| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36914 | ορθοφρονώ | [ὀρθοφρονῶ] ορ-θο-φρο-νώ ρ. (αμτβ.) {-είς ...} (σπάν.-λόγ.): σκέφτομαι με σύνεση, λογικά: ~εί στις κρίσεις του. [< μεσν. ορθοφρονώ] | |
| 36915 | ορθοφροσύνη | [ὀρθοφροσύνη] ορ-θο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συνετή σκέψη και ορθή κρίση: πολιτική ~. Πβ. ορθολογισμός, περίσκεψη, σωφροσύνη. Βλ. -οσύνη. ΣΥΝ. φρόνηση | |
| 36916 | ορθόφρων | , ων, ον [ὀρθόφρων] ορ-θό-φρων επίθ. (σπάν.-λόγ.): που σκέφτεται συνετά, λογικά: ~ονες: πολίτες. Βλ. -φρων. [< μεσν. ορθόφρων] | |
| 36917 | ορθοφωνία | [ὀρθοφωνία] ορ-θο-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ορθή εκφορά του προφορικού λόγου· ειδικότ. μέθοδοι και ασκήσεις για βελτίωση (σφαλμάτων ή/και προβλημάτων) της άρθρωσης και της ομιλίας: Έχει καλή ~. || Μαθήματα υποκριτικής/φωνητικής και ~ας. Βλ. λογοθεραπεία, ορθοέπεια, φωνιατρική, -φωνία. [< γαλλ. orthophonie, αγγλ. orthophony] | |
| 36918 | ορθοφωνικός | , ή, ό [ὀρθοφωνικός] ορ-θο-φω-νι-κός επίθ. & (σπάν.) ορθοφωνητικός: που σχετίζεται με την ορθοφωνία: ~ή: αγωγή/ικανότητα. ~ές: ασκήσεις. Βλ. -φωνικός. [< γαλλ. orthophonique, αγγλ. orthophonic] | |
| 36919 | ορθοφωτογραφία | [ὀρθοφωτογραφία] ορ-θο-φω-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. αεροφωτογραφία που έχει υποστεί γεωμετρική διόρθωση μέσω φωτογραμμετρικών τεχνικών, ώστε να αποκτήσει ενιαία κλίμακα και να απεικονίζει τα αντικείμενα στην ορθή τους θέση: ψηφιακή ~. Οι ~ες μπορούν να υποκαταστήσουν το τοπογραφικό διάγραμμα. [< αγγλ. orthophoto(graph), 1965] | |
| 36920 | ορθοφωτοχάρτης | [ὀρθοφωτοχάρτης] ορ-θο-φω-το-χάρ-της ουσ. (αρσ.): ΧΑΡΤΟΓΡ. -ΤΟΠΟΓΡ. χάρτης από ορθοφωτογραφίες στον οποίο έχουν προστεθεί χαρτογραφικές πληροφορίες: ~ες μεγάλης κλίμακας. [< αγγλ. orthophotomap, 1967] | |
| 36921 | ορθρινός | , ή, ό [ὀρθρινός] ορ-θρι-νός επίθ. & (σπάν.-λόγ.) όρθριος, α, ο: εωθινός. [< μτγν. ὀρθρινός] | |
| 36922 | όρθρος | [ὄρθρος] όρ-θρος ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Ο) ιερή ακολουθία που τελείται πριν από την ανατολή του ήλιου: πανηγυρικός ~. Ο ~ της Κυριακής. ~ και Θεία Λειτουργία. Βλ. Εσπερινός. 2. χάραμα. ● ΦΡ.: όρθρου βαθέoς (ΚΔ): βαθιά χαράματα. [< 1: μτγν. ὄρθρος 2: αρχ. ~] | |
| 36923 | ορθώνω | [ὀρθώνω] ορ-θώ-νω ρ. (μτβ.) {όρθω-σε, ορθώ-σει, -θηκε, -μένος, ορθών-οντας} 1. σηκώνω: ~ την πλάτη/το σώμα/τους ώμους μου (= ισιώνω). ~σε (= τέντωσε) τ' αυτιά του, για ν' ακούσει. Στάθηκε και ~θηκε ζαλισμένη.|| Το άγαλμα ~εται επιβλητικό στο κέντρο της πλατείας. Βλ. αν~, εγείρω, οικοδομώ, στήνω.|| (μτφ.) Δεν έχει τα κότσια να ~σει λόγο. 2. (μτφ.) προβάλλω εμπόδια ή αντίσταση: ~ει ένα τείχος ανάμεσα στον εαυτό του και τους άλλους. ~θηκαν ενάντια στην καταπίεση (βλ. εξεγείρω). ● ΦΡ.: υψώνω/ορθώνω το ανάστημά μου βλ. ανάστημα [< μεσν. ορθώνω < αρχ. ὀρθῶ, γαλλ. lever] | |
| 36924 | όρθωση | [ὄρθωση] όρ-θω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ορθώνω: ~ του κεφαλιού/των τριχών.|| (μτφ.) ~ εμποδίων/φραγμών. 2. αποκατάσταση ορθοπαιδικών δυσμορφιών ή βελτίωση της κινητικής λειτουργίας· κατ' επέκτ. κάθε ορθοπαιδικό βοήθημα: δυναμική ~. ~ κορμού.|| Σύστημα ~ης και βάδισης. Πβ. ορθωτική. Βλ. αν~. [< αρχ. ὄρθωσις ‘ευημερία, το να κατευθύνει κάποιος σωστά’] | |
| 36925 | ορθωτήρας | [ὀρθωτήρας] ορ-θω-τή-ρας ουσ. (αρσ.) (σπάν.-επιστ.): καθετί που ανορθώνει: ~ του κορμού. Πβ. κηδεμόνας2. Βλ. -τήρας.|| (ΙΑΤΡ., ως επίθ.) ~ες: μύες των τριχών (: που τις ανασηκώνουν ως αντίδραση στο κρύο, τον φόβο). [< αρχ. ὀρθωτήρ ’αυτός που αποκαθιστά, θεραπεύει, τηρεί το δίκαιο’, αγγλ. erector] | |
| 36926 | ορθωτικός | , ή, ό [ὀρθωτικός] ορ-θω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ορθωτική: ~ή: θεραπεία. ~ό: πέλμα. ~οί: πάτοι (παπουτσιών). ~ές: συσκευές. ~ά: μηχανήματα.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. βοηθήματα, είδη). ● Ουσ.: ορθωτική (η): επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την κατασκευή βοηθημάτων για την αποκατάσταση ορθοπαιδικών προβλημάτων και τη βελτίωση της κινητικής λειτουργίας. Πβ. όρθωση. [< αγγλ. orthotics] [< μεσν. ορθωτικός 'ανορθωτικός'] | |
| 36927 | οριακός | , ή, ό [ὀριακός] ο-ρι-α-κός επίθ.: που αγγίζει τα όρια: ~ός: αριθμός. ~ή: ανάκαμψη/αναμέτρηση/άνοδος (των τιμών)/αύξηση/διαφορά/εκλογή/κάμψη/λειτουργία/νίκη (: με πολύ μικρή διαφορά)/οδήγηση (: επικίνδυνη και επιθετική)/περίπτωση/πτώση/ταχύτητα/τιμή/υποχώρηση. ~ό: αποτέλεσμα/προβάδισμα. ~ές: απώλειες/μεταβολές/πράξεις (= ακραίες). Σε ~ό επίπεδο. Ο αποψινός αγώνας είναι ~ (= κρίσιμος) για την ομάδα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: (φορολογικός) συντελεστής. ~ή: ανάλυση. ~ό: κέρδος (πβ. ελάχιστος, στοιχειώδης)/κόστος/προϊόν (εργασίας). (ΜΑΘ.) ~ή: συνθήκη. Κεντρικό ~ό θεώρημα. (ΜΗΧΑΝ.) ~ή: κατάσταση λειτουργικότητας. ● επίρρ.: οριακά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: οριακή διαταραχή προσωπικότητας βλ. διαταραχή, οριακή πλειοψηφία βλ. πλειοψηφία ● ΦΡ.: φτάνω σε οριακό σημείο βλ. σημείο [< αγγλ.-γαλλ. marginal, αγγλ. borderline] | |
| 36928 | ορίγανο | [ὀρίγανο] ο-ρί-γα-νο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ΒΟΤ. ρίγανη. [< αρχ. ὀρίγανον] | |
| 36929 | οριγκάμι | [ὀριγκάμι] ο-ρι-γκά-μι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ιαπωνική χειροτεχνία διπλώματος χαρτιού, ώστε να αναπαριστά αντικείμενα· κατ' επέκτ. το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας. ΣΥΝ. χαρτοδιπλωτική [< αγγλ. origami, 1948 < ιαπων. ori ‘διπλώνω’ + kami ‘χαρτί’, γαλλ. ~, 1954] | |
| 36930 | οριεντάλ | [ὀριεντάλ] ο-ρι-ε-ντάλ επίθ. {άκλ.}: ανατολίτικος: διακόσμηση/κλαμπ ~. Χορός ~ (: της κοιλιάς).|| (ως ουσ.) Μαθήματα ~ (ενν. χορού). Βλ. έθνικ. [< αγγλ.-γαλλ. oriental] | |
| 36931 | οριενταλισμός | [ὀριενταλισμός] ο-ρι-ε-ντα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (κατά τον 19ο και 20ό αι.) δυτική τέχνη της οποίας η θεματική ή το στιλ έχει υιοθετήσει ανατολίτικα στοιχεία· γενικότ. το ενδιαφέρον ή/και η συστηματική μελέτη του πολιτισμού της Ανατολής. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. orientalisme] | |
| 36932 | ορίζοντας | [ὁρίζοντας] ο-ρί-ζο-ντας ουσ. (αρσ.) {οριζόντ-ων} 1. η νοητή, κυκλική γραμμή με την οποία δίνεται η εντύπωση σε παρατηρητή ότι ο ουράνιος θόλος εφάπτεται με την επιφάνεια της Γης ή της θάλασσας: απέραντος/γαλάζιος ~. Ο ήλιος δύει στην άκρη του ~α. Πέρα απ' τον ~α (: το οπτικό πεδίο). Βουνά ανάγλυφα στο βάθος του ~α. Το νησί φάνηκε/χάθηκε στον ~α. Θέα στον ~α της πόλης. 2. ΑΣΤΡΟΝ. ο μεγαλύτερος κύκλος που σχηματίζεται από την τομή της ουράνιας σφαίρας με ένα επίπεδο εφαπτόμενο στην επιφάνεια της Γης: αισθητός/αληθής ή μαθηματικός/νοητός/ορατός ~. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) εύρος ενδιαφερόντων, ενασχολήσεων, γνώσεων, εμπειριών: άτομο με κλειστούς/περιορισμένους ~ες (: με παρωπίδες). Το διάβασμα συντελεί στη διεύρυνση των πνευματικών ~ων. Έλλειψη ~ων και στόχων. 4. (μτφ.) δυνατότητες εξέλιξης και προόδου σε ένα πεδίο δράσης, προοπτικές: επενδυτικός/κοινωνικός/πολιτικός ~ (πβ. ορατότητα). ~ προσδοκιών. Με ~α τριετίας. Ο οικονομικός ~ (= το μέλλον) διαγράφεται σκοτεινός. Διαβλέπω αλλαγές στον διεθνή ~α. Ελπίδα που διαφαίνεται στον ~α. Διαπραγματεύσεις χωρίς ~α. Τίποτα ενδιαφέρον στον ~α. 5. ΓΕΩΛ. (στην στρωματογραφία) διακριτό στρώμα εδάφους το οποίο διαθέτει φυσικά χαρακτηριστικά που το διακρίνουν από τα υπόλοιπα: ανώτερος/ενδιάμεσος/κατώτερος ~. Αργιλικοί/ψαμμιτικοί ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: ορίζοντας γεγονότων: ΑΣΤΡΟΝ. νοητή σφαίρα που περιβάλλει κάθε μαύρη τρύπα και από την οποία τίποτα -ακόμα και το φως- δεν μπορεί να διαφύγει, όταν εισέλθει σε αυτή: η ακτίνα του ~α ~. [< αγγλ. event horizon, 1956] , χρονικός ορίζοντας: χρονική περίοδος, συνήθ. συγκεκριμένη, που μεσολαβεί μέχρι την επίτευξη ενός στόχου: βραχυπρόθεσμος/μεσοπρόθεσμος/μακροπρόθεσμος ~ ~. ~ ~ επίλυσης προβλήματος/εφαρμογής ρύθμισης/ολοκλήρωσης έργου. Με ~ό ~α δεκαετίας. Μέτρα χωρίς ~ό ~α.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ ~ ανάλυσης/αποπληρωμής (δανείου)/επένδυσης/πρόβλεψης. Πβ. χρονοδιάγραμμα., ανοιχτός ορίζοντας βλ. ανοιχτός, κλειστός ορίζοντας βλ. κλειστός, υδροφόρος ορίζοντας βλ. υδροφόρος ● ΦΡ.: ανοίγει (νέους) ορίζοντες: δημιουργεί ευκαιρίες, πρωτοπορεί: Συμφωνία που ~ ~ για την ανάπτυξη.|| Με τη χρήση των πολυμέσων ~ονται νέοι ~ στην εκπαίδευση. Πβ. ανοίγει (νέους/καινούργιους) δρόμους., τα τέσσερα σημεία (του ορίζοντα) βλ. σημείο [< 1: αρχ. ὁρίζων, αγγλ.-γαλλ. horizon, γερμ. Horizont] | |
| 36933 | οριζοντιογραφία | [ὁριζοντιογραφία] ο-ρι-ζο-ντι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. αποτύπωση του ανάγλυφου μιας περιοχής σε οριζόντιο επίπεδο: γενική/υψομετρική ~. ~ του έργου/της οδού. Διαγράμματα ~ας. Βλ. ευθυγραμμία, μηκοτομή. [< αγγλ. horizontal alignment] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ