| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 36970 | ορμήνια | [ὁρμήνια] ορ-μή-νια ουσ. (θηλ.) & ορμήνεια (λαϊκό): δασκάλεμα, συμβουλή: οι ~ιες των φίλων. [< μεσν. ορμηνεία, ορμηνειά] | |
| 36971 | ορμητήριο | [ὁρμητήριο] ορ-μη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): τόπος ή χώρος που αποτελεί αφετηρία, βάση για να ξεκινήσει κάποιος μια δραστηριότητα: πολεμικό/στρατιωτικό ~. ~ αγωνιστών/ανταρτών/επαναστατών. ~ βίας/παρανομίας. Το νησί χρησίμεψε ως ~ των πειρατών.|| ~ δράσης. Η περιοχή αποτελεί ~ για εκδρομές/εξερευνήσεις/εξορμήσεις/περιηγήσεις. Έχοντας ως/με ~ ... Βλ. προπύργιο, -τήριο. [< αρχ. ὁρμητήριον] | |
| 36972 | ορμητικός | , ή, ό [ὁρμητικός] ορ-μη-τι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ή εκδηλώνεται με ορμή: ~ός: άνεμος/καταρράκτης/ποταμός/χείμαρρος. ~ή: βροχή/καταιγίδα/ροή. ~ό: κύμα/ρέμα/ρεύμα. ~ά: νερά.|| (μτφ.) ~ή: ανάπτυξη/διάθεση/δύναμη/εισβολή/επίθεση. ~ό: πλήθος. Πβ. βίαιος, σφοδρός, φορτσάτος, φουριόζος.|| (για πρόσ.) ~ός: χαρακτήρας. ● επίρρ.: ορμητικά & (λόγ.) -ώς [ῶς] [< αρχ. ὁρμητικός] | |
| 36973 | ορμητικότητα | [ὁρμητικότητα] ορ-μη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ορμητικού: η ~ του νερού.|| (μτφ.) Νεανική ~. Πβ. βιαιότητα, σφοδρότητα, φόρα, φούρια. Βλ. παρ~. | |
| 36974 | ορμιά | [ὁρμιά] ορ-μιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): αρμίδι, πετονιά: ~ βυθού. [< αρχ. ὁρμιά] | |
| 36975 | ορμίδι | βλ. αρμίδι | |
| 36976 | ορμόνη | [ὁρμόνη] ορ-μό-νη ουσ. (θηλ.) {ορμον-ών}: ΒΙΟΧ. χημική ουσία η οποία εκκρίνεται από τους ενδοκρινείς αδένες με σκοπό τη ρύθμιση της λειτουργίας οργάνου ή ιστού στο(ν) οποίο μεταφέρεται μέσω του αίματος: αντιδιουρητική (= βαζοπρεσίνη)/εκλυτική/θυρεοειδική (: θυροξίνη)/παγκρεατική (= ινσουλίνη)/στεροειδής/φυτική (= φυτο~) ~. ~ του υποθαλάμου και της υπόφυσης. Η ~ της αγάπης (: οξυτοκίνη)/της όρεξης (: γκρελίνη)/του στρες (: κορτιζόλη). ~ που διεγείρει (: αδρεναλίνη)/είναι υπεύθυνη για ... Ανεπάρκεια/παραγωγή/υπερέκκριση ~ης. Τα επίπεδα/οι τιμές μιας ~ης. Ανδρικές (π.χ. τεστοστερόνη)/γυναικείες (π.χ. προγεστερόνη) ~ες. Γεννητικές/μητρικές/σεξουαλικές ~ες. Απελευθέρωση/δυσαναλογία/μέτρηση ~ών. Βλ. -όνη, παραθ~, φερομόνη. ● ορμόνες (οι) (προφ.) 1. κυρ. γυναικείες ορμόνες: αυξημένες ~. 2. συνθετικές ουσίες με δράση παρόμοια με αυτή των ορμονών στον οργανισμό: αναβολικές ~. Παίρνει ~ για τον θυρεοειδή. Θεραπεία (= ορμονοθεραπεία)/λήψη/χορήγηση ~ών στην εμμηνόπαυση. 3. (αρνητ. συνυποδ.) αυξητικές ορμόνες που χορηγούνται σε φυτά ή ζώα: κρέατα γεμάτα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αυξητική/σωματοτρόπος ορμόνη 1. πρωτεΐνη που εκκρίνεται από την υπόφυση, προάγει τη σωματική ανάπτυξη και παίζει καθοριστικό ρόλο στον μεταβολισμό· η αντίστοιχη τεχνητή ουσία: ανθρώπινη ~ ~. Πβ. σωματοτροπίνη.|| Θεραπεία με ~ ~.|| ~ές ~ες για σωματική ενίσχυση. 2. {κυρ. στον πληθ.} κάθε φυσική ή συνθετική ουσία που ρυθμίζει την ανάπτυξη των ζώων ή φυτών: χρήση ~ών ~ών στην εκτροφή βοοειδών. Βλ. αγροχημικά, αυξίνη. [< αγγλ. growth/somatotrop(h)ic hormone, 1924] , παραθυρεοειδής ορμόνη βλ. παραθυρεοειδής [< αγγλ. hormone, 1905, γαλλ. hormone, 1911] | |
| 36977 | ορμονικός | , ή, ό [ὁρμονικός] ορ-μο-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. -ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τις ορμόνες: ~ός: έλεγχος. ~ή: (αν)ισορροπία/αντισύλληψη/δράση/(δυσ)λειτουργία/θεραπεία (= ορμονοθεραπεία)/ρύθμιση/υποκατάσταση. ~ό: πρόβλημα/προφίλ/σύστημα. ~οί: παράγοντες. ~ές: αλλαγές/ανωμαλίες/διαταραχές/εξετάσεις. ~ά: αίτια/επίπεδα/σκευάσματα/φάρμακα. ΣΥΝ. ορμονολογικός ● επίρρ.: ορμονικά ● ΣΥΜΠΛ.: ενδοκρινικοί/ορμονικοί διαταράκτες βλ. διαταράκτης [< αγγλ. hormonal, 1926, γαλλ. ~, 1941] | |
| 36978 | ορμονοθεραπεία | [ὁρμονοθεραπεία] ορ-μο-νο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική αγωγή με χορήγηση ορμονών: επικουρική ~. ~ υποκατάστασης. Η ~ στον καρκίνο του μαστού/του προστάτη. Βλ. -θεραπεία. [< γαλλ. hormonothérapie, 1935, αγγλ. hormone therapy, 1914] | |
| 36979 | ορμονολογικός | , ή, ό [ὁρμονολογικός] ορ-μο-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. -ΙΑΤΡ. ορμονικός: ~ός: έλεγχος. ~ό: εργαστήριο/πρόβλημα. ~ές: διαταραχές/εξετάσεις. Βλ. ενδοκρινολογικός.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα νοσοκομείου). [< αγγλ. hormonal, 1926, γαλλ. ~, 1941] | |
| 36980 | όρμος | [ὅρμος] όρ-μος ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. μικρός κόλπος: ανοιχτός/απάνεμος/βαθύς/βραχώδης/γραφικός/κλειστός/προστατευμένος/φυσικός ~. Ο μυχός του ~ου. Πβ. αγκάλη, αγκυροβόλιο, κολπίσκος. Βλ. ράδα. ● Υποκ.: ορμίσκος (ο) [< αρχ. ὅρμος] | |
| 36981 | ορμώ | [ὁρμῶ] ορ-μώ ρ. (αμτβ.) {-άς ... | όρμ-ησα (λαϊκό) -ηξα, -ώμαι, -άται ..., -ήθηκε, -ώμενος, -ώντας} & ορμάω: κινούμαι με φόρα, ορμή ή με επιθετική διάθεση (συνήθ. εναντίον κάποιου): ~ησε σαν σίφουνας στο δωμάτιο/τρέχοντας προς τις σκάλες. Πβ. (ξε)μπουκάρω.|| Το πλήθος ~ησε εξαγριωμένο προς το μέρος της, για να τη λιντσάρει. Το σκυλί ~ησε (= ρίχτηκε, χίμηξε) καταπάνω του. Πβ. εφ~. Βλ. εισ~, εξ~.|| (για έντονη εκδήλωση σεξουαλικής ορμής) Της ~ηξε.|| (μτφ.) Έκανε ένα λάθος και όλοι ~ησαν να τον φάνε (: του επιτέθηκαν λεκτικά). ΣΥΝ. ξεχύνομαι ● Παθ.: ορμώμαι (λόγ.) 1. έχω κάτι ως αιτία ή αφετηρία· αφορμώμαι: ~άται από εγωιστικά κίνητρα. Από πού ~ώμενος τον κατηγορείς; 2. κατάγομαι: εξ Αθηνών ~ώμενος. [< αρχ. ὁρμῶ] | |
| 36982 | όρνεο | βλ. όρνιο | |
| 36983 | όρνιθα | [ὄρνιθα] όρ-νι-θα ουσ. (θηλ.) {ορνίθ-ων}: ΟΡΝΙΘ. κότα: (επίσ.) ωοτόκες ~ες. ~ες ωοπαραγωγής. Κόρυζα ~ων.|| (ΜΥΘ.) Στυμφαλίδες ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσοφόρος κότα/όρνιθα βλ. χρυσοφόρος [< μεσν. όρνιθα < αρχ. ὄρνις] | |
| 36984 | ορνίθι | [ὀρνίθι] ορ-νί-θι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. κοτόπουλο. [< αρχ. ὀρνίθιον] | |
| 36985 | ορνιθοειδή | [ὀρνιθοειδῆ] ορ-νι-θο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ορνιθοειδές}: ΟΡΝΙΘ. ορνιθόμορφα. [< μτγν. ὀρνιθοειδής] | |
| 36986 | ορνιθολογία | [ὀρνιθολογία] ορ-νι-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. κλάδος της ζωολογίας που ασχολείται με τη μελέτη των πτηνών. Βλ. -λογία. [< γαλλ. ornithologie, αγγλ. ornithology] | |
| 36987 | ορνιθολογικός | , ή, ό [ὀρνιθολογικός] ορ-νι-θο-λο-γι-κός επίθ.: ΟΡΝΙΘ. που σχετίζεται με την ορνιθολογία ή τον ορνιθολόγο: ~ός: σταθμός. ~ή: αξία (περιοχής)/πανίδα. ~ό: ενδιαφέρον. [< γαλλ. ornithologique, αγγλ. ornithological] | |
| 36988 | ορνιθολόγος | [ὀρνιθολόγος] ορ-νι-θο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικός στην ορνιθολογία: βιολόγος/δασολόγος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. ornithologue, γερμ. Ornithologe, αγγλ. ornithologist] | |
| 36989 | ορνιθόμορφα | [ὀρνιθόμορφα] ορ-νι-θό-μορ-φα ουσ. (ουδ.) (τα): ΟΡΝΙΘ. τάξη πτηνών (όπως η όρνιθα, η γαλοπούλα, η πέρδικα, ο φασιανός) με βαρύ σώμα, μικρό κεφάλι, κοντά πόδια, κοντό ράμφος και κοντές φτερούγες που είναι ικανά για σύντομες μόνο πτήσεις. ΣΥΝ. ορνιθοειδή [< μεσν. ορνιθόμορφος 'που έχει μορφή πουλιού', γαλλ. galliformes] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ