| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36950 | οριστική | [ὁριστική] ο-ρι-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. έγκλιση η οποία εκφράζει το πραγματικό, το βέβαιο, το αληθινό: ~ αορίστου/(συντελεσμένου) μέλλοντα/παρακειμένου/παρατατικού/υπερσυντέλικου. Να κλιθεί το ρήμα "..." στην ~ ενεστώτα. Βλ. ευκτική, προστακτική, υποτακτική. [< μτγν. ὁριστική (ἔγκλισις)] | |
| 36951 | οριστικοποίηση | [ὁριστικοποίηση] ο-ρι-στι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του οριστικοποιώ: επίσημη ~. ~ των αποτελεσμάτων/της απόφασης/των διαπραγματεύσεων/των δρομολογίων/της εγγραφής/της εξαγοράς/της ημερομηνίας (πβ. κλείδωμα)/των μέτρων/της μορφής (κειμένου)/του προϋπολογισμού/της σύμβασης/της συμφωνίας/της συνεργασίας/του σχεδίου. Διαδικασία ~ης. Βλ. κλείσιμο, ολοκλήρωση. [< αγγλ. finalization, finalisation, 1927] | |
| 36952 | οριστικοποιώ | [ὁριστικοποιῶ] ο-ρι-στι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | οριστικοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ώντας, -ημένος}: κάνω κάτι οριστικό ή του δίνω τελική μορφή: Οι δύο εταιρείες ~ησαν τη συνεργασία τους. Το συμβούλιο αναμένεται να ~ήσει την απόφασή του εντός των ημερών. ~ήθηκε η διαδικασία/η λίστα/το πρόγραμμα/η πώληση/η συγχώνευση/η συμμετοχή/η συμφωνία. Τα κριτήρια για την επιλογή των υποψηφίων δεν έχουν ~ηθεί ακόμα. ~ημένο: πόρισμα. Πβ. φιξάρω. Βλ. κλείνω, ολοκληρώνω, -ποιώ. [< αγγλ. finalize, γαλλ. finaliser, 1936] | |
| 36953 | οριστικός | , ή, ό [ὁριστικός] ο-ρι-στι-κός επίθ. 1. που έχει λάβει την τελική του μορφή και δεν πρόκειται να υποστεί αλλαγές, τελικός: ~ός: αποκλεισμός/κατάλογος/πίνακας (βαθμολογίας)/προϋπολογισμός/χωρισμός. ~ή: ανάκληση/απαλλαγή/απάντηση/απόλυση/απομάκρυνση/απόσυρση/αποχώρηση/δήλωση (φόρου)/διαγραφή/διακοπή/διάλυση/διευθέτηση/εγκατάλειψη/έγκριση/έκδοση/ένταξη/επίλυση/κατάργηση/κρίση/λύση/ματαίωση/μορφή/παραλαβή (έργου)/παύση/ρήξη/συμφωνία. ~ό: διαζύγιο/κείμενο/κλείσιμο/ξεκαθάρισμα/πρόγραμμα/συμβόλαιο/τέλος. ~ά: αποτελέσματα/μέτρα. ~ό "όχι" είπαν στην πρόταση για ... (επιτατ.) Η απόφαση είναι ~ή και αμετάκλητη.|| (σπανιότ., για πρόσ.) ~ός: νικητής. Βλ. προσδι~. ΣΥΝ. τελειωτικός (1), τελεσίδικος, τετελεσμένος ΑΝΤ. αόριστος (1) 2. ΓΡΑΜΜ. που χρησιμοποιείται για να ορίσει επακριβώς κάτι: ~ή: έγκλιση (= ~ή). ~ό: άρθρο (: ο, η, το). ~ές: αντωνυμίες. ΑΝΤ. αόριστος (2) ● επίρρ.: οριστικά & (λόγ.) -ώς [ῶς] [< 1: αρχ. ὁριστικός, γαλλ. définitif, αγγλ. definitive 2: γαλλ. défini] | |
| 36954 | οριστικότητα | [ὁριστικότητα] ο-ρι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του οριστικού: η ~ (= το αμετάκλητο) του θανάτου. Βλ. -ότητα.[< αγγλ. definitiveness] | |
| 36955 | ορίτζιναλ | [ὀρίτζιναλ] ο-ρί-τζι-ναλ επίθ. {άκλ.} (προφ.): αυθεντικός, γνήσιος: ~ σιντί (ΑΝΤ. πλαστό)/ταινία. Προτιμώ την ~ βερσιόν του τραγουδιού.|| (για πρόσ.) ~ ξανθιά (= φυσική). Είναι ~ λαϊκός τραγουδιστής. ΣΥΝ. βέρος ΑΝΤ. γιαλαντζί, μαϊμού (2) [< αγγλ. original] | |
| 36956 | όρκα | [ὅρκα] όρ-κα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. & όρκη: σαρκοφάγο, μεγαλόσωμο θαλάσσιο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Orcinus orca) με μεγάλα κωνικά δόντια, μαύρη ράχη και πλευρά, άσπρη κοιλιά, καθώς και μεγάλο ραχιαίο πτερύγιο: Η ~ λέγεται και φάλαινα δολοφόνος. 2. (μτφ.) εύσωμη και κακιά γυναίκα. Πβ. φάλαινα. [< 1: γαλλ. orque] | |
| 36957 | ορκίζω | [ὁρκίζω] ορ-κί-ζω ρ. (μτβ.) {όρκι-σε, ορκί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος, ορκιζ-όμενος, ορκίζ-οντας} 1. (συχνά σε επίσημη τελετή ορκωμοσίας) εκφωνώ όρκο που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, για να αναλάβει κάποιος αξίωμα ή καθήκον: Ο Σεβασμιότατος μητροπολίτης ~σε τον νέο δήμαρχο. Ο πρόεδρος του τμήματος ~σε τους αποφοίτους.|| (ΙΣΤ., στην Επανάσταση του 1821) Ο μοναχός ~σε τους οπλαρχηγούς. 2. αναγκάζω κάποιον να πάρει όρκο ή γενικότ. τον εκλιπαρώ να δώσει τον λόγο του ότι (δεν) θα κάνει κάτι: Τον ~σε στον Θεό να μην αποκαλύψει το μυστικό.|| Την ~σε να του κάνει μια τελευταία χάρη. ● Παθ.: ορκίζομαι 1. παίρνω επίσημο όρκο: ~στηκε αξιωματικός/βουλευτής/διδάκτορας/δικηγόρος/υπουργός. ~εται σήμερα η νέα βουλή. Η νέα κυβέρνηση ~στηκε ενώπιον/παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας. Οι νεοδιορισθέντες εκπαιδευτικοί κλήθηκαν να ~στούν και να αναλάβουν υπηρεσία.|| Οι Ορθόδοξοι ~ονται στο Ευαγγέλιο.|| (προφ.) Πότε ~εσαι (: παίρνεις πτυχίο);|| ~ονται στο όνομά του (: τον σέβονται και τον εμπιστεύονται απόλυτα). 2. (γενικότ.) δεσμεύομαι ηθικά, υπόσχομαι ή διαβεβαιώνω: Σου ~ σε ό,τι έχω ιερό, δεν το ήξερα. Δεν σου είπα ψέματα, σου τ' ~. ~στηκε να μην το ξανακάνει. ~στηκαν (αιώνια) αγάπη/εκδίκηση/πίστη/υπακοή/φιλία. Νομίζω ότι έτσι έγινε, αλλά δεν ~ κιόλας. Πβ. δίνω τον λόγο μου/τον λόγο της τιμής μου, ομνύω. [< αρχ. ὁρκίζω] | |
| 36958 | όρκιση | [ὅρκιση] όρ-κι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ορκωμοσία: ~ των κληρικών/της κυβέρνησης/των μαρτύρων/των πραγματογνωμόνων. | |
| 36959 | ορκισμένος | , η, ο [ὁρκισμένος] ορ-κι-σμέ-νος επίθ. 1. φανατικός: ~ος: εργένης (πβ. αμετανόητος)/οπαδός (πβ. ταγμένος). ~οι: αντίπαλοι (βλ. αιώνιος)/εχθροί (βλ. άσπονδος). 2. που έχει ορκιστεί: ~ να αποκαλύψει την αλήθεια/να πάρει εκδίκηση. | |
| 36960 | ορκοδοσία | [ὁρκοδοσία] ορ-κο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ορκωμοσία: θρησκευτική ~. Βλ. -δοσία. | |
| 36961 | όρκος | [ὅρκος] όρ-κος ουσ. (αρσ.): επίσημη δέσμευση που αναλαμβάνει κάποιος επικαλούμενος τα θεία ή κάτι που θεωρείται ιερό· γενικότ. σοβαρή, ρητή υπόσχεση: (ΝΟΜ.) βεβαιωτικός/θρησκευτικός/πολιτικός/στρατιωτικός ~. ~ βουλευτών/δημοσίων λειτουργών/μαρτύρων. ~ ενώπιον του δικαστηρίου. Κείμενο/τελετή ~ου (= ορκωμοσία). Απαγγελία/καταπάτηση (= επιορκία)/κατάργηση/παράβαση/παραβίαση/τήρηση (του) ~ου. Ανανέωση (συζυγικών)/ανταλλαγή (γαμήλιων) ~ων. Βλ. ένορκος.|| (ΑΡΧ.) ~ των Αθηναίων εφήβων/οπλιτών. (ΙΣΤ.) ~ της Φιλικής Εταιρείας.|| ~ (αιώνιας) αγάπης/εκδίκησης/νίκης (: που δίνεται από αθλητές πριν από κρίσιμο αγώνα)/πίστης/σιωπής (= ομερτά)/τιμής. Έδωσε βαρύ ~ο. Έσπασε/πρόδωσε τον ~ο του. ● ΣΥΜΠΛ.: επαγωγή όρκου βλ. επαγωγή, ο όρκος του Ιπποκράτη βλ. Ιπποκράτης, ολυμπιακός όρκος βλ. ολυμπιακός, όρκος αίματος βλ. αίμα ● ΦΡ.: παίρνω όρκο (μτφ.): είμαι απόλυτα σίγουρος για κάτι: Χωρίς να παίρνω και ~, νομίζω ότι την είδα στο τρένο. ΣΥΝ. βάζω το χέρι μου στη φωτιά, βάζω/πάω στοίχημα (2), κόβω το κεφάλι/χέρι μου [< αρχ. ὅρκος] | |
| 36962 | ορκωμοσία | [ὁρκωμοσία] ορ-κω-μο-σί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): διαδικασία κατά την οποία δίνει κάποιος επίσημα όρκο και συνεκδ. η αντίστοιχη τελετή: ~ αποφοίτων/βουλευτών/δημάρχων/δημοσίων υπαλλήλων/μαρτύρων/νεοσυλλέκτων/(πρωθ)υπουργού/φοιτητών. Άδεια/αίτηση/πρακτικό/πρωτόκολλο ~ας. ~ νέας κυβέρνησης ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας. (για νεοδιόριστους εκπαιδευτικούς:) ~ και ανάληψη υπηρεσίας. ΣΥΝ. όρκιση [< μτγν. ὁρκωμοσία] | |
| 36963 | ορκωτός | , ή, ό [ὁρκωτός] ορ-κω-τός επίθ. ΝΟΜ. 1. που έχει λάβει επίσημη κρατική εξουσιοδότηση για την άσκηση του επαγγέλματός του: ~ός: διερμηνέας/εκτιμητής/μεταφραστής/πραγματογνώμονας. Αναπληρωματικός/έκτακτος/τακτικός ~ (ελεγκτής) λογιστής (: για τη διενέργεια ελέγχων σε επιχειρήσεις· βλ. ΣΟΕΛ).|| (κατ' επέκτ.) ~ές: μεταφράσεις. 2. (για δικαστήριο) που αποτελείται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους: (κ. ως ουσ.) μικτό ~ό (ενν. εφετείο). [< μτγν. ὁρκωτός, γαλλ. juré] | |
| 36964 | ορλόν | [ὀρλόν] ορ-λόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: υφαντική συνθετική ύλη που δεν τσαλακώνει εύκολα. Βλ. ακρυλικές ίνες, νάιλον, ρεγιόν. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Orlon, 1948, γαλλ. ~ 1950] | |
| 36965 | ορμαθός | [ὁρμαθός] ορ-μα-θός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. αρμαθιά. 2. (μτφ.) πλήθος: ~ ανακοινώσεων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ χαρακτήρων (πβ. συμβολοσειρά). [< αρχ. ὁρμαθός] | |
| 36966 | ορμάω | βλ. ορμώ | |
| 36967 | ορμέμφυτος | , η, ο [ὁρμέμφυτος] ορ-μέμ-φυ-τος επίθ. (λόγ.): ενστικτώδης, αυθόρμητος: ~η: ανάγκη/επιθυμία/τάση. ● Ουσ.: ορμέμφυτο (το): έμφυτη ορμή, ένστικτο: αρχέγονο/ερωτικό/σκοτεινό/φυσικό ~. [< γερμ. Naturtrieb, angeborener Trieb] | |
| 36968 | ορμή | [ὁρμή] ορ-μή ουσ. (θηλ.) 1. κίνηση προς ορισμένη κατεύθυνση η οποία εκδηλώνεται με ταχύτητα ή φόρα και συνήθ. επιθετική διάθεση· γενικότ. σφοδρότητα: Έπεσε πάνω στο τζάμι με ~. Χίμηξε πάνω της με ~ και μένος.|| Η (καταστροφική) ~ του αέρα/της βροχής/της καταιγίδας/των κυμάτων/του νερού/του ποταμού/της φωτιάς. 2. ΦΥΣ. διανυσματικό μέγεθος το οποίο ισούται με το γινόμενο της μάζας ενός σώματος επί την ταχύτητά του: αρχική/γενικευμένη/γραμμική/γωνιακή (βλ. στροφ~)/μηδενική/ολική/τελική ~. Η ~ του συστήματος/του σωματιδίου. Το ισοζύγιο/η μεταβολή/το μέτρο/η τιμή της ~ής. Πυκνότητα ~ής. ~ και πίεση ακτινοβολίας. 3. (μτφ.) έντονη διάθεση, ζωντάνια· ώθηση: ακαταμάχητη/ακατανίκητη/ζωτική ~. Πνευματική/ψυχική ~. ~ για δημιουργία/δράση/ζωή. Η ~ του λόγου/της νιότης. (αρνητ. συνυποδ.) Κατακτητική/πολεμική ~.|| Προγράμματα που δίνουν νέα ~ στην ανάπτυξη της τεχνολογίας. 4. ΨΥΧΟΛ. έμφυτη τάση του ανθρώπου για ικανοποίηση των βιολογικών του αναγκών: ασυνείδητη ~. ~ για (αυτο)συντήρηση. Βλ. παρόρμηση. ● ορμές (οι): το γενετήσιο ένστικτο: ανεξέλεγκτες/ασυγκράτητες/έντονες/εφηβικές/φυσικές ~. Ικανοποίηση/καταπίεση των ~ών. Βλ. ορμέμφυτο. ● ΣΥΜΠΛ.: γενετήσια ορμή/γενετήσιο ένστικτο βλ. γενετήσιος ● ΦΡ.: εν βρασμώ ψυχής βλ. βρασμός [< 1: αρχ. ὁρμή 2: γαλλ. impulsion 3,4: γαλλ. élan, γερμ. Trieb] | |
| 36969 | ορμηνεύω | [ὁρμηνεύω] ορ-μη-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {ορμήν-εψε, -εμένος} (λαϊκό): δασκαλεύω: Έτσι τον ~εψαν, έτσι έπραξε. Πάντοτε σωστά ~εμένος από ... Πβ. καθοδηγώ, νουθετώ, συμβουλεύω. [< μεσν. ορμηνεύω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ