Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37560-37580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36910ορθόστητος, η, ο [ὀρθόστητος] ορ-θό-στη-τος επίθ. (σπάν.-λογοτ.): σε όρθια στάση: ~ος: βράχος. ~α: έλατα.|| (για πρόσ.) Στεκόταν αγέρωχος και ~. Πβ. ευθυτενής, στητός.
36911ορθότητα[ὀρθότητα] ορ-θό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ορθού: γραμματική/επιστημονική/νομική/συντακτική ~. Η ~ των αποτελεσμάτων/της απόφασης/της άποψης/της διατύπωσης/της επιλογής/των επιχειρημάτων/της θεωρίας/του λόγου/των λύσεων/των στοιχείων. ~ και ακρίβεια των πληροφοριών. Εμμένει στην ~ των θέσεών του. Αμφισβητούν την ~ του ισχυρισμού/των λεγομένων της. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτική ορθότητα: υπεράσπιση των πολιτικά ορθών απόψεων ή/και προσαρμογή της συμπεριφοράς και της έκφρασης σε αυτές. Πβ. πολιτικά ορθός. [< αγγλ. political correctness] [< αρχ. ὀρθότης ‘ακρίβεια, ακριβολογία’]
36912ορθοτόμηση[ὀρθοτόμηση] ορ-θο-τό-μη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) κατανόηση και ορθή ερμηνεία: ~ του λόγου του Θεού.
36913ορθοτομώ[ὀρθοτομῶ] ορ-θο-το-μώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | ορθοτόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.) : (κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) ερμηνεύω σωστά: ~εί τον λόγο της αλήθειας/του Θεού. [< μτγν. ὀρθοτομῶ]
36914ορθοφρονώ[ὀρθοφρονῶ] ορ-θο-φρο-νώ ρ. (αμτβ.) {-είς ...} (σπάν.-λόγ.): σκέφτομαι με σύνεση, λογικά: ~εί στις κρίσεις του. [< μεσν. ορθοφρονώ]
36915ορθοφροσύνη[ὀρθοφροσύνη] ορ-θο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνετή σκέψη και ορθή κρίση: πολιτική ~. Πβ. ορθολογισμός, περίσκεψη, σωφροσύνη. Βλ. -οσύνη. ΣΥΝ. φρόνηση
36916ορθόφρων, ων, ον [ὀρθόφρων] ορ-θό-φρων επίθ. (σπάν.-λόγ.): που σκέφτεται συνετά, λογικά: ~ονες: πολίτες. Βλ. -φρων. [< μεσν. ορθόφρων]
36917ορθοφωνία[ὀρθοφωνία] ορ-θο-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ορθή εκφορά του προφορικού λόγου· ειδικότ. μέθοδοι και ασκήσεις για βελτίωση (σφαλμάτων ή/και προβλημάτων) της άρθρωσης και της ομιλίας: Έχει καλή ~. || Μαθήματα υποκριτικής/φωνητικής και ~ας. Βλ. λογοθεραπεία, ορθοέπεια, φωνιατρική, -φωνία. [< γαλλ. orthophonie, αγγλ. orthophony]
36918ορθοφωνικός, ή, ό [ὀρθοφωνικός] ορ-θο-φω-νι-κός επίθ. & (σπάν.) ορθοφωνητικός: που σχετίζεται με την ορθοφωνία: ~ή: αγωγή/ικανότητα. ~ές: ασκήσεις. Βλ. -φωνικός. [< γαλλ. orthophonique, αγγλ. orthophonic]
36919ορθοφωτογραφία[ὀρθοφωτογραφία] ορ-θο-φω-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. αεροφωτογραφία που έχει υποστεί γεωμετρική διόρθωση μέσω φωτογραμμετρικών τεχνικών, ώστε να αποκτήσει ενιαία κλίμακα και να απεικονίζει τα αντικείμενα στην ορθή τους θέση: ψηφιακή ~. Οι ~ες μπορούν να υποκαταστήσουν το τοπογραφικό διάγραμμα. [< αγγλ. orthophoto(graph), 1965]
36920ορθοφωτοχάρτης[ὀρθοφωτοχάρτης] ορ-θο-φω-το-χάρ-της ουσ. (αρσ.): ΧΑΡΤΟΓΡ. -ΤΟΠΟΓΡ. χάρτης από ορθοφωτογραφίες στον οποίο έχουν προστεθεί χαρτογραφικές πληροφορίες: ~ες μεγάλης κλίμακας. [< αγγλ. orthophotomap, 1967]
36921ορθρινός, ή, ό [ὀρθρινός] ορ-θρι-νός επίθ. & (σπάν.-λόγ.) όρθριος, α, ο: εωθινός. [< μτγν. ὀρθρινός]
36922όρθρος[ὄρθρος] όρ-θρος ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Ο) ιερή ακολουθία που τελείται πριν από την ανατολή του ήλιου: πανηγυρικός ~. Ο ~ της Κυριακής. ~ και Θεία Λειτουργία. Βλ. Εσπερινός. 2. χάραμα. ● ΦΡ.: όρθρου βαθέoς (ΚΔ): βαθιά χαράματα. [< 1: μτγν. ὄρθρος 2: αρχ. ~]
36923ορθώνω[ὀρθώνω] ορ-θώ-νω ρ. (μτβ.) {όρθω-σε, ορθώ-σει, -θηκε, -μένος, ορθών-οντας} 1. σηκώνω: ~ την πλάτη/το σώμα/τους ώμους μου (= ισιώνω). ~σε (= τέντωσε) τ' αυτιά του, για ν' ακούσει. Στάθηκε και ~θηκε ζαλισμένη.|| Το άγαλμα ~εται επιβλητικό στο κέντρο της πλατείας. Βλ. αν~, εγείρω, οικοδομώ, στήνω.|| (μτφ.) Δεν έχει τα κότσια να ~σει λόγο. 2. (μτφ.) προβάλλω εμπόδια ή αντίσταση: ~ει ένα τείχος ανάμεσα στον εαυτό του και τους άλλους. ~θηκαν ενάντια στην καταπίεση (βλ. εξεγείρω). ● ΦΡ.: υψώνω/ορθώνω το ανάστημά μου βλ. ανάστημα [< μεσν. ορθώνω < αρχ. ὀρθῶ, γαλλ. lever]
36924όρθωση[ὄρθωση] όρ-θω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ορθώνω: ~ του κεφαλιού/των τριχών.|| (μτφ.) ~ εμποδίων/φραγμών. 2. αποκατάσταση ορθοπαιδικών δυσμορφιών ή βελτίωση της κινητικής λειτουργίας· κατ' επέκτ. κάθε ορθοπαιδικό βοήθημα: δυναμική ~. ~ κορμού.|| Σύστημα ~ης και βάδισης. Πβ. ορθωτική. Βλ. αν~. [< αρχ. ὄρθωσις ‘ευημερία, το να κατευθύνει κάποιος σωστά’]
36925ορθωτήρας[ὀρθωτήρας] ορ-θω-τή-ρας ουσ. (αρσ.) (σπάν.-επιστ.): καθετί που ανορθώνει: ~ του κορμού. Πβ. κηδεμόνας2. Βλ. -τήρας.|| (ΙΑΤΡ., ως επίθ.) ~ες: μύες των τριχών (: που τις ανασηκώνουν ως αντίδραση στο κρύο, τον φόβο). [< αρχ. ὀρθωτήρ ’αυτός που αποκαθιστά, θεραπεύει, τηρεί το δίκαιο’, αγγλ. erector]
36926ορθωτικός, ή, ό [ὀρθωτικός] ορ-θω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ορθωτική: ~ή: θεραπεία. ~ό: πέλμα. ~οί: πάτοι (παπουτσιών). ~ές: συσκευές. ~ά: μηχανήματα.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. βοηθήματα, είδη). ● Ουσ.: ορθωτική (η): επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την κατασκευή βοηθημάτων για την αποκατάσταση ορθοπαιδικών προβλημάτων και τη βελτίωση της κινητικής λειτουργίας. Πβ. όρθωση. [< αγγλ. orthotics] [< μεσν. ορθωτικός 'ανορθωτικός']
36927οριακός, ή, ό [ὀριακός] ο-ρι-α-κός επίθ.: που αγγίζει τα όρια: ~ός: αριθμός. ~ή: ανάκαμψη/αναμέτρηση/άνοδος (των τιμών)/αύξηση/διαφορά/εκλογή/κάμψη/λειτουργία/νίκη (: με πολύ μικρή διαφορά)/οδήγηση (: επικίνδυνη και επιθετική)/περίπτωση/πτώση/ταχύτητα/τιμή/υποχώρηση. ~ό: αποτέλεσμα/προβάδισμα. ~ές: απώλειες/μεταβολές/πράξεις (= ακραίες). Σε ~ό επίπεδο. Ο αποψινός αγώνας είναι ~ (= κρίσιμος) για την ομάδα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: (φορολογικός) συντελεστής. ~ή: ανάλυση. ~ό: κέρδος (πβ. ελάχιστος, στοιχειώδης)/κόστος/προϊόν (εργασίας). (ΜΑΘ.) ~ή: συνθήκη. Κεντρικό ~ό θεώρημα. (ΜΗΧΑΝ.) ~ή: κατάσταση λειτουργικότητας. ● επίρρ.: οριακά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: οριακή διαταραχή προσωπικότητας βλ. διαταραχή, οριακή πλειοψηφία βλ. πλειοψηφία ● ΦΡ.: φτάνω σε οριακό σημείο βλ. σημείο [< αγγλ.-γαλλ. marginal, αγγλ. borderline]
36928ορίγανο[ὀρίγανο] ο-ρί-γα-νο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ΒΟΤ. ρίγανη. [< αρχ. ὀρίγανον]
36929οριγκάμι[ὀριγκάμι] ο-ρι-γκά-μι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ιαπωνική χειροτεχνία διπλώματος χαρτιού, ώστε να αναπαριστά αντικείμενα· κατ' επέκτ. το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας. ΣΥΝ. χαρτοδιπλωτική [< αγγλ. origami, 1948 < ιαπων. ori ‘διπλώνω’ + kami ‘χαρτί’, γαλλ. ~, 1954]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.