Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3740-3760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2796αμφοτεροβαρής, ής, ές [ἀμφοτεροβαρής] αμ-φο-τε-ρο-βα-ρής επίθ. {αμφοτεροβαρ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: ΝΟΜ. που επιβαρύνει αμοιβαία, δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις και στις δύο πλευρές: ~ής: σύμβαση. ΑΝΤ. ετεροβαρής [< γερμ. zweiseitig, γαλλ. bilatéral]
2797αμφότεροι, ες, α [ἀμφότεροι] αμ-φό-τε-ροι αντων. {-ων (λόγ.) -έρων} (επίσ.): και οι δύο, και ο ένας και ο άλλος: ~ οι εν διαστάσει γονείς. Οι επικεφαλείς ~ων των πλευρών. Σε ~ες τις περιπτώσεις. ~α τα συμβαλλόμενα μέρη. Απέτυχαν ~. [< αρχ. ἀμφότεροι]
2798αμφοτερόπλευρος, η/ος, ο [ἀμφοτερόπλευρος] αμ-φο-τε-ρό-πλευ-ρος επίθ.: ΙΑΤΡ. που προσβάλλει και τις δύο πλευρές ή δύο συμμετρικά όργανα του σώματος: ~ος: πόνος. ~η: βαρηκοΐα/βουβωνοκήλη/κώφωση/παράλυση. ~α: κατάγματα. Βλ. -πλευρος. ● επίρρ.: αμφοτερόπλευρα [< αγγλ. ambilateral]
2800άμωμος, η/ος, ο [ἄμωμος] ά-μω-μος επίθ. (αρχαιοπρ.): ΕΚΚΛΗΣ. ηθικά καθαρός, αγνός, αμόλυντος: ο ~ Αμνός του Θεού (= ο Χριστός). Πβ. αμίαντος, άσπιλος, άχραντος. Βλ. παν~. ● ΣΥΜΠΛ.: η άμωμος/άσπιλος σύλληψη βλ. σύλληψη [< αρχ. ἄμωμος]
2801αν[ἄν] σύνδ. & (εμφατ.) εάν 1. εισάγει υποθετικές προτάσεις· σε περίπτωση που: ~ μπορείς, δώσε μου μια απάντηση. -Να σου στείλω το βιβλίο; -Ναι, ~ δεν σου είναι δύσκολο. ~ τυχόν σε ζητήσουν, τι να πω;|| (αιτία ή αποτέλεσμα:) Δεν απογοητευόταν, ~ αποτύγχανε. ~ έφτασε εκεί που έφτασε, το χρωστάει στους γονείς του.|| (παρενθετικά, για διευκρίνιση ή διόρθωση:) Οι περισσότεροι, ~ όχι όλοι (= για να μην πω όλοι), ονειρεύονται μια άνετη ζωή. Είναι πρωτότυπο, ~ θέλεις (= καλύτερα, μάλλον), πρωτοποριακό! ~ θυμάμαι καλά, με έχετε ξαναρωτήσει γι' αυτό. Κι ~ επιτρέπεται, τα πόσα κλείνεις (ενν. χρόνια);|| (ειρων.) ~ είναι αυτός γιατρός, τότε εγώ είμαι αστροναύτης!|| (απειλητ.) ~ πέσεις στα χέρια μου, την έβαψες!|| (σε ελλειπτ. λόγο) -Αυτό, ~ θέλεις, το συζητάμε. -Είναι σίγουρο; -~ είναι; Το εξακρίβωσα ο ίδιος! Πβ. άμα, εφόσον, όταν. 2. εισάγει πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις: Αναρωτιέμαι/δεν ξέρω ~ το έχει μάθει. 3. στην αρχή προτάσεων (με οριστική παρατατικού ή υπερσυντελίκου) για δήλωση επιθυμίας, απραγματοποίητης ευχής· μακάρι να, ας: ~ ερχόσουν απόψε μαζί μας (: θα ήθελα να έρθεις)! ~ είχαμε κρατήσει εκείνο το οικόπεδο, θα ήμασταν τώρα πλούσιοι! ● Ουσ.: αν (τα): προϋποθέσεις, υποθέσεις, δισταγμοί: Με τα ~ δεν γίνεται τίποτα! ● ΦΡ.: αν και μόνο αν: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. (στη Λογική) για την περιγραφή αναγκαίας και επαρκούς συνθήκης, προκειμένου να ισχύει ένας ισχυρισμός., εκτός/παρεκτός (και/κι) αν: εισάγει δευτερεύουσα πρόταση που φανερώνει την προϋπόθεση υπό την οποία μπορεί να αναιρεθεί το περιεχόμενο της κύριας: Μη γράφεις με κεφαλαία, ~ ~ θέλεις να τονίσεις κάτι. ΣΥΝ. παρά μόνο αν.|| Η ηλιακή ακτινοβολία διαπερνά τα τζάμια, ~ ~ έχουν ειδικά φίλτρα., όπως και/κι αν έχει το πράγμα ... & όπως και να έχει/να 'χει το πράγμα/να έχουν τα πράγματα: ανεξάρτητα απ' ό,τι ισχύει ή συμβαίνει, σε κάθε περίπτωση: ~ ~, αυτό που μετράει είναι το αποτέλεσμα. ~ ~, σε ευχαριστώ., αν αγαπάτε βλ. αγαπώ, αν βρέξει/ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ΄εκείνον τον ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα βλ. βρέχω, αν δεν απατώμαι βλ. απατώ, αν δεν αστράψει, δεν βροντά (κι αν δεν βροντά, δεν βρέχει) βλ. αστράφτει, αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρως/δεν τρως ψάρι βλ. βρέχω, αν δεν κάνω λάθος βλ. λάθος, αν δεν κλάψει το παιδί, δεν το ταΐζει η μάνα/δεν του δίνουνε βυζί βλ. κλαίω, αν δεν με απατά/γελά η μνήμη μου βλ. μνήμη, αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει βλ. παινεύω, αν δεν ταιριάζαμε, δεν θα συμπεθεριάζαμε βλ. ταιριάζω, αν είναι να 'ρθει, θε να 'ρθεί, (αλλιώς θα προσπεράσει) βλ. έρχομαι, αν είσαι και παπάς, με την αράδα σου θα πας βλ. αράδα, αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει βλ. διαβαίνω, αν η γιαγιά μου είχε καρούλια, (θα ήταν πατίνι/τρόλεϊ/τρένο) βλ. καρούλι, αν θέλει ο Θεός βλ. θέλω, αν θέλεις/θέλετε βλ. θέλω, αν θέλω λέει! βλ. θέλω, αν θυμάμαι καλά, ... βλ. θυμάμαι, αν με καλορωτάς βλ. καλορωτώ, αν μη τι άλλο βλ. άλλος, αν/άμα ..., (εμένα) σφύρα μου/να μου σφυρίξεις (κλέφτικα)/γράψε μου/να μου γράψεις! βλ. σφυρίζω, αν/άμα/όταν ραγίσει/σπάσει το γυαλί (δεν ξανακολλάει) βλ. γυαλί, και να ... και να μην .../κι αν ... κι αν δεν .../να κι αν ... να κι αν δεν βλ. και, ό,τι κι αν/ό,τι και να βλ. ό,τι, όποιος κι αν/και να ... βλ. όποιος, όποτε και/κι αν βλ. όποτε, όπου και να/κι αν βλ. όπου, όπως κ(α)ι αν/και να ... βλ. όπως, όσο κι αν/και να βλ. όσο, όσος κι αν/και να βλ. όσος, όταν και/κι αν βλ. όταν, πήγαινε στη γωνία να δεις αν έρχομαι βλ. γωνία ● βλ. κι αν [< αρχ. ἄν, ἐάν]
2802ΑΝ(ο): Αναγκαστικός Νόμος.
2803αν-1βλ. α-
2804αν-2βλ. ανα-
3637αν/εάν καισύνδ.: εισάγει εναντιωματικές προτάσεις· μολονότι, παρότι, παρόλο που: ~ ~ λέει την αλήθεια, κανείς δεν τον πιστεύει. Πβ. ενώ.
2805ανά[ἀνά] α-νά πρόθ. (+ αιτ.) (λόγ.) για δήλωση 1. επιμερισμού· (για) κάθε: ~ δύο/τετράδες. Αποτελέσματα ~ εκλογική περιφέρεια. Η χρέωση γίνεται ~ δευτερόλεπτο/λεπτό. ΣΥΝ. κατά (5) 2. κατανομής (στον χρόνο ή στον χώρο)· σε όλη τη διάρκεια, σε όλη την έκταση: ~ (= καθ' όλους) τους αιώνες.|| Περιοδεία ~ την επικράτεια. ● ΦΡ.: ανά πάσα στιγμή βλ. στιγμή, ανά τας οδούς και τας ρύμας βλ. ρύμη, ανά χείρας βλ. χειρ, ανά/κατ' έτος βλ. έτος, ανά/κατά ζεύγη βλ. ζεύγος, κατά περίπτωση βλ. περίπτωση, σε/ανά/κατά τακτά χρονικά διαστήματα βλ. διάστημα [< αρχ. ἀνά]
2806ανα- & αν- & ανά- & άν-(λόγ.) πρόθημα λέξεων που δηλώνει 1. επανάληψη: (κυρ. σε ουσ. και ρ.) ανα-βαθμολόγηση/~βίωση (πβ. επανα-)/~δάσωση/~παλαίωση/~σχηματισμός. Ανα-θαρρώ. Ανα-γεννιέμαι (πβ. ξανα-).|| (σε επιστ. όρους) Ανα-βολισμός/~διπλασιασμός. 2. κίνηση προς τα πάνω: ανα-βάτης. Αν-οδικός. Ανά-βαση. Άν-οδος. ΑΝΤ. κατα- & κατ- & καθ- & κατά- & κάτ- & κάθ- (3) 3. έμφαση: ανα-βοώ. Αν-αγαλλιάζω/~αγγελία. Ανά-λαφρος.
2807αναβαθμίδα[ἀναβαθμίδα] α-να-βαθ-μί-δα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αναβαθμός. Πβ. βαθμίδα.αναβαθμίδες (οι) 1. ΓΕΩΡΓ. επίπεδες λωρίδες γης που διαμορφώνονται σε πλαγιές, συνήθ. με ξερολιθιά, για διευκόλυνση της καλλιέργειας· πεζούλες. 2. ΓΕΩΛ. γεωλογικοί σχηματισμοί που μοιάζουν με σκαλοπάτια: θαλάσσιες/ποτάμιες ~. [< γαλλ. terrasses] [< μτγν. ἀναβαθμίς ‘σκαλοπάτι’]
2808αναβαθμίζω[ἀναβαθμίζω] α-να-βαθ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {αναβάθμι-σα, -στηκε (λόγ. -σθηκε), αναβαθμίζ-οντας, -όμενος, αναβαθμι-σμένος} 1. κάνω κάτι ανώτερο ως προς το επίπεδό του· βελτιώνω, προάγω: ~ τις γνώσεις μου/τα επαγγελματικά μου προσόντα. ~στηκε η ποιότητα (ενός προϊόντος)/(τεχνολογικά) η εταιρεία. Προσπάθειες να ~στεί ο θεσμός της ... Συνεχώς ~όμενες υπηρεσίες. Βλ. ανα-δομώ, -νεώνω. ΑΝΤ. υποβαθμίζω, υποβιβάζω, υποτιμώ 2. ΠΛΗΡΟΦ. προσθέτω ή αντικαθιστώ λογισμικό ή υλικό σε κάποιο σύστημα, με σκοπό τη βελτίωση των επιδόσεών του ή την επέκταση των δυνατοτήτων του: ~στηκε το δίκτυο/η μνήμη/η συσκευή. ● βλ. αναβαθμισμένος [< αγγλ. upgrade, 1920]
2809αναβάθμιση[ἀναβάθμιση] α-να-βάθ-μι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναβαθμίζω: αισθητική/ενεργειακή/επαγγελματική/μερική/οριστική/πλήρης/ποιοτική/ριζική/τελική/τεχνολογική ~. ~ του βιοτικού επιπέδου/της δημόσιας διοίκησης/της παιδείας/της περιοχής (: ανάδειξη, ανάπλαση)/των πτυχίων. Πβ. άνοδος, βελτίωση, προαγωγή. Βλ. ανα-δόμηση, -νέωση. ΑΝΤ. υποβάθμιση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ της ιστοσελίδας/(του) λογισμικού/του προγράμματος. Έγινε/κάνω ~ (του/στον υπολογιστή). ● ΣΥΜΠΛ.: αστική αναβάθμιση βλ. αστικός [< αγγλ. upgrading, 1920]
2810αναβαθμίσιμος, η, ο [ἀναβαθμίσιμος] α-να-βαθ-μί-σι-μος επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που μπορεί να αναβαθμιστεί: ~ο: σύστημα. [< αγγλ. upgradable, 1974]
2811αναβαθμισμένος, η, ο [ἀναβαθμισμένος] α-να-βαθ-μι-σμέ-νος επίθ.: που έχει αναβαθμιστεί: ~ος: εξοπλισμός. ~η: περιοχή. ~ες: υπηρεσίες. Ποιοτικά ~ο μοντέλο αυτοκινήτου.|| ~ος: ρόλος. ~η: παρουσία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: έκδοση (λογισμικού). Πβ. βελτιστοποιημένος. ● βλ. αναβαθμίζω [< αγγλ. upgraded, 1935]
2812αναβαθμολόγηση[ἀναβαθμολόγηση] α-να-βαθ-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): επανεξέταση της βαθμολογίας γραπτού σε εξετάσεις σε περίπτωση μεγάλης απόκλισης ανάμεσα στον βαθμό του πρώτου και του δεύτερου βαθμολογητή ή ύστερα από αίτηση του εξεταζομένου: επιτροπή ~ης. Έγινε/έκανε/ζήτησε ~.
2813αναβαθμολογητής[ἀναβαθμολογητής] α-να-βαθ-μο-λο-γη-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αναβαθμολογήτρια}: πρόσωπο που έχει οριστεί να κάνει αναβαθμολόγηση.
2814αναβαθμολογώ[ἀναβαθμολογῶ] α-να-βαθ-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {-είς ...| αναβαθμολόγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: (για αναβαθμολογητή) κάνω αναβαθμολόγηση.
2815αναβαθμός[ἀναβαθμός] α-να-βαθ-μός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.) 1. σκαλοπάτι: κατασκευή ~ών στις κοίτες ρεμάτων και χειμάρρων (: για να μειωθεί η ορμή των νερών).|| ~ φορτώσεως (: ράμπα για φορτοεκφόρτωση υλικού).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~οί της κρηπίδας του ναού. ~οί θεάτρου (: κάθε επάλληλη σειρά εδωλίων, βλ. κλίμακα). ΣΥΝ. αναβαθμίδα 2. (μτφ.) επίπεδο, βαθμίδα: ριζική αλλαγή σε όλους τους ~ούς του συστήματος.αναβαθμοί (οι): ψαλμοί και τροπάρια που ψάλλονται στους εσπερινούς της Μεγάλης Σαρακοστής και στον όρθρο της Κυριακής, αντίστοιχα: ωδή των ~ών. [< αρχ. ἀναβαθμός ‘σειρά σκαλοπατιών’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.