| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2805 | ανά | [ἀνά] α-νά πρόθ. (+ αιτ.) (λόγ.) για δήλωση 1. επιμερισμού· (για) κάθε: ~ δύο/τετράδες. Αποτελέσματα ~ εκλογική περιφέρεια. Η χρέωση γίνεται ~ δευτερόλεπτο/λεπτό. ΣΥΝ. κατά (5) 2. κατανομής (στον χρόνο ή στον χώρο)· σε όλη τη διάρκεια, σε όλη την έκταση: ~ (= καθ' όλους) τους αιώνες.|| Περιοδεία ~ την επικράτεια. ● ΦΡ.: ανά πάσα στιγμή βλ. στιγμή, ανά τας οδούς και τας ρύμας βλ. ρύμη, ανά χείρας βλ. χειρ, ανά/κατ' έτος βλ. έτος, ανά/κατά ζεύγη βλ. ζεύγος, κατά περίπτωση βλ. περίπτωση, σε/ανά/κατά τακτά χρονικά διαστήματα βλ. διάστημα [< αρχ. ἀνά] | |
| 2806 | ανα- & αν- & ανά- & άν- | (λόγ.) πρόθημα λέξεων που δηλώνει 1. επανάληψη: (κυρ. σε ουσ. και ρ.) ανα-βαθμολόγηση/~βίωση (πβ. επανα-)/~δάσωση/~παλαίωση/~σχηματισμός. Ανα-θαρρώ. Ανα-γεννιέμαι (πβ. ξανα-).|| (σε επιστ. όρους) Ανα-βολισμός/~διπλασιασμός. 2. κίνηση προς τα πάνω: ανα-βάτης. Αν-οδικός. Ανά-βαση. Άν-οδος. ΑΝΤ. κατα- & κατ- & καθ- & κατά- & κάτ- & κάθ- (3) 3. έμφαση: ανα-βοώ. Αν-αγαλλιάζω/~αγγελία. Ανά-λαφρος. | |
| 2807 | αναβαθμίδα | [ἀναβαθμίδα] α-να-βαθ-μί-δα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αναβαθμός. Πβ. βαθμίδα. ● αναβαθμίδες (οι) 1. ΓΕΩΡΓ. επίπεδες λωρίδες γης που διαμορφώνονται σε πλαγιές, συνήθ. με ξερολιθιά, για διευκόλυνση της καλλιέργειας· πεζούλες. 2. ΓΕΩΛ. γεωλογικοί σχηματισμοί που μοιάζουν με σκαλοπάτια: θαλάσσιες/ποτάμιες ~. [< γαλλ. terrasses] [< μτγν. ἀναβαθμίς ‘σκαλοπάτι’] | |
| 2808 | αναβαθμίζω | [ἀναβαθμίζω] α-να-βαθ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {αναβάθμι-σα, -στηκε (λόγ. -σθηκε), αναβαθμίζ-οντας, -όμενος, αναβαθμι-σμένος} 1. κάνω κάτι ανώτερο ως προς το επίπεδό του· βελτιώνω, προάγω: ~ τις γνώσεις μου/τα επαγγελματικά μου προσόντα. ~στηκε η ποιότητα (ενός προϊόντος)/(τεχνολογικά) η εταιρεία. Προσπάθειες να ~στεί ο θεσμός της ... Συνεχώς ~όμενες υπηρεσίες. Βλ. ανα-δομώ, -νεώνω. ΑΝΤ. υποβαθμίζω, υποβιβάζω, υποτιμώ 2. ΠΛΗΡΟΦ. προσθέτω ή αντικαθιστώ λογισμικό ή υλικό σε κάποιο σύστημα, με σκοπό τη βελτίωση των επιδόσεών του ή την επέκταση των δυνατοτήτων του: ~στηκε το δίκτυο/η μνήμη/η συσκευή. ● βλ. αναβαθμισμένος [< αγγλ. upgrade, 1920] | |
| 2809 | αναβάθμιση | [ἀναβάθμιση] α-να-βάθ-μι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναβαθμίζω: αισθητική/ενεργειακή/επαγγελματική/μερική/οριστική/πλήρης/ποιοτική/ριζική/τελική/τεχνολογική ~. ~ του βιοτικού επιπέδου/της δημόσιας διοίκησης/της παιδείας/της περιοχής (: ανάδειξη, ανάπλαση)/των πτυχίων. Πβ. άνοδος, βελτίωση, προαγωγή. Βλ. ανα-δόμηση, -νέωση. ΑΝΤ. υποβάθμιση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ της ιστοσελίδας/(του) λογισμικού/του προγράμματος. Έγινε/κάνω ~ (του/στον υπολογιστή). ● ΣΥΜΠΛ.: αστική αναβάθμιση βλ. αστικός [< αγγλ. upgrading, 1920] | |
| 2810 | αναβαθμίσιμος | , η, ο [ἀναβαθμίσιμος] α-να-βαθ-μί-σι-μος επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που μπορεί να αναβαθμιστεί: ~ο: σύστημα. [< αγγλ. upgradable, 1974] | |
| 2811 | αναβαθμισμένος | , η, ο [ἀναβαθμισμένος] α-να-βαθ-μι-σμέ-νος επίθ.: που έχει αναβαθμιστεί: ~ος: εξοπλισμός. ~η: περιοχή. ~ες: υπηρεσίες. Ποιοτικά ~ο μοντέλο αυτοκινήτου.|| ~ος: ρόλος. ~η: παρουσία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: έκδοση (λογισμικού). Πβ. βελτιστοποιημένος. ● βλ. αναβαθμίζω [< αγγλ. upgraded, 1935] | |
| 2812 | αναβαθμολόγηση | [ἀναβαθμολόγηση] α-να-βαθ-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): επανεξέταση της βαθμολογίας γραπτού σε εξετάσεις σε περίπτωση μεγάλης απόκλισης ανάμεσα στον βαθμό του πρώτου και του δεύτερου βαθμολογητή ή ύστερα από αίτηση του εξεταζομένου: επιτροπή ~ης. Έγινε/έκανε/ζήτησε ~. | |
| 2813 | αναβαθμολογητής | [ἀναβαθμολογητής] α-να-βαθ-μο-λο-γη-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αναβαθμολογήτρια}: πρόσωπο που έχει οριστεί να κάνει αναβαθμολόγηση. | |
| 2814 | αναβαθμολογώ | [ἀναβαθμολογῶ] α-να-βαθ-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {-είς ...| αναβαθμολόγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: (για αναβαθμολογητή) κάνω αναβαθμολόγηση. | |
| 2815 | αναβαθμός | [ἀναβαθμός] α-να-βαθ-μός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.) 1. σκαλοπάτι: κατασκευή ~ών στις κοίτες ρεμάτων και χειμάρρων (: για να μειωθεί η ορμή των νερών).|| ~ φορτώσεως (: ράμπα για φορτοεκφόρτωση υλικού).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~οί της κρηπίδας του ναού. ~οί θεάτρου (: κάθε επάλληλη σειρά εδωλίων, βλ. κλίμακα). ΣΥΝ. αναβαθμίδα 2. (μτφ.) επίπεδο, βαθμίδα: ριζική αλλαγή σε όλους τους ~ούς του συστήματος. ● αναβαθμοί (οι): ψαλμοί και τροπάρια που ψάλλονται στους εσπερινούς της Μεγάλης Σαρακοστής και στον όρθρο της Κυριακής, αντίστοιχα: ωδή των ~ών. [< αρχ. ἀναβαθμός ‘σειρά σκαλοπατιών’] | |
| 2816 | ανάβαθος | , η, ο [ἀνάβαθος] α-νά-βα-θος επίθ. (προφ.-λογοτ.): αβαθής, ρηχός: ~α: νερά. [< μεσν. ανάβαθος] | |
| 2817 | αναβάθρα | [ἀναβάθρα] α-να-βά-θρα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. κεκλιμένο επίπεδο, στο μέσο της ανατολικής πλευράς των αρχαίων ναών, για τη διευκόλυνση της ανόδου στο εσωτερικό τους. Πβ. αναβαθμός. 2. ΝΑΥΤ. κινητή σκάλα κυρ. για την επιβίβαση σε πλοίο (ανεμόσκαλα ή σανίδα). Βλ. ράμπα. [< μτγν. ἀναβάθρα] | |
| 2819 | αναβαλλόμενος | , η, ο [ἀναβαλλόμενος] α-να-βαλ-λό-με-νος επίθ.: που αναβάλλεται: ~η: φορολογία. ~ες: απαιτήσεις. ~α: έσοδα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: ακούω/ψέλνω/σέρνω σε κάποιον τον αναβαλλόμενο (προφ.): τρώω γερή κατσάδα από/κατσαδιάζω κάποιον. Πβ. ακούω τα σχολιανά μου, τα εξ αμάξης. ΣΥΝ. ακούω/ψέλνω σε κάποιον τον εξάψαλμο [< μτχ. ενεστ. του ρ. ἀναβάλλομαι, αγγλ. deferred] | |
| 2820 | αναβάλλω | [ἀναβάλλω] α-να-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. ανέβαλλα, αόρ. ανέβαλα | αναβάλλ-εται, -οντας, αναβλήθηκε (λόγ. ανεβλήθη, μτχ. αναβλη-θείς, -θείσα, -θέν), αναβαλλ-όμενος}: δεν κάνω κάτι στον προκαθορισμένο ή κανονισμένο χρόνο, αλλά μεταθέτω την υλοποίησή του στο μέλλον, το αφήνω για αργότερα: Εδώ και καιρό θέλω να σε επισκεφτώ, αλλά διαρκώς/όλο το ~. Το ταξίδι ~εται επ' αόριστον. Η παράσταση ~εται λόγω κακοκαιρίας. Αναβλήθηκε ο γάμος/η δίκη/το μάθημα/το ραντεβού/η πτήση.|| (λόγ.) ~θείς: αγώνας. ~θείσα: συναυλία. Πβ. αναστέλλω. Βλ. ακυρώνω, διακόπτω, ματαιώνω.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~όμενοι: φόροι. ● ΦΡ.: μην αναβάλλεις/μην αφήνεις (ποτέ) για αύριο ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα (παροιμ.): για αποτροπή της αναβλητικότητας. [< γαλλ. il ne faut pas remettre à demain se qu' on peut faire le jour même] [< αρχ. ἀναβάλλω] | |
| 2821 | αναβαπτίζω | [ἀναβαπτίζω] α-να-βα-πτί-ζω ρ. (μτβ.) {αναβάπτι-σε, αναβαπτί-σει | (συνήθ. μεσοπαθ.) αναβαπτί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, αναβαπτιζ-όμενος} (λόγ., συνήθ. + σε): ανανεώνω, αναζωογονώ, αναγεννώ: Προσπάθεια να ~στούν οι Αγώνες (στο πραγματικό πνεύμα του Ολυμπισμού)/να ~στεί η κοινωνία στο δημοκρατικό ιδεώδες. ~όμενοι στο πνεύμα της ελευθερίας. Κίνημα ~σμένο στη λαϊκή βούληση. [< μτγν. ἀναβαπτίζω ‘ξαναβαπτίζω’] | |
| 2822 | αναβάπτιση | [ἀναβάπτιση] α-να-βά-πτι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & αναβάπτισμα (το): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναβαπτίζω: ηθική/ιδεολογική/πνευματική/πολιτική/πολιτιστική ~. ~ ενός θεσμού. ~ των νέων σε αξίες και ιδανικά. ~ στα νάματα της κλασικής παιδείας. ΣΥΝ. αναγέννηση (1), αναζωογόνηση (1), ανανέωση (2) [< μτγν. ἀναβάπτισις, αναβάπτισμα ‘νέο βάφτισμα’] | |
| 2823 | ανάβαση | [ἀνάβαση] α-νά-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. ανέβασμα, σκαρφάλωμα, αναρρίχηση: δύσκολη/επικίνδυνη/ομαδική/πεζοπορική ~. Έκαναν/πραγµατοποίησαν ~ στην κορυφή του βουνού. Βλ. διάσχιση. ΑΝΤ. κατάβαση (1) 2. (ειδικότ.) ράλι σε ανηφορική διαδρομή: ~ αγωνιστικών αυτοκινήτων. [< 1: αρχ. ἀνάβασις, αγγλ. climb 2: αγγλ. climb race] | |
| 2824 | αναβατήρας | [ἀναβατήρας] α-να-βα-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανικό σύστημα ανύψωσης ανθρώπων ή φορτίων: εναέριος ~ χιονοδρομικού κέντρου. Πβ. τελεφερίκ, τηλεκαμπίνα.|| ~ αυτοκινήτων. Βλ. ανελκυστήρας. ΣΥΝ. αναβατόριο, ανυψωτήρας, γερανός (1) 2. (επίσ.) σκαλοπάτι που διευκολύνει την άνοδο ή κάθοδο από όχημα ή σκάφος: ~ βαγονιών. 3. αναβολέας. Βλ. -τήρας. [< 1: γαλλ. élévateur] | |
| 2825 | αναβάτης | [ἀναβάτης] α-να-βά-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αναβάτρια} (επίσ.) 1. πρόσωπο που έχει ανέβει σε άλογο για να το ιππεύσει ή σε δίκυκλο όχημα για να το οδηγήσει: ~ ιπποδρομιών (πβ. τζόκεϊ). Πβ. έφιππος, ιππέας, καβαλάρης.|| ~ες μοτοσικλετών/ποδηλάτων. 2. ορειβάτης. [< 1: αρχ. ἀναβάτης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ