Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37540-37560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36890ορθοπλαγιά[ὀρθοπλαγιά] ορ-θο-πλα-γιά ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. απότομη, σχεδόν κατακόρυφη βουνοπλαγιά: ασβεστολιθικές/βραχώδεις ~ιές. Αναρρίχηση σε ~.
36891ορθοπλωρίζω[ὀρθοπλωρίζω] ορ-θο-πλω-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {ορθοπλώρι-σε, -σμένος}: ΝΑΥΤ. (για σκάφος) πλέω με την πλώρη προς την κατεύθυνση του ανέμου.
36892ορθόπλωρος, η, ο [ὀρθόπλωρος] ορ-θό-πλω-ρος επίθ.: ΝΑΥΤ. που πλέει με την πλώρη προς την κατεύθυνση του ανέμου: ~ο: καΐκι/καράβι. [< μεσν. ορθόπλωρος]
36893ορθόπνοια[ὀρθόπνοια] ορ-θό-πνοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βαριά μορφή δύσπνοιας που προκαλείται ή επιδεινώνεται στην κατάκλιση και κατά την οποία ο άρρωστος μπορεί να αναπνεύσει άνετα μόνο όταν βρίσκεται με ανασηκωμένο το κεφάλι και τον θώρακα σε σχεδόν κάθετη θέση. Βλ. ά-, βραδύ-, ταχύ-, υπέρ-, υπό-πνοια. [< αρχ. ὀρθόπνοια, γαλλ. orthopnèe, αγγλ. orthopnoea]
36894ορθοποδώ[ὀρθοποδῶ] ορ-θο-πο-δώ ρ. (αμτβ.) {ορθοποδ-είς ...| ορθοπόδ-ησε} & ορθοποδίζω 1. ξεπερνώ δυσχέρειες, ανακάμπτω: Η επιχείρηση εξυγιάνθηκε και ~ησε. Η αγορά εργασίας δυσκολεύεται να ~ήσει μετά από την οικονομική κρίση. Η χώρα κατάφερε να ~ήσει μέσα σε αντίξοες συνθήκες. Πβ. παίρνω τα πάνω μου, στέκομαι όρθιος/στα πόδια μου. 2. (σπάν.-κυριολ.) στέκομαι όρθιος. [< μεσν. ορθοποδίζω < μτγν. ὀρθοποδῶ]
36895ορθοπραξία

[ὀρθοπραξία] ορ-θο-πρα-ξί-α ουσ. (θηλ.): (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) ορθή πράξη: ~ των πιστών. [< αγγλ. orthopraxy, orthopraxis]

36896ορθοπρωκτικός, ή, ό [ὀρθοπρωκτικός] ορ-θο-πρω-κτι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το ορθό και τον πρωκτό: ~ός: σωλήνας. ~ή: μανομετρία. [< αγγλ. anorectal]
36897ορθόπτερα[ὀρθόπτερα] ορ-θό-πτε-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -έρων}: ΖΩΟΛ. τάξη εντόμων (με αντιπροσωπευτικότερα είδη την ακρίδα και τον γρύλο) τα οποία χαρακτηρίζονται από διπλό ζεύγος μεμβρανωδών φτερών, οπίσθιους πόδες κατάλληλους για άλματα και μασητικά στοματικά μόρια. [< γαλλ. orthoptères, αγγλ. Orthoptera]
36898ορθοπτική[ὀρθοπτική] ορ-θο-πτι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η αντιμετώπιση των οπτικών διαταραχών και ιδ. του στραβισμού, χωρίς χειρουργική επέμβαση. [< αγγλ. orthoptics, 1934, γαλλ. orthoptique, 1923, orthoptie, 1960]
36899ορθοπτικός, ή, ό [ὀρθοπτικός] ορ-θο-πτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ορθοπτική: ~ή: εξέταση/μελέτη. [< αγγλ. orthoptic, γαλλ. orthoptique, 1923]
36900ορθοπτικός[ὀρθοπτικός] ορ-θο-πτι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στην ορθοπτική. [< αγγλ. orthoptist, 1937, γαλλ. orthoptiste, 1971]
36901ορθορεξία[ὀρθορεξία] ορ-θο-ρε-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. παθολογική εμμονή με την υγιεινή διατροφή: νευρική ~. Βλ. ανορεξία, βουλιμία. [< αγγλ. orthorexia, 1997]
36902ορθός, ή, ό [ὀρθός] oρ-θός επίθ. {ορθότ-ερος, -ατος} 1. (μτφ.) σωστός: ~ός: λόγος (= ορθολογισμός)/χαρακτηρισμός/χειρισμός. ~ή: αντιμετώπιση/γραφή (βλ. ορθογραφία)/διάγνωση/διαχείριση (αποβλήτων)/ενημέρωση/ερμηνεία/εφαρμογή/κατεύθυνση/κρίση/λειτουργία/λύση/πράξη (= ορθοπραξία)/συμπλήρωση (εντύπου)/χρήση. ~ό: ποσό/συμπέρασμα. ~ές: απαντήσεις/επιλογές/(γεωργικές) πρακτικές. ~ά: επιχειρήματα. ~ή εκμετάλλευση διαθέσιμων πόρων. Γραμματικά ~οί τύποι.|| (ως ουσ.) Το ~ό είναι να ... Ανακοινοποίηση επί το/στο ~ό(ν) (: χωρίς λάθη). ΑΝΤ. εσφαλμένος, λανθασμένος 2. όρθιος· κατακόρυφος: Σκαρφάλωσε στο τραπέζι και στάθηκε ~. ΑΝΤ. καθιστός, ξαπλωμένος.|| (ΑΝΑΤ.) ~ό: έντερο (= ορθό). ~ή στάση της σπονδυλικής στήλης. ~οί και πλάγιοι κοιλιακοί μύες. || (ΓΕΩΜ.) ~ός: κώνος. ~ό: πρίσμα. ● επίρρ.: ορθά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ορθή γωνία: ΓΕΩΜ. που είναι ίση με 90°. Βλ. αμβλεία, οξεία γωνία., ορθή αναφορά βλ. αναφορά, ορθή επανάληψη βλ. επανάληψη, ορθή/ορθογραφική/ορθογώνια/ορθογωνική προβολή βλ. προβολή ● ΦΡ.: επί το ορθότερο(ν) (λόγ.): πιο σωστά: Ο πρόεδρος άκουσε τις παραινέσεις ή, ~ ~, τις συστάσεις του ..., πολιτικά ορθός: που χαρακτηρίζεται από την υπεράσπιση αποδεκτών απόψεων και την απόρριψη γλώσσας ή συμπεριφοράς που θεωρείται ότι στοχεύει στην κοινωνική απομόνωση, περιθωριοποίηση ή προσβολή συγκεκριμένων ομάδων ή ατόμων: ~ ~ ήρωας. (Μη) ~ ~ή: απάντηση/δήλωση/έκφραση/επιλογή/προσέγγιση/ταινία. ~ ~ό: όνομα. Το χιούμορ δεν είναι πάντα ~ ~ό. Πβ. πολιτική ορθότητα. [< αμερικ. politically correct, 1934, γαλλ. politiquement correct, περ. 1990], ορθά-κοφτά βλ. κοφτός [< αρχ. ὀρθός]
36903ορθοσκόπηση[ὀρθοσκόπηση] ορ-θο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ενδοσκόπηση του ορθού με ορθοσκόπιο. Βλ. -σκόπηση. [< αγγλ. orthoscopy]
36904ορθοσκοπικός, ή, ό [ὀρθοσκοπικός] ορ-θο-σκο-πι-κός επίθ. 1. ΦΩΤΟΓΡ. (για οπτικά εξαρτήματα) που αποδίδει οπτικά αντικείμενο χωρίς να το παραμορφώνει: ~ό: κάτοπτρο/σύστημα. 2. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ορθοσκόπηση ή το ορθοσκόπιο: ~ός: έλεγχος. [< 1: αγγλ. orthoscopic, γαλλ. orthoscopique]
36905ορθοσκόπιο[ὀρθοσκόπιο] ορ-θο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.) ΙΑΤΡ. 1. ενδοσκόπιο με το οποίο γίνεται εξέταση του ορθού: άκαμπτο ~. ~ μιας χρήσης. Βλ. -σκόπιο. 2. είδος οφθαλμοσκοπίου. [< 2: αγγλ. orthoscope]
36906ορθοστασία[ὀρθοστασία] ορ-θο-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): παραμονή σε όρθια στάση, συνήθ. για μεγάλο χρονικό διάστημα: παρατεταμένη/πολύωρη/συνεχής/υποχρεωτική ~. Επάγγελμα που απαιτεί ~. Καταπόνηση της μέσης λόγω ~ας. (προφ.) Μ' έφαγε η ~ και η αναμονή σε ουρές.
36907ορθοστάτης[ὀρθοστάτης] ορ-θο-στά-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κατακόρυφη βάση στήριξης: μεταλλικός ~. ~ βιβλίων (= βιβλιοστάτης)/ηχείων. Ανεμιστήρας με ~η. Πβ. σταντ. Βλ. αποστάτης2.|| (ΜΗΧΑΝ.) Σωληνωτοί ~ες. ~ες στηθαίων ασφαλείας. (ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ.) ~ αρχαίου κτιρίου (: λίθος τοποθετημένος όρθιος στο κάτω μέρος τοίχου οικοδομήματος). Βλ. στύλος.|| (ΓΥΜΝ.-ΑΘΛ.) Πάγκος με ~η. ~ες μπάρας/τένις.|| Αναπηρικό κάθισμα-~. Βλ. -στάτης. [< αρχ. ὀρθοστάτης ‘κάθετη δοκός, κίονας’]
36908ορθοστάτηση[ὀρθοστάτηση] ορ-θο-στά-τη-ση ουσ. (θηλ.): (κυρ. για άτομα με κινητικές δυσκολίες) ικανότητα όρθιας στάσης του σώματος: υποστηριζόμενη ~. Αδυναμία παρατεταμένης ~ης. Μηχάνημα ~ης και βάδισης. Ειδικό κρεβάτι ~ης.
36909ορθοστατικός, ή, ό [ὀρθοστατικός] ορ-θο-στα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ορθοστασία ή την ορθοστάτηση: ~ή: εργασία/ζάλη/κεφαλαλγία.|| ~ό: κάθισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ορθοστατική υπόταση βλ. υπόταση [< πβ. γαλλ. orthostatique, 1901, αγγλ. orthostatic, 1902]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.