβολή της οποίας οι ασύμπτωτες είναι κάθετες μεταξύ τους. [< αγγλ. rectangular hyperbola] , ορθογώνιες συντεταγμένες: ΜΑΘ. σύστημα συντεταγμένων του οποίου οι άξονες τέμνονται κάθετα., ορθογώνιο παραλληλόγραμμο & ορθογώνιο: ΓΕΩΜ. τετράπλευρο που έχει όλες τις γωνίες του ορθές και τις απέναντι πλευρές του ίσες μεταξύ τους και παράλληλες. Βλ. κύβος., ορθογώνιο πλέγμα: ΠΛΗΡΟΦ. ορθογώνιο το οποίο χρησιμοποιείται για τη δημιουργία και επεξεργασία σχεδίων ή λογιστικών φύλλων., ορθογώνιο τρίγωνο: ΓΕΩΜ. του οποίου η μια γωνία είναι ορθή: ισοσκελές ~ ~. Βλ. αμβλυγώνιο, οξυγώνιο τρίγωνο., ορθή/ορθογραφική/ορθογώνια/ορθογωνική προβολή βλ. προβολή [< μτγν. ὀρθογώνιος, γαλλ.-αγγλ. orthogonal] | |
| 36861 | ορθογωνισμός | [ὀρθογωνισμός] ορ-θο-γω-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (σπάν.-επίσ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ορθογωνίζω: ~ κορμού (δέντρου)/οικοπέδου. Βλ. -ισμός, τετραγωνισμός. | |
| 36862 | ορθοδοντική | [ὀρθοδοντική] ορ-θο-δο-ντι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ειδικότητα της οδοντιατρικής που ασχολείται με τη διάγνωση, την πρόληψη και την αποκατάσταση ανωμαλιών των δοντιών και των γνάθων: αισθητική/γλωσσική ~. Βλ. γναθοχειρουργική. [< αγγλ. orthodontics, 1909, γαλλ. orthodontie, 1948] | |
| 36864 | ορθοδοντικός | , ή, ό [ὀρθοδοντικός] ορ-θο-δο-ντι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ορθοδοντική ή τον ορθοδοντικό: ~ός: έλεγχος. ~ή: αγωγή/εξέταση/θεραπεία/μετακίνηση. ~ές: ανωμαλίες/εργασίες/συσκευές. ~ά: εμφυτεύματα/σιδεράκια. Βλ. γναθοχειρουργικός. [< αγγλ. orthodontic, 1905, γαλλ. orthodontique] | |
| 36863 | ορθοδοντικός | [ὀρθοδοντικός] ορ-θο-δο-ντι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. επιστήμονας με ειδίκευση στην ορθοδοντική. [< αγγλ. othodontist, 1903, γαλλ. orthodontiste, 1951] | |
| 36865 | ορθοδοξία | [ὀρθοδοξία] ορ-θο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ο) η Ορθόδοξη Εκκλησία και το αντίστοιχο δόγμα της· συνεκδ. το σύνολο των μελών της: ελληνική/οικουμενική/χριστιανική ~. Οι Άγιοι/η ηγεσία/η παράδοση/οι Πατέρες/το πνεύμα της ~ας. Ο Προκαθήμενος της ~ας (: ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως).|| Γιορτάζει/πενθεί η ~. Βλ. νεο~. 2. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) άποψη και δράση που θεωρείται κοινώς αποδεκτή, που ακολουθεί τα καθιερωμένα: επιστημονική/ιατρική/ιδεολογική/κομματική/οικονομική ~. Κατέρρευσε η παραδοσιακή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Κυριακή της Ορθοδοξίας: ΕΚΚΛΗΣ. η Πρώτη Κυριακή των Νηστειών (της Μεγάλης Σαρακοστής), κατά την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει την αναστήλωση των εικόνων (843 μ.Χ.). [< μτγν. ὀρθοδοξία, γαλλ. orthodoxie, αγγλ. orthodoxy] | |
| 36866 | ορθόδοξος | , η/ος, ο [ὀρθόδοξος] ορ-θό-δο-ξος επίθ. ΑΝΤ. ανορθόδοξος 1. ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ο) που σχετίζεται με την Ορθοδοξία: ~ος: γάμος/κλήρος/λόγος/μοναχισμός/σύλλογος/Τύπος/χριστιανισμός. ~η/ος: διδασκαλία/ενορία/ζωή/θεολογία/ιεραποστολή/κοινότητα/λατρεία/λειτουργία/μητρόπολη/νεολαία/ομολογία (: ομολογία πίστεως)/παράδοση/πίστη/πνευματικότητα. ~ο: δόγμα/ήθος/ποίμνιο/τυπικό/φρόνημα. ~οι: Άγιοι/λαοί/ναοί. ~ες: χώρες. ~α: κείμενα/μοναστήρια. Βλ. νεο~.|| (πλεοναστ.) ~ος: (Αρχι)επίσκοπος. Το ~ο Οικουμενικό Πατριαρχείο. ΑΝΤ. αιρετικός (1) 2. που θεωρείται ορθός και κατ' επέκτ. που ακολουθεί ή γίνεται σύμφωνα με τα καθιερωμένα πρότυπα: ~ος: τρόπος (σκέψης). ~η: άποψη/θεώρηση/μέθοδος.|| (για πρόσ.) ~ος: κομμουνιστής/μαρξιστής. Πβ. συμβατικός. ● Ουσ.: ορθόδοξος, ορθόδοξη (ο/η) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ο): ΕΚΚΛΗΣ. χριστιανός που είναι μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας: Έλληνες ~οι (: ελληνορθόδοξοι). Το Πάσχα των ~όξων. Βλ. ετερόδοξος. ● επίρρ.: ορθόδοξα & (λόγ.) ορθοδόξως [< μτγν. ὀρθόδοξος, γαλλ. orthodoxe, αγγλ. orthodox] | |
| 36867 | ορθοδρομία | [ὀρθοδρομία] ορ-θο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. πορεία πλοίου που πραγματοποιείται στο τόξο μέγιστου κύκλου της Γης που ενώνει δύο σημεία της και αποτελεί τη μικρότερη απόσταση μεταξύ αυτών των σημείων. Βλ. -δρομία. [< γαλλ. orthodromie, αγγλ. orthodromy] | |
| 36868 | ορθοδρομικός | , ή, ό [ὀρθοδρομικός] ορ-θο-δρο-μι-κός επίθ.: ΝΑΥΤ. που σχετίζεται με την ορθοδρομία: ~ός: πλους. Βλ. λοξοδρομικός. [< γαλλ. orthodromique, αγγλ. orthodromic] | |
| 36869 | ορθόδρομος | , η, ο [ὀρθόδρομος] ορ-θό-δρο-μος επίθ.: που κινείται προς την κανονική, σωστή κατεύθυνση, προς τα εμπρός: ~η: φορά.|| (ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ.) ~οι: πλανήτες. ΑΝΤ. ανάδρομος ● επίρρ.: ορθόδρομα [< μεσν. ουσ. ορθόδρομος 'ευθεία πορεία', αγγλ. orthodrome] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ