Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [37500-37520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36833ορειχαλκουργία[ὀρειχαλκουργία] ο-ρει-χαλ-κουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): κατασκευή ειδών από ορείχαλκο και συνεκδ. η αντίστοιχη βιομηχανική μονάδα. Βλ. -ουργία.
36834ορειχαλκουργός[ὀρειχαλκουργός] ο-ρει-χαλ-κουρ-γός ουσ. (αρσ.): τεχνίτης που επεξεργάζεται τον ορείχαλκο. Βλ. -ουργός1.
36835ορεκτικός, ή, ό [ὀρεκτικός] ο-ρε-κτι-κός επίθ. & (προφ.) ορεχτικός: που ανοίγει την όρεξη: ~ός: μεζές. ~ή: μυρωδιά. ~ό: ποτό (= απεριτίφ). ~ές: λιχουδιές. ~ά: πιάτα. ● Ουσ.: ορεκτικό (το): έδεσμα που σερβίρεται συνήθ. πριν από το κυρίως πιάτο, ορντέβρ: παραδοσιακό/πικάντικο/τοπικό ~. Ζεστά/κρύα ~ά. Μπουφές/ποικιλία ~ών. Βλ. αντιπάστο, καναπεδάκια, μεζές, τάπας. [< μτγν. ὀρεκτικός]
36836ορεξάτος, η, ο [ὀρεξᾶτος] ο-ρε-ξά-τος επίθ. (οικ.): κεφάτος, ευδιάθετος· που έχει έντονη όρεξη, επιθυμία για κάτι: ~ο: παιδί. Επέστρεψε φρέσκος και ~ από τις διακοπές. Ξύπνησε ~η. Οι παίκτες μπήκαν ~οι στον αγωνιστικό χώρο. ~ για διάβασμα/δουλειά/κουβέντα. (προφ.-ειρων.) ~ο για καβγά σε βρίσκω σήμερα. Βλ. -άτος. ΑΝΤ. ανόρεχτος (1) [< μεσν. ορεξάτος]
36838ορεξιογόνος, ος, ο [ὀρεξιογόνος] ο-ρε-ξι-ο-γό-νος επίθ. ΒΙΟΧ.-ΙΑΤΡ.: που διεγείρει ή αυξάνει την όρεξη: ~ος: δράση/ορμόνη (βλ. γκρελίνη). ~ο: πεπτίδιο. ~ες: ιδιότητες/ουσίες. Βλ. -γόνος. ΑΝΤ. ανορεξιογόνος ● Ουσ.: ορεξιογόνο (το): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο που ανοίγει την όρεξη. ΑΝΤ. ανορεξιογόνα [< αγγλ. orexigenic]
36839ορεο-βλ. ορο3-
36840ορεογραφία[ὀρεογραφία] ο-ρε-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) & ορογραφία: ΓΕΩΜΟΡΦ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την περιγραφή των βουνών και την αποτύπωσή τους σε χάρτες· κατ' επέκτ. το ορεινό ανάγλυφο και τα χαρακτηριστικά του: ~ και υδρογραφία μιας περιοχής. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. orographie, αγγλ. or(e)orgaphy]
36841ορεογραφικός, ή, ό [ὀρεογραφικός] ο-ρε-ο-γρα-φι-κός επίθ. & ορογραφικός: ΓΕΩΜΟΡΦ. που σχετίζεται με τα όρη ή τη φυσική τους γεωγραφία: ~ή: ανύψωση/διαμόρφωση. ~ό: ανάγλυφο. ~ές: βροχές. ~ά: νέφη/φαινόμενα. [< γαλλ. orographique, αγγλ. orographic(al)]
36842ορεσίβιος, α, ο [ὀρεσίβιος] ο-ρε-σί-βι-ος επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στο βουνό ή κατοικεί σε ορεινή περιοχή: ~ος: λαός/πληθυσμός. ~α: καταγωγή/φυλή. ~οι: κάτοικοι. ~α: είδη (πουλιών). ΑΝΤ. πεδινός ● Ουσ.: ορεσίβιος, ορεσίβια (ο/η): βουνίσιος, βουνίσια. Πβ. ορεινός, ορεινή. [< μτγν. ὀρέσβιος ‘που ζει στα βουνά’, μεσν. ὀρεσίβιος]
36843ορεχτικός, ή, ό βλ. ορεκτικός
36844ορθ-βλ. ορθο1-
36845ορθάδικο[ὀρθάδικο] ορ-θά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): νυχτερινό κέντρο διασκέδασης στο οποίο οι θαμώνες πίνουν κυρ. όρθιοι το ποτό τους, ακούγοντας μουσική. Βλ. -άδικο, ξενυχτάδικο.
36846ορθάνοιχτος, η, ο [ὀρθάνοιχτος] ορ-θά-νοι-χτος επίθ. & ορθάνοικτος (επιτατ.): εντελώς ανοιχτός: ~η: αγκαλιά/πόρτα. ~ο: παράθυρο/στόμα. ~α: μάτια/φτερά.|| (μτφ.) ~η: καρδιά/πληγή. Ο δρόμος για την επιτυχία είναι ~ (βλ. ανεμπόδιστος). Είναι ~η σε νέες ιδέες (: πολύ δεκτική). ΣΥΝ. διάπλατος, ολάνοιχτος ΑΝΤ. κατάκλειστος ● επίρρ.: ορθάνοιχτα [< μεσν. ορθάνοιχτος]
36847όρθιος, α, ο [ὄρθιος] όρ-θι-ος επίθ. 1. (για πρόσ.) που στέκεται στα δυο του πόδια, που δεν είναι καθιστός ή ξαπλωμένος: ~οι: επιβάτες (λεωφορείου)/θεατές. Έμεινε πολλή ώρα ~ μπροστά στη βιτρίνα. Το κοινό στάθηκε ~ο και χειροκροτούσε τον ηθοποιό. Σταντ για ~ους πελάτες. Πβ. ορθός.|| (κατ' επέκτ.) Κάθισε στην καρέκλα με ~α την πλάτη (ΑΝΤ. κυρτή). Περπατούσε με ~ο το κεφάλι. Πβ. ευθυτενής, στητός.|| (ως ουσ., σε Μέσα Μαζικής Μεταφοράς) Θέσεις καθημένων και ~ίων. (σε στάδιο) Αρένα ~ίων.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: (κοκτέιλ) πάρτι (: για ~ους). ΑΝΤ. ξαπλωτός 2. (για ζώο) που στέκεται στα τέσσερα ή στηρίζεται στα δύο πίσω πόδια: (κατ' επέκτ.) ~α: ουρά. ~α: αυτιά. 3. (για αντικείμενο ή φυτό) που βρίσκεται σε κατακόρυφη θέση και σχηματίζει ορθή γωνία σε σχέση με οριζόντιο επίπεδο: ~ος: βλαστός/γιακάς/καταψύκτης. ~α: βιτρίνα. Ηλεκτρική σκούπα ~ου τύπου. Πβ. κάθετος. ΑΝΤ. οριζόντιος (1) 4. (μτφ., για πρόσ.) που δεν χάνει το θάρρος του παρά τις αντίξοες συνθήκες: Μένει πάντα ~ στις επάλξεις ό,τι κι αν συμβαίνει. Πέθανε ~ (: χωρίς να καταπέσει). 5. (σπάν.) που παρουσιάζει μεγάλη κλίση, απότομος: ~α: πλαγιά (: απόκρημνη). ~οι: βράχοι. ● επίρρ.: όρθια & (λόγ.) ορθίως ● ΣΥΜΠΛ.: όρθιο χιλιόμετρο βλ. χιλιόμετρο ● ΦΡ.: στα όρθια (προφ.): χωρίς να κάθεται κάποιος και κατ' επέκτ. βιαστικά, πρόχειρα: Ήπιαμε έναν καφέ ~ ~ (: στα πεταχτά).|| (μτφ.) Πήρε την απόφασή του ~ ~. Βλ. στο γόνατο, στο πόδι., δεν έμεινε/δεν άφησαν (ούτε) κολυμπηθρόξυλο (όρθιο) βλ. κολυμπηθρόξυλο, δεν έμεινε/δεν άφησαν τίποτα όρθιο βλ. τίποτα, κοιμάμαι όρθιος βλ. κοιμάμαι, στέκομαι όρθιος/στα πόδια μου βλ. στέκομαι [< αρχ. ὄρθιος]
36848ορθό[ὀρθό] ορ-θό ουσ. (ουδ.) & ορθόν: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το τελικό τμήμα του παχέος εντέρου: κόλον και ~. ΣΥΝ. απευθυσμένο [< γαλλ. rectum]
36849ορθο1- & ορθό- & ορθ-α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του 1. όρθιου, κάθετου: Oρθο-στασία.|| Ορθό-κεντρο. Ορθο-γώνιο. 2. σωστού, ενδεδειγμένου: ορθο-γραφία/~φωνία.|| Ορθο-λογισμός.|| Ορθ-ότητα.|| Ορθο-δοντική/~παιδική.
36850ορθο2-: α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στο ορθό, το κατώτερο τμήμα του παχέος εντέρου: ορθο-σκόπηση.
36851ορθογένεση[ὀρθογένεση] ορ-θο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. θεωρία σύμφωνα με την οποία η εξελικτική ανάπτυξη των οργανισμών ακολουθεί προκαθορισμένα στάδια. Βλ. -γένεση. [< γερμ. Orthogenesis, αγγλ. orthogenesis, γαλλ. orthogenèse]
36852ορθογναθικός, ή, ό [ὀρθογναθικός] ορ-θο-γνα-θι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ορθογναθική χειρουργική: ΙΑΤΡ. γναθοχειρουργική. Βλ. ορθοδοντική. [< αγγλ. orthognathic]
36853ορθογράφηση[ὀρθογράφηση] ορ-θο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ορθογραφώ: διπλή/εναλλακτική/καθιερωμένη (: ορθογραφία) ~. ~ λέξεων. Βλ. -γράφηση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.