| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36931 | οριενταλισμός | [ὀριενταλισμός] ο-ρι-ε-ντα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (κατά τον 19ο και 20ό αι.) δυτική τέχνη της οποίας η θεματική ή το στιλ έχει υιοθετήσει ανατολίτικα στοιχεία· γενικότ. το ενδιαφέρον ή/και η συστηματική μελέτη του πολιτισμού της Ανατολής. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. orientalisme] | |
| 36932 | ορίζοντας | [ὁρίζοντας] ο-ρί-ζο-ντας ουσ. (αρσ.) {οριζόντ-ων} 1. η νοητή, κυκλική γραμμή με την οποία δίνεται η εντύπωση σε παρατηρητή ότι ο ουράνιος θόλος εφάπτεται με την επιφάνεια της Γης ή της θάλασσας: απέραντος/γαλάζιος ~. Ο ήλιος δύει στην άκρη του ~α. Πέρα απ' τον ~α (: το οπτικό πεδίο). Βουνά ανάγλυφα στο βάθος του ~α. Το νησί φάνηκε/χάθηκε στον ~α. Θέα στον ~α της πόλης. 2. ΑΣΤΡΟΝ. ο μεγαλύτερος κύκλος που σχηματίζεται από την τομή της ουράνιας σφαίρας με ένα επίπεδο εφαπτόμενο στην επιφάνεια της Γης: αισθητός/αληθής ή μαθηματικός/νοητός/ορατός ~. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) εύρος ενδιαφερόντων, ενασχολήσεων, γνώσεων, εμπειριών: άτομο με κλειστούς/περιορισμένους ~ες (: με παρωπίδες). Το διάβασμα συντελεί στη διεύρυνση των πνευματικών ~ων. Έλλειψη ~ων και στόχων. 4. (μτφ.) δυνατότητες εξέλιξης και προόδου σε ένα πεδίο δράσης, προοπτικές: επενδυτικός/κοινωνικός/πολιτικός ~ (πβ. ορατότητα). ~ προσδοκιών. Με ~α τριετίας. Ο οικονομικός ~ (= το μέλλον) διαγράφεται σκοτεινός. Διαβλέπω αλλαγές στον διεθνή ~α. Ελπίδα που διαφαίνεται στον ~α. Διαπραγματεύσεις χωρίς ~α. Τίποτα ενδιαφέρον στον ~α. 5. ΓΕΩΛ. (στην στρωματογραφία) διακριτό στρώμα εδάφους το οποίο διαθέτει φυσικά χαρακτηριστικά που το διακρίνουν από τα υπόλοιπα: ανώτερος/ενδιάμεσος/κατώτερος ~. Αργιλικοί/ψαμμιτικοί ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: ορίζοντας γεγονότων: ΑΣΤΡΟΝ. νοητή σφαίρα που περιβάλλει κάθε μαύρη τρύπα και από την οποία τίποτα -ακόμα και το φως- δεν μπορεί να διαφύγει, όταν εισέλθει σε αυτή: η ακτίνα του ~α ~. [< αγγλ. event horizon, 1956] , χρονικός ορίζοντας: χρονική περίοδος, συνήθ. συγκεκριμένη, που μεσολαβεί μέχρι την επίτευξη ενός στόχου: βραχυπρόθεσμος/μεσοπρόθεσμος/μακροπρόθεσμος ~ ~. ~ ~ επίλυσης προβλήματος/εφαρμογής ρύθμισης/ολοκλήρωσης έργου. Με ~ό ~α δεκαετίας. Μέτρα χωρίς ~ό ~α.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ ~ ανάλυσης/αποπληρωμής (δανείου)/επένδυσης/πρόβλεψης. Πβ. χρονοδιάγραμμα., ανοιχτός ορίζοντας βλ. ανοιχτός, κλειστός ορίζοντας βλ. κλειστός, υδροφόρος ορίζοντας βλ. υδροφόρος ● ΦΡ.: ανοίγει (νέους) ορίζοντες: δημιουργεί ευκαιρίες, πρωτοπορεί: Συμφωνία που ~ ~ για την ανάπτυξη.|| Με τη χρήση των πολυμέσων ~ονται νέοι ~ στην εκπαίδευση. Πβ. ανοίγει (νέους/καινούργιους) δρόμους., τα τέσσερα σημεία (του ορίζοντα) βλ. σημείο [< 1: αρχ. ὁρίζων, αγγλ.-γαλλ. horizon, γερμ. Horizont] | |
| 36933 | οριζοντιογραφία | [ὁριζοντιογραφία] ο-ρι-ζο-ντι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. αποτύπωση του ανάγλυφου μιας περιοχής σε οριζόντιο επίπεδο: γενική/υψομετρική ~. ~ του έργου/της οδού. Διαγράμματα ~ας. Βλ. ευθυγραμμία, μηκοτομή. [< αγγλ. horizontal alignment] | |
| 36934 | οριζόντιος | , α, ο [ὁριζόντιος] ο-ρι-ζό-ντι-ος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίου} 1. που είναι παράλληλος προς τον ορίζοντα και την επιφάνεια του εδάφους: ~ος: καταψύκτης/σωλήνας. ~α: απόσταση/γραμμή/διάταξη/ευθεία/θέση/θήκη/καλωδίωση/κίνηση/πτήση/σήμανση (οδών)/τομή/τοποθέτηση. ~ο: δίκτυο/δοκάρι (τέρματος). ~οι: αρμοί/δοκοί. ~ες: αυλακώσεις/ζώνες/περσίδες/ρίγες/σανίδες.|| (ΦΥΣ.) ~α: βολή/δύναμη/μετατόπιση/πόλωση/ταχύτητα. ~ο: επίπεδο. ~α μετακίνηση αέριων μαζών.|| (ΓΕΩΛ.) ~ος: διαμελισμός. ~α: μετατόπιση. ~ο: ρήγμα.|| (ΒΙΟΛ.) ~α: μεταφορά γονιδίων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ο: μενού (πλοήγησης). ΑΝΤ. κάθετος (1), κατακόρυφος (1) 2. που σχετίζεται με οντότητες που ανήκουν στο ίδιο επίπεδο διαφορετικών συστημάτων ή δομών ιεραρχίας· γενικότ. που βασίζεται στην ομοιογένεια: ~ος: (επαγγελματικός) διαχωρισμός/κανονισμός. ~α: διασύνδεση (μαθημάτων)/ενημέρωση/οργάνωση/πολιτική. ~οι: κανόνες/στόχοι (κοινοτικού ενδιαφέροντος). ~ες: δράσεις/δραστηριότητες/προτεραιότητες/σχέσεις. ~α: ζητήματα/θέματα/προγράμματα (της Ευρωπαϊκής Ένωσης).|| (ΟΙΚΟΝ., κυρ. για επιχειρήσεις:) ~α: επέκταση. ~ες: συμπράξεις. Συμφωνίες ~ας συνεργασίας. ΑΝΤ. κάθετος (4) 3. ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τον ορίζοντα: ~α: παράλλαξη (: η μέγιστη παράλλαξη που παρατηρείται, όταν το ουράνιο σώμα είναι στον ορίζοντα). Σύστημα ~ων συντεταγμένων (: αζιμούθιο και ύψος). ● επίρρ.: οριζόντια & (λόγ.) οριζοντίως ● ΣΥΜΠΛ.: οριζόντια ιδιοκτησία βλ. ιδιοκτησία, οριζόντια ολοκλήρωση βλ. ολοκλήρωση ● ΦΡ.: οριζοντίως και καθέτως (προφ.-επιτατ.): εντελώς: Διαφωνώ ~ ~! [< γαλλ.-αγγλ. horizontal] | |
| 36935 | οριζοντιότητα | [ὀριζοντιότητα] ο-ρι-ζο-ντι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του οριζόντιου: ~ του δαπέδου/της επιφάνειας/της ευθείας/του πατώματος/της πλάκας. Βλ. αλφάδι, κλίση.|| (ΓΕΩΛ.) Η αρχή της ~ας (: τα ιζήματα αποτίθενται σε οριζόντια στρώματα παράλληλα προς την επιφάνεια της Γης). Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. καθετότητα [< γαλλ. horizontalité, αγγλ. horizontality] | |
| 36936 | οριζοντιώνω | [ὁριζοντιώνω] ο-ρι-ζο-ντι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {οριζοντίω-σε, οριζοντιώ-θηκα, -μένος}: φέρνω σε οριζόντια θέση: ~ το σώμα μου (πβ. ισιώνω). Ο πιλότος ~σε το αεροπλάνο.|| Τον ~σε (: τον έριξε κάτω). ● Παθ.: οριζοντιώνομαι: (για πρόσ.) ξαπλώνω ή (για πράγμα) αποκτώ οριζόντια στάση: (κυρ. προφ.) Πάω να ~θώ (= να ξαπλώσω). ~θηκε (= κρεβατώθηκε) με πυρετό. Είναι ~μένος στον καναπέ.|| Ο τερματοφύλακας ~θηκε, για να αποκρούσει την μπάλα. | |
| 36937 | οριζοντίωση | [ὁριζοντίωση] ο-ρι-ζο-ντί-ω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του οριζοντιώνω: απόλυτη/αυτόματη/τέλεια ~. Ακριβής ~ οργάνου. ~ του αεροσκάφους πριν την προσγείωση/του σώματος στην επιφάνεια του νερού. Αεροστάθμη για ~. Πβ. αλφάδιασμα. Βλ. ευθυγράμμιση, ίσιωμα. | |
| 36938 | ορίζουσα | [ὁρίζουσα] ο-ρί-ζου-σα ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. χαρακτηριστικό μέγεθος τετραγωνικού πίνακα με εφαρμογές στην επίλυση συστημάτων γραμμικών εξισώσεων: αρνητική/θετική/μηδενική ~. Συναρτησιακές ~ες. Ανάπτυγμα/τιμή της ~ας. [< γαλλ. déterminant] | |
| 36939 | ορίζω | [ὁρίζω] ο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {όρι-σα, ορί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, ορίζ-οντας, -όμενος, (λόγ.) ουδ. μτχ. -ον} 1. (συνήθ. για επίσημη Αρχή ή έγγραφο) υπαγορεύω ρητά, καθορίζω: Το άρθρο/ο κανονισμός/ο νόμος/η προκήρυξη/το Σύνταγμα ~ει ότι ... Βάσει όσων ~ει η εγκύκλιος ... Η σύμβαση ~ει σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών. Σύμφωνα με αυτά που ~ονται από τις διατάξεις ... Πβ. επιβάλλω. 2. παίρνω οριστική συνήθ. απόφαση, κανονίζω: Δεν ~σαν (: έκλεισαν) ακόμα ημερομηνία γάμου/συνάντηση. Στα ... ευρώ αναμένεται να ~στεί η τιμή του νέου μοντέλου (αυτοκινήτου). ~στηκε η δικάσιμος της προσφυγής/προθεσμία υποβολής των αιτήσεων. Ως πρωταρχικός στόχος ~στηκε ... Πβ. προσδι~. 3. αναθέτω αρμοδιότητα ή καθήκον· διορίζω: Η επιτροπή ~σε ομόφωνα τα τακτικά μέλη. ~στηκε διευθυντής/σύμβουλος/υπεύθυνος/υπουργός. Πβ. τοποθετώ. 4. δίνω τον ορισμό μιας έννοιας: Πώς ~εις τη λέξη ...; Η γλώσσα ~εται ως ... (ΦΙΛΟΣ.) Στην ταυτολογική πρόταση το ~ον περιέχει το ~όμενο. 5. οριοθετώ: Γραμμές που ~ουν τις λωρίδες κυκλοφορίας.|| Η περιοχή ~εται βόρεια από τον ποταμό ... 6. ελέγχω, εξουσιάζω: Ο καθένας ~ει τη ζωή/τύχη του.|| Νέες τάσεις που ~ουν (: διαμορφώνουν) τη μόδα.|| (παλαιότ.) Τσιφλικάς που ~ζε όλη την περιοχή. 7. (σπάν.-λαϊκό) διατάζω: Θα κάνω ό,τι ~εις. Πβ. προστάζω. ● ΦΡ.: καλώς όρισες/ορίσατε & καλωσόρισες/καλωσορίσατε: καλώς ήρθες, καλώς ήρθατε. Βλ. καλωσόρισμα. [< αρχ. ὁρίζω] | |
| 36940 | όριο | [ὅριο] ό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ορί-ου | -ων} 1. η ανώτερη ή κατώτερη τιμή την οποία είναι δυνατόν ή συνήθ. επιτρέπεται να λάβει ένα μέγεθος: αυστηρό/(προ)καθορισμένο/νόμιμο/σαφές/συμβολικό/υποχρεωτικό ~. Βαθμολογικό/πληθυσμιακό/χρονικό (βλ. περιθώριο) ~. ~ ασφαλείας/διακύμανσης/κυβισμού/στάθμης. Διεύρυνση/θέσπιση/κατάργηση ~ων. Επιτρεπόμενο ~ εκπομπής (ρύπων)/έντασης (ήχου)/κατανάλωσης (αλκοόλ). Μέσα σε επιτρεπτά ~α. Παραβίαση ~ου ταχύτητας. Κατ’ ανώτατο ~. || (ΟΙΚΟΝ.) Πιστωτικό ~. ~ (υπερ)ανάληψης μετρητών/προϋπολογισμού. Ανώτατο/κατώτατο ~ αποδοχών/δανεισμού/εισοδήματος/συνταξιοδότησης. Ελάχιστο/μέγιστο ~ (πβ. οροφή, πλαφόν) παραγωγής αγαθού. Βλ. μάξιμουμ, μίνιμουμ. 2. (επιστ.) το σημείο στο οποίο τείνει να φτάσει κάποιο μέγεθος: απόλυτο ~. (ΜΑΘ.) ~ ακολουθίας/συνάρτησης. (ΦΥΣ.-ΜΗΧΑΝ.) Θερμοκρασιακό ~. ~ αντοχής/ελαστικότητας/θραύσης/πίεσης. 3. σύνορο, άκρο· σημείο από το οποίο αρχίζει ή στο οποίο τελειώνει κάτι (και συχνά ξεκινά κάτι άλλο): ανατολικό/βόρειο/δυτικό/νότιο ~. Γεωγραφικά ~α. Τα διοικητικά/φυσικά ~α του νομού. Τα ~α του νησιού/της πόλης. Εκτός/εντός των ~ων του οικισμού.|| Χωρικά ~α. Χάραξη των ~ων του αρχαιολογικού χώρου.|| Τα ~α της κλασικής περιόδου.|| (μτφ.) Τα ~α της ανοχής/δεοντολογίας/ελευθερίας/ηθικής. 4. (μτφ.-επιτατ.) ακραίο σημείο ή πλαίσιο που συνήθ., αν ξεπεραστεί, έχει αρνητικές συνέπειες: Έφτασε στα ~α της απελπισίας/απογοήτευσης/τρέλας. Βρίσκεται στο έσχατο ~ (= τέρμα) της απόγνωσης. Η αναίδειά του υπερέβη κάθε ~. Η υπομονή έχει και τα ~ά της. Ζει στα ~α (πβ. στην κόψη του ξυραφιού). Έχω επίγνωση των ~ων μου (: ξέρω μέχρι πού μπορώ να φτάσω).|| Αυτό που λες είναι είναι πέρα από τα ~α της λογικής. (συνήθ. ως έκφραση αγανάκτησης) Όλα έχουν/σε όλα υπάρχει ένα ~ (: κάπου πρέπει να σταματούν). Πρέπει να μπει/τεθεί ένα ~ (πβ. μέτρο) στην ασυδοσία. 5. νοητή γραμμή διάκρισης δύο αντίθετων εννοιών: το λεπτό ~ μεταξύ αλήθειας και ψέματος/πραγματικότητας και φαντασίας. Τα ασαφή ~α ανάμεσα στο αστείο και το σοβαρό. Πβ. διαχωριστική γραμμή. ● όρια (τα): περιορισμοί: Το φιλμ ξεφεύγει από τα στενά ~ των ταινιών τρόμου. ● ΣΥΜΠΛ.: αφορολόγητο (όριο) βλ. αφορολόγητος, όριο ηλικίας βλ. ηλικία, το προσδόκιμο ζωής/επιβίωσης βλ. προσδόκιμος ● ΦΡ.: δεν έχει όρια/όριο (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): για να δηλωθεί ότι κάτι γίνεται σε υπερβολικό βαθμό: Η ανοησία/το θράσος του ~ ~., δίχως/χωρίς όρια/όριο & (λόγ.) άνευ ορίων/ορίου: για κάτι που εκδηλώνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό· χωρίς περιορισμούς: αγάπη/απόλαυση/ηλιθιότητα/υποκρισία ~ ~. Πβ. χωρίς φραγμούς., μέχρι(ς) ενός ορίου: για να δηλωθεί ότι κάτι είναι ως ένα σημείο εφικτό, ανεκτό ή επιτρεπόμενο: Άλλαξε τρόπο σκέψης, ~ ~ φυσικά! ΣΥΝ. ως έναν βαθμό, αγγίζω τα όρια βλ. αγγίζω, όριο της φτώχειας βλ. φτώχεια [< αρχ. ὅριον ‘σύνορο’, γαλλ. limite] | |
| 36941 | οριογραμμή | [ὀριογραμμή] ο-ρι-ο-γραμ-μή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κάθε γραμμή που καθορίζει ή υποδεικνύει όρια, άκρα: θαλάσσια/χερσαία ~. ~ του αιγιαλού και της παραλίας (βλ. ακτογραμμή). ~ του οδοστρώματος/του ρέματος/των συνόρων (= συν~). Μετακίνηση/χάραξη ~ής. Βλ. διαχωριστική γραμμή.|| (σπανιότ.-μτφ.) ~ μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. [< αγγλ. boundary line] | |
| 36942 | οριοθέτης | [ὀριοθέτης] ο-ρι-ο-θέ-της ουσ. (αρσ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. χαρακτήρας ή ακολουθία χαρακτήρων -συνήθ. σημεία στίξης- που δηλώνουν την αρχή ή το τέλος ενός στοιχείου προγραμματισμού: ~ κειμένου/πεδίου. Βλ. στηλοθέτης. 2. (σπάν.) κάποιος ή κάτι που θέτει όρια. Βλ. -θέτης. [< 1: αγγλ. delimiter, 1958] | |
| 36943 | οριοθέτηση | [ὁριοθέτηση] ο-ρι-ο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-επίσ.) οριοθεσία: εντοπισμός, καθορισμός ή/και αποσαφήνιση ορίων: αυθαίρετη/αυστηρή ~. Γεωγραφική/εδαφική/θαλάσσια ~. ~ αιγιαλού/ακινήτων/δασών/έκτασης/έργου/οικισμών/οικοπέδων/(πληγείσας/προστατευόμενης) περιοχής/υφαλοκρηπίδας/χειμάρρου/χώρου (βλ. χωροθέτηση). Γραμμή/μελέτη/πλαίσιο ~ης.|| Εννοιολογική/θεσμική/ιδεολογική/νομική/πολιτική/συνταγματική ~. ~ αρμοδιοτήτων/δικαιωμάτων/θέματος/καθηκόντων/προβλήματος/ρόλων/στόχων/τιμών/υποχρεώσεων. ~ του περιεχομένου των συνομιλιών. ~ των σχέσεων μεταξύ ... Πβ. περιχαράκωση. ΣΥΝ. οροθεσία, οροθέτηση [< γαλλ. délimitation] | |
| 36944 | οριοθετώ | [ὁριοθετῶ] ο-ρι-ο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {-είς... | οριοθέτ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. θέτω όρια: Οι σημαδούρες ~ούν την περιοχή κολύμβησης. Ο χώρος ~ήθηκε με περίφραξη. ~ημένη: διαδρομή/έκταση/ζώνη. ~ημένοι: οικισμοί.|| ~ τους στόχους μου. Οι οδηγίες ~ούν το πλαίσιο εντός του οποίου ... ~ούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών βάσει του κανονισμού. ~ήθηκε χρονικά η υλοποίηση του προγράμματος. ~ημένοι: ρόλοι.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ημένο: αρχείο κειμένου (βλ. οριοθέτης). Πβ. καθ-, προσδι-ορίζω. ΣΥΝ. οροθετώ 2. σηματοδοτώ: Γεγονός που ~εί την αρχή/το τέλος μιας εποχής. Βλ. -θετώ. [< μτγν. ὁριοθετῶ, γαλλ. délimiter, αγγλ. delimit(ate)] | |
| 36945 | όρισμα | [ὅρισμα] ό-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {ορίσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΜΑΘ. ανεξάρτητη μεταβλητή από την τιμή της οποίας εξαρτάται η τιμή συνάρτησης: ~ μιγαδικού. 2. ΠΛΗΡΟΦ. μεταβλητή, η τιμή της οποίας καθορίζει την τιμή μιας συνάρτησης: πρώτο/δεύτερο ~. ~ γραμμής (εντολών). Προαιρετικά ~ατα. [< αρχ. ὅρισμα 'όριο', αγγλ.-γαλλ. argument] | |
| 36946 | ορισμένος | , η, ο [ὁρισμένος] ο-ρι-σμέ-νος επίθ. 1. καθορισμένος: Σαφώς ~ χώρος στάθμευσης. Η θητεία του στην επιτροπή έχει ~η διάρκεια. Η λήξη προσδιορίζεται με ~η ημερομηνία. Η κάρτα ισχύει για ~ο χρονικό διάστημα. Κάθε τμήμα έχει ~ο αριθμό μαθητών. Σε ~ο τόπο και χρόνο. Εντός ~ης προθεσμίας. Καταβολή ~ου ποσού. Η χορήγηση άδειας θα γίνει κάτω από ~ους όρους. 2. συγκεκριμένος: Το θέμα απαιτεί ~η συμπεριφορά. Μέχρι/ως ένα ~ο σημείο (πβ. ως έναν βαθμό). Η θεραπεία προτείνεται μόνο σε ~ες περιπτώσεις. Υπό ~ες προϋποθέσεις. Η οικονομική κρίση έγινε αισθητή σε ~ους τομείς. 3. κάποιος: Υπάρχει ένας ~ βαθμός απογοήτευσης. Έκανα ~ες σκέψεις γύρω από το θέμα. ~ες φορές η σιωπή είναι χρυσός. Παρακάτω ακολουθούν ~α παραδείγματα.|| (για πρόσ.) ~οι άνθρωποι ... Μίλησε με ~α από τα μέλη του σωματείου. ● Ουσ.: ορισμένοι, ορισμένες (οι): μερικοί: ~οι μιλούν για/υποστηρίζουν ότι ... ~οι το πήραν στραβά. ~οι από τους συνιδιοκτήτες διαφώνησαν. ~ες θα παρεξηγηθούν. [< αρχ. ὡρισμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ὁρίζω] | |
| 36947 | ορισμένως | [ὁρισμένως] ο-ρι-σμέ-νως επίρρ. (σπάν.-λόγ.): δίχως άλλο, ασφαλώς: Απέρριψε ~ την πρόταση. ~ πρόκειται για μια ευχάριστη εξέλιξη. [< αρχ. ὡρισμένως] | |
| 36948 | ορισμός | [ὁρισμός] ο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. περιγραφή και διατύπωση της σημασίας και ουσίας λέξης, έννοιας, έκφρασης: ακριβής/αναλυτικός/αντικειμενικός/αυστηρός/γενικός/έγκυρος/εναλλακτικός/επιστημονικός/κυκλικός/λειτουργικός/προτεινόμενος/σαφής/σύντομος/σωστός ~. Διεθνώς/κοινά αποδεκτός ~. Ανάλυση/απόδοση ~ού. Ο επίσημος ~ του όρου ... Διεύρυνση της ερμηνείας ~ού. Δίνω έναν ~ό.|| (σε λεξικό:) ~ λημμάτων. Πβ. ερμήνευμα.|| (μτφ.) Η ζωή του αποτελεί/συνιστά τον ~ό της αξιοπρέπειας (πβ. επιτομή). 2. διορισμός προσώπου ή φορέα σε μια θέση· και ανάθεση αρμοδιοτήτων: ~ αντιπροσώπου/γραμματέα/διαιτητή/δικηγόρου/εκπροσώπου/επιτροπής/μέλους/συντονιστή/υπευθύνου. Ανακοίνωση/απόφαση/διαδικασία/πράξη ~ού. Δεν αποδέχθηκε τον ~ό του ως υποψηφίου για ... 3. προσδιορισμός: ~ διαδικασίας/έργου/θέματος/κανόνων/κριτηρίων/παραμέτρων/προβλήματος. Συμφωνημένος ~ τιμών. ~ της ημερομηνίας διεξαγωγής των εξετάσεων. Πβ. καθ~.|| Κατά τους ~ούς του παρόντος άρθρου/νόμου ... (: όπως ορίζει ...).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Γλώσσα ~ού δεδομένων (: που καθορίζει δομές και τμήματα μιας βάσης δεδομέων). 4. προσταγή: (σπάν.) Για ό,τι θελήσετε στους ~ούς σας (: στις διαταγές σας)!|| (ΛΑΟΓΡ., στα χριστουγεννιάτικα κάλαντα:) "Καλήν εσπέραν άρχοντες, κι αν είναι ~ σας ..." Βλ. -ισμός. ● ΦΡ.: εξ ορισμού (λόγ.): για κάτι δεδομένο, που προκύπτει από τον ίδιο τον ορισμό μιας σημασίας: ~ ~ αντίφαση. Αφού είναι λικέρ, είναι ~ ~ γλυκό. ~ ~ δίνονται μόνο δύο πιθανές απαντήσεις (σωστό/λάθος). [< αρχ. ὁρισμός, γαλλ. définition, αγγλ. definition] | |
| 36949 | ορίστε | [ὁρίστε] ο-ρί-στε επιφών. 1. (εμφατ.) ως έκφραση αγανάκτησης, έκπληξης ή ικανοποίησης, περηφάνιας ή για να επιστήσουμε την προσοχή κάποιου σε κάτι: ~ (κύριοι) κατάσταση/πράγματα! ~ (= κοίτα) πού φτάσαμε! ~! Λογαριασμό θα σου δώσω; ~ μας!|| ~ (λοιπόν), το έφτιαξα!|| ~ πώς γίνεται/τι συνέβη/το αποτέλεσμα! ΣΥΝ. ιδού, να2 (1) 2. (+ προστ. ή ισοδύναμη έκφραση ή ερώτηση) σε περιπτώσεις που ζητάμε από κάποιον να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια: ~, καθίστε/περάστε!|| (ως στερεότυπη απάντηση σε τηλεφώνημα, πβ. εμπρός, λέγετε, ναι) ~, παρακαλώ!|| (όταν κάποιος δεν άκουσε καλά) ~, είπατε κάτι/πώς είπατε; (ή ειρων.) ~; Μίλησε κανείς;|| (δηλώνει δυσάρεστη παραχώρηση στην επιμονή του άλλου) ~, κάν' το εσύ, αφού μπορείς καλύτερα!|| (εκφράζει αρνητ. συνήθ. έκπληξη) ~; Άκουσα καλά; Με αποκάλεσε ...; || (ως διευκρινιστική ερώτηση): ~; (= τι θέλετε να πείτε; τι εννοείτε;). 3. ως ευγενική απάντηση στο κάλεσμα κάποιου (και ως προτροπή να μας πει τι θέλει): -Μαρία! -~, κ. διευθυντά, με ζητήσατε; -Γκαρσόν! -~, παρακαλώ, τι θα πάρετε; ΣΥΝ. μάλιστα (1) 4. (ως δεικτ. μόρ.) δείχνει ευγένεια, σεβασμό προς το άτομο στο οποίο δίνουμε, προσφέρουμε κάτι: ~, κυρία μου, τα πράγματά/τα ρέστα σας! ~ (= να) το ουζάκι σας! ● βλ. όρσε [< προστ. πληθ. του ρ. ορίζω] | |
| 36950 | οριστική | [ὁριστική] ο-ρι-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. έγκλιση η οποία εκφράζει το πραγματικό, το βέβαιο, το αληθινό: ~ αορίστου/(συντελεσμένου) μέλλοντα/παρακειμένου/παρατατικού/υπερσυντέλικου. Να κλιθεί το ρήμα "..." στην ~ ενεστώτα. Βλ. ευκτική, προστακτική, υποτακτική. [< μτγν. ὁριστική (ἔγκλισις)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ