Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [37660-37680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
36994ορνιθοτροφία[ὀρνιθοτροφία] ορ-νι-θο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): πτηνοτροφία. Βλ. -τροφία. [< μτγν. ὀρνιθοτροφία]
36995ορνιθοτρόφος[ὀρνιθοτρόφος] ορ-νι-θο-τρό-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (σπάν.): πτηνοτρόφος. Βλ. -τρόφος. [< μτγν. ὀρνιθοτρόφος]
36996ορνιθώνας[ὀρνιθώνας] ορ-νι-θώ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κοτέτσι. Βλ. -ώνας. [< μτγν. ὀρνιθών]
36997όρνιο[ὄρνιο] όρ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} & (λόγ.) όρνεο 1. ΟΡΝΙΘ. είδος γύπα· γενικότ. κάθε μεγάλο αρπακτικό πουλί: πτωματοφάγο ~. Τα ~α έκαναν κύκλους γύρω από το ψοφίμι. 2. (μειωτ.) κουτός, αφελής ή άσχετος άνθρωπος: Τι κάνεις εκεί, ρε ~! 3. (μτφ.) για πρόσωπο που έχει έντονα αρπακτικές ή επιθετικές τάσεις: Έκανε ένα λάθος και όρμηξαν όλοι σαν ~α πάνω του να τον φάνε. Έχουν ριχτεί σαν τα ~α να κερδίσουν λεφτά. [< 1: αρχ. ὄρνεον ‘πουλί’, μεσν. όρνιο]
36998ορντέβρ[ὀρντέβρ] ορ-ντέβρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ορεκτικό. [< γαλλ. hors-d΄œuvre]
36999ορντινάτσα[ὀρντινάτσα] ορ-ντι-νά-τσα ουσ. (θηλ.) & ορντινάντσα (προφ.): (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που ακολουθεί κάποιον, συνήθ. ανώτερό του, και υπακούει πιστά στις εντολές του: ~ των αφεντικών/επωνύμων/ισχυρών. Βλ. τσιράκι. [< ιταλ. ordinanza]
37000ορο1- & ορό-(λόγ.): α' συνθετικό λέξεων με αναφορά σε διαχωριστικό όριο: ορο-θέτηση (πβ. οριο-).|| (μτφ.) Ορό-σημο.
37001ορο2-& ορό-: ΙΑΤΡ. α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στον ανθρώπινο κυρ. ορό: ορο-διαγνωστική.
37002ορο3- & ορεο-& ορεό- (λόγ.): α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται σε όρος, βουνό: ορο-σειρά.|| Ορεο-γραφία.
37003οροαντίδραση[ὀροαντίδραση] ο-ρο-α-ντί-δρα-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αντίδραση η οποία δείχνει την ύπαρξη αντισώματος ή αντιγόνου στον ορό του αίματος. [< γαλλ. séroréaction, αγγλ. seroreaction]
37004οροαρνητικός, ή, ό [ὀροαρνητικός] ο-ρο-αρ-νη-τι-κός επίθ. ΙΑΤΡ. 1. (για πρόσ. ή ζώο) του οποίου η αιματολογική ανάλυση δεν αποδεικνύει την παρουσία ιού στον οργανισμό και ειδικότ. του HIV: ~ό: άτομο. ~οί: ασθενείς.|| ~οί: σκύλοι. Βλ. οροθετικός. 2. (για νόσο) που χαρακτηρίζεται από την απουσία συγκεκριμένου αυτοαντισώματος στο αίμα: ~ή: αρθρίτιδα/μυασθένεια. [< γαλλ. séronegatif, αρχές 20ού αι., αγγλ. seronegative, 1927]
37005ορόγαλα[ὀρόγαλα] ο-ρό-γα-λα ουσ. (ουδ.) (σπάν.): ορός γάλακτος, τυρόγαλα.
37006ορογενές[ὀρογενές] ο-ρο-γε-νές ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. επίμηκες τμήμα του φλοιού της Γης που έχει διαβρωθεί από ορογένεση. [< αγγλ. orogen, 1923, γαλλ. orogène]
37007ορογένεση[ὀρογένεση] ο-ρο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. γεωτεκτονικές διεργασίες μέσω των οποίων δημιουργούνται οι ορεινοί όγκοι: αλπική ~. Βλ. -γένεση, τεκτονική. [< γαλλ. orogenèse, 1910, αγγλ. orogenesis, orogeny]
37008ορογενετικός, ή, ό [ὀρογενετικός] ο-ρο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την ορογένεση: ~ή: διαδικασία/φάση. ~ό: τόξο. ~ές: ζώνες/κινήσεις. ~ά: συστήματα. [< γαλλ. orogénique, αγγλ. orogenetic]
37009ορογόνος, ος, ο [ὀρογόνος] ο-ρο-γό-νος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που εκκρίνει ορό: ~ος: θύλακας/χιτώνας (της μήτρας). ~οι: υμένες (: περιτόναιο, περικάρδιο, υπεζωκότας). Βλ. -γόνος. [< γαλλ. séreux]
37010ορογραφία1βλ. ορεογραφία
37011ορογραφία2[ὁρογραφία] ο-ρο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. πρακτική εφαρμογή της ορολογίας που περιλαμβάνει τη συλλογή, εγγραφή και παρουσίαση ορολογικών δεδομένων και από την οποία προκύπτουν χρηστικά εργαλεία, όπως τα λεξικά. Βλ. λεξικογραφία, τεχνογλωσσία. [< μεσν. ορογραφία 'περιγραφή, προσδιορισμός', αγγλ. terminography, γαλλ. terminographie]
37012ορογραφικός, ή, ό βλ. ορεογραφικός
37013οροδιαγνωστική[ὀροδιαγνωστική] ο-ρο-δι-α-γνω-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαγνωστική των λοιμώξεων μέσω του ορού του αίματος. [< γαλλ. sérodiagnostic, αγγλ. serodiagnosis]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.