Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37640-37660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36990ορνιθοπανίδα[ὀρνιθοπανίδα] ορ-νι-θο-πα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. το σύνολο των πτηνών που ζουν σε ορισμένη περιοχή ή βιότοπο: άγρια/μεταναστευτική/σπάνια/υδρόβια ~. Προστασία της ~ας. Βλ. ιχθυοπανίδα. ΣΥΝ. πτηνοπανίδα [< αγγλ. avifauna, γαλλ. avifaune, 1966]
36991ορνιθόρυγχος[ὀρνιθόρυγχος] ορ-νι-θό-ρυγ-χος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύγχου}: ΖΩΟΛ. αμφίβιο ωοτόκο θηλαστικό (γένος Ornithorhynchus) με νηκτική μεμβράνη ανάμεσα στα δάχτυλα, πλατύ ράμφος, μακριά επίπεδη ουρά και κοντά πόδια, που ζει στην Αυστραλία και την Τασμανία. Βλ. μονοτρήματα. ΣΥΝ. πλατύποδας [< γαλλ. ornithorynque, αγγλ. ornithorhynchus]
36992ορνιθοσκαλίσματα[ὀρνιθοσκαλίσματα] ορ-νι-θο-σκα-λί-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ορνιθοσκάλισμα} (οικ.): δυσανάγνωστος γραφικός χαρακτήρας: ακαταλαβίστικα/ανορθόγραφα/παιδικά ~. Γραπτό γεμάτο μουτζούρες και ~. Πβ. ιερογλυφικά. ΣΥΝ. κολλυβογράμματα (2)
36993ορνιθοτροφείο[ὀρνιθοτροφεῖο] ορ-νι-θο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.): πτηνοτροφείο. Βλ. -τροφείο. [< μτγν. ὀρνιθοτροφεῖον]
36994ορνιθοτροφία[ὀρνιθοτροφία] ορ-νι-θο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): πτηνοτροφία. Βλ. -τροφία. [< μτγν. ὀρνιθοτροφία]
36995ορνιθοτρόφος[ὀρνιθοτρόφος] ορ-νι-θο-τρό-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (σπάν.): πτηνοτρόφος. Βλ. -τρόφος. [< μτγν. ὀρνιθοτρόφος]
36996ορνιθώνας[ὀρνιθώνας] ορ-νι-θώ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κοτέτσι. Βλ. -ώνας. [< μτγν. ὀρνιθών]
36997όρνιο[ὄρνιο] όρ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} & (λόγ.) όρνεο 1. ΟΡΝΙΘ. είδος γύπα· γενικότ. κάθε μεγάλο αρπακτικό πουλί: πτωματοφάγο ~. Τα ~α έκαναν κύκλους γύρω από το ψοφίμι. 2. (μειωτ.) κουτός, αφελής ή άσχετος άνθρωπος: Τι κάνεις εκεί, ρε ~! 3. (μτφ.) για πρόσωπο που έχει έντονα αρπακτικές ή επιθετικές τάσεις: Έκανε ένα λάθος και όρμηξαν όλοι σαν ~α πάνω του να τον φάνε. Έχουν ριχτεί σαν τα ~α να κερδίσουν λεφτά. [< 1: αρχ. ὄρνεον ‘πουλί’, μεσν. όρνιο]
36998ορντέβρ[ὀρντέβρ] ορ-ντέβρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ορεκτικό. [< γαλλ. hors-d΄œuvre]
36999ορντινάτσα[ὀρντινάτσα] ορ-ντι-νά-τσα ουσ. (θηλ.) & ορντινάντσα (προφ.): (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που ακολουθεί κάποιον, συνήθ. ανώτερό του, και υπακούει πιστά στις εντολές του: ~ των αφεντικών/επωνύμων/ισχυρών. Βλ. τσιράκι. [< ιταλ. ordinanza]
37000ορο1- & ορό-(λόγ.): α' συνθετικό λέξεων με αναφορά σε διαχωριστικό όριο: ορο-θέτηση (πβ. οριο-).|| (μτφ.) Ορό-σημο.
37001ορο2-& ορό-: ΙΑΤΡ. α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον ανθρώπινο κυρ. ορό: ορο-διαγνωστική.
37002ορο3- & ορεο-& ορεό- (λόγ.): α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται σε όρος, βουνό: ορο-σειρά.|| Ορεο-γραφία.
37003οροαντίδραση[ὀροαντίδραση] ο-ρο-α-ντί-δρα-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αντίδραση η οποία δείχνει την ύπαρξη αντισώματος ή αντιγόνου στον ορό του αίματος. [< γαλλ. séroréaction, αγγλ. seroreaction]
37004οροαρνητικός, ή, ό [ὀροαρνητικός] ο-ρο-αρ-νη-τι-κός επίθ. ΙΑΤΡ. 1. (για πρόσ. ή ζώο) του οποίου η αιματολογική ανάλυση δεν αποδεικνύει την παρουσία ιού στον οργανισμό και ειδικότ. του HIV: ~ό: άτομο. ~οί: ασθενείς.|| ~οί: σκύλοι. Βλ. οροθετικός. 2. (για νόσο) που χαρακτηρίζεται από την απουσία συγκεκριμένου αυτοαντισώματος στο αίμα: ~ή: αρθρίτιδα/μυασθένεια. [< γαλλ. séronegatif, αρχές 20ού αι., αγγλ. seronegative, 1927]
37005ορόγαλα[ὀρόγαλα] ο-ρό-γα-λα ουσ. (ουδ.) (σπάν.): ορός γάλακτος, τυρόγαλα.
37006ορογενές[ὀρογενές] ο-ρο-γε-νές ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. επίμηκες τμήμα του φλοιού της Γης που έχει διαβρωθεί από ορογένεση. [< αγγλ. orogen, 1923, γαλλ. orogène]
37007ορογένεση[ὀρογένεση] ο-ρο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. γεωτεκτονικές διεργασίες μέσω των οποίων δημιουργούνται οι ορεινοί όγκοι: αλπική ~. Βλ. -γένεση, τεκτονική. [< γαλλ. orogenèse, 1910, αγγλ. orogenesis, orogeny]
37008ορογενετικός, ή, ό [ὀρογενετικός] ο-ρο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την ορογένεση: ~ή: διαδικασία/φάση. ~ό: τόξο. ~ές: ζώνες/κινήσεις. ~ά: συστήματα. [< γαλλ. orogénique, αγγλ. orogenetic]
37009ορογόνος, ος, ο [ὀρογόνος] ο-ρο-γό-νος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που εκκρίνει ορό: ~ος: θύλακας/χιτώνας (της μήτρας). ~οι: υμένες (: περιτόναιο, περικάρδιο, υπεζωκότας). Βλ. -γόνος. [< γαλλ. séreux]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.