| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36870 | ορθοέπεια | [ὀρθοέπεια] ορ-θο-έ-πει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): σωστή εκφορά του λόγου και ακρίβεια έκφρασης: γραμματική ~. Κανόνες ~ας. Βλ. καλλιέπεια, ορθοφωνία. [< αρχ. ὀρθοέπεια, γερμ. Orthoepie, γαλλ. orthoépie , αγγλ. orthoepy] | |
| 36871 | ορθόκεντρο | [ὀρθόκεντρο] ορ-θό-κε-ντρο ουσ. (ουδ.) {ου (λόγ.) -έντρου}: ΓΕΩΜ. το σημείο τομής των υψών ενός τριγώνου. Βλ. έκ-, παρά-, περί-κεντρο. [< πβ. μεσν. ορθόκεντρον 'όρθιο αγκάθι', γαλλ. orthocentre, 1903, αγγλ. ~] | |
| 36872 | ορθοκήλη | [ὀρθοκήλη] ορ-θο-κή-λη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. προβολή του ορθού μέσα από το οπίσθιο κολπικό τοίχωμα. Βλ. -κήλη. [< αγγλ. rectocele] | |
| 36873 | ορθόκλαδος | , η, ο [ὀρθόκλαδος] ορ-θό-κλα-δος επίθ.: ΒΟΤ. που τα κλαδιά του βρίσκονται σε όρθια θέση: ~ος: θάμνος. Κυπαρίσσι ~ο. ΑΝΤ. πλαγιόκλαδος | |
| 36874 | ορθόκλαστο | [ὀρθόκλαστο] ορ-θό-κλα-στο ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. συστατικό των πυριγενών πετρωμάτων που ανήκει στην ομάδα των αστρίων και χρησιμοποιείται στην κατασκευή πορσελάνης. Βλ. πλαγιόκλαστο. [< αγγλ. orthoclase] | |
| 36875 | ορθοκολπικός | , ή, ό [ὀρθοκολπικός] ορ-θο-κολ-πι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το ορθό και τον κόλπο: ~ό: διάφραγμα/συρίγγιο. [< αγγλ. rectovaginal] | |
| 36876 | ορθοκυστικός | , ή, ό [ὀρθοκυστικός] ορ-θο-κυ-στι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το ορθό και την ουροδόχο κύστη: ~ό: συρίγγιο. ~ές: διαταραχές. | |
| 36877 | ορθολογικοποίηση | [ὀρθολογικοποίηση] ορ-θο-λο-γι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται (ορθο)λογικό και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ των δαπανών/του κόστους/της λειτουργίας (της αγοράς)/της παραγωγής/των τιμών. ~ της διαχείρισης των ενεργειακών πόρων. Πβ. εκλογίκευση, εξορθολογισμός. Βλ. -ποίηση. | |
| 36878 | ορθολογικός | , ή, ό [ὀρθολογικός] ορ-θο-λο-γι-κός επίθ.: που συμφωνεί με τους κανόνες της λογικής: ~ός: προγραμματισμός/σχεδιασμός. ~ή: ανάπτυξη/αντιμετώπιση/επιλογή/κατανομή (προσωπικού)/λειτουργία/οργάνωση/σκέψη/χρήση (των ενεργειακών πόρων/των φαρμάκων). ~ό: σύστημα. Με ~ά κριτήρια. ~ή αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Πβ. ορθολογιστικός. ΑΝΤ. αλόγιστος, άλογος (2), ανορθολογικός ● επίρρ.: ορθολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. rationnel] | |
| 36879 | ορθολογικότητα | [ὀρθολογικότητα] ορ-θο-λο-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ορθολογικού: εργαλειακή/κοινωνική/πολιτική/τεχνολογική ~. ~ στη λήψη αποφάσεων. Πβ. λογική, ορθολογισμός.|| (ΦΙΛΟΣ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.) Εργαλειακή ~ (: επίτευξη του σκοπού με τα καλύτερα δυνατά μέσα). Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ανορθολογικότητα [< γαλλ. rationalité] | |
| 36880 | ορθολογισμός | [ὀρθολογισμός] ορ-θο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η άποψη ότι η λογική και οι κανόνες της είναι ο καλύτερος οδηγός σκέψης και δράσης: επιστημονικός/πολιτικός ~. ~ στη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού. Πβ. ορθοφροσύνη, περίσκεψη, σύνεση, φρόνηση.|| (ΟΙΚΟΝ.) Οικονομικός ~ (: προώθηση της αποτελεσματικότητας και της παραγωγικότητας στην ελεύθερη αγορά μέσω των ιδιωτικοποιήσεων και του ελεύθερου ανταγωνισμού). Πβ. εξ~. 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία που υποστηρίζει ότι πηγή της γνώσης είναι η λογική και όχι η εμπειρία ή η θεία αποκάλυψη: δυτικός/κριτικός ~. Ο ~ του Διαφωτισμού. Βλ. εμπειρισμός, μυστικισμός, νοησιαρχία, -ισμός. ΣΥΝ. λογοκρατία, ρασιοναλισμός ΑΝΤ. ιρασιοναλισμός [< γαλλ. rationalisme] | |
| 36881 | ορθολογιστής, ορθολογίστρια | [ὀρθολογιστής] ορ-θο-λο-γι-στής επίθ./ουσ. 1. πρόσωπο που σκέφτεται ή/και ενεργεί ορθολογικά: Οι ~ές της οικονομίας.|| (ως επίθ.) ~ής: επιστήμονας/κριτικός/πολιτικός. Πβ. τετράγωνο μυαλό. 2. οπαδός της θεωρίας του ορθολογισμού: (ως επίθ.) ~ές: φιλόσοφοι. Βλ. εμπειριστής. ΣΥΝ. ρασιοναλιστής [< γερμ. Rationalist, γαλλ. rationaliste] | |
| 36882 | ορθολογιστικός | , ή, ό [ὀρθολογιστικός] ορ-θο-λο-γι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ορθολογισμό ή τον ορθολογιστή: ~ή: αντιμετώπιση/διαχείριση/ερμηνεία/οργάνωση/προσέγγιση. ~ό: επιχείρημα. Πβ. ορθολογικός, συνετός.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~ή: φιλοσοφία (= ορθολογισμός). ΣΥΝ. ρασιοναλιστικός ● επίρρ.: ορθολογιστικά [< γερμ. rationalistisch, γαλλ. rationaliste] | |
| 36883 | ορθομαρμάρωση | [ὀρθομαρμάρωση] ορ-θο-μαρ-μά-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΙΤ. επένδυση επιφάνειας με πλάκες μαρμάρου: εξωτερική/εσωτερική ~. ~ κτιρίου/τοίχου. Πολύχρωμη ~ ναού. Διακόσμηση με ~. (Απο)μίμηση ~ης. [< μεσν. ορθομαρμάρωσις] | |
| 36884 | ορθομετρικός | , ή, ό [ὀρθομετρικός] ορ-θο-με-τρι-κός επίθ. 1. ΓΕΩΔ. που υπολογίζεται με βάση το γεωειδές: ~ό: υψόμετρο. 2. ΚΡΥΣΤ. (για κρύσταλλο ή κρυσταλλική μορφή) που έχει άξονες οι οποίοι τέμνονται κάθετα. [< αγγλ. orthometric] | |
| 36885 | ορθομοριακός | , ή, ό [ὀρθομοριακός] ορ-θο-μο-ρι-α-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που σχετίζεται με τη θεωρία η οποία υποστηρίζει ότι οι ασθένειες, και ιδ. οι διανοητικές, μπορούν να θεραπευτούν μέσω της αναπλήρωσης του βέλτιστου αριθμού φυσικών θρεπτικών ουσιών, όπως οι βιταμίνες και τα μεταλλικά στοιχεία, που υπάρχουν στον ανθρώπινο οργανισμό: ~ή: διατροφή/ιατρική. [< αγγλ. orthomolecular, 1968] | |
| 36886 | ορθοπαιδική | [ὀρθοπαιδική] ορ-θο-παι-δι-κή ουσ. (θηλ.) & ορθοπεδική: ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη διάγνωση, πρόληψη και αντιμετώπιση διαταραχών, παραμορφώσεων και τραυμάτων του σκελετικού συστήματος και των παρακείμενων δομών (μυών, κλειδώσεων, συνδέσμων). [< γαλλ. orthopédie, αγγλ. orthop(a)edy, γερμ. Orthopädie] | |
| 36887 | ορθοπαιδικός | [ὀρθοπαιδικός] ορ-θο-παι-δι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.) & ορθοπεδικός: γιατρός με ειδίκευση στην ορθοπαιδική: ~-αθλητίατρος. [< γαλλ. orthopédiste, αγγλ. orthop(a)edist, γερμ. Orthopäde] | |
| 36888 | ορθοπαιδικός | , ή, ό [ὀρθοπαιδικός] ορ-θο-παι-δι-κός επίθ. & ορθοπεδικός: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ορθοπαιδική ή τον ορθοπαιδικό: (για πρόσ.) ~ός: χειρουργός.|| ~ό: υλικό. ~ές: επεμβάσεις/παθήσεις. ~ά: βοηθήματα/εμφυτεύματα.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα νοσοκομείου ή κλινικής).|| (κατ' επέκτ.) ~ή: καρέκλα. ~ό: μαξιλάρι/στρώμα (πβ. ανατομικός). ~οί: πάτοι. ~ές: σόλες. ~ά: παπούτσια. [< γαλλ. orthopédique, αγγλ. orthop(a)edic, γερμ. γερμ. orthopädisch] | |
| 36889 | ορθοπεταλιά | [ὀρθοπεταλιά] ορ-θο-πε-τα-λιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: κίνηση του ποδηλάτη, ο οποίος κάνει πετάλι όρθιος πάνω στο ποδήλατο, χωρίς να κάθεται στη σέλα, για να αυξηθεί η ταχύτητα: Κάνω ~. Ανέβηκε την ανηφόρα με ~ιές. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ