| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37010 | ορογραφία1 | βλ. ορεογραφία | |
| 37011 | ορογραφία2 | [ὁρογραφία] ο-ρο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. πρακτική εφαρμογή της ορολογίας που περιλαμβάνει τη συλλογή, εγγραφή και παρουσίαση ορολογικών δεδομένων και από την οποία προκύπτουν χρηστικά εργαλεία, όπως τα λεξικά. Βλ. λεξικογραφία, τεχνογλωσσία. [< μεσν. ορογραφία 'περιγραφή, προσδιορισμός', αγγλ. terminography, γαλλ. terminographie] | |
| 37012 | ορογραφικός | , ή, ό βλ. ορεογραφικός | |
| 37013 | οροδιαγνωστική | [ὀροδιαγνωστική] ο-ρο-δι-α-γνω-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαγνωστική των λοιμώξεων μέσω του ορού του αίματος. [< γαλλ. sérodiagnostic, αγγλ. serodiagnosis] | |
| 37014 | οροδιαγνωστικός | , ή, ό [ὀροδιαγνωστικός] ο-ρο-δι-α-γνω-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την οροδιάγνωση: ~ός: έλεγχος. ~ό: εργαστήριο. ~ές: εξετάσεις. [< γαλλ. sérodiagnostique, αγγλ. serodiagnostic] | |
| 37015 | οροθεσία | [ὁροθεσία] ο-ρο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): οροθέτηση. Βλ. -θεσία. [< μτγν. ὁροθεσία] | |
| 37016 | οροθέσιο | [ὁροθέσιο] ο-ρο-θέ-σι-ο ουσ. (ουδ.) {οροθεσί-ου | -ων}: ορόσημο, όριο: ~α των χωραφιών.|| Μνημείο που λειτουργεί ως ~ της πόλης.|| (μτφ.) Χρονικό ~. [< μτγν. ὁροθέσιον] | |
| 37017 | οροθέτηση | [ὁροθέτηση] ο-ρο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.): οριοθέτηση. [< μεσν. οροθέτησις] | |
| 37018 | οροθετικός1 | , ή, ό [ὁροθετικός] ο-ρο-θε-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την οροθέτηση: ~ή: επιγραφή/στήλη. ~ά: σημεία. ● ΣΥΜΠΛ.: οροθετική γραμμή & οριοθετική γραμμή: που καθορίζει τα όρια μεταξύ δύο περιοχών και γενικότ. καθετί που θέτει όρια: ~ ~ των συνόρων δύο χωρών.|| ~ ~ του δάσους. Βλ. διαχωριστική γραμμή. [< γαλλ. ligne de démarcation] | |
| 37019 | οροθετικός2 | , ή, ό [ὀροθετικός] ο-ρο-θε-τι-κός επίθ./ουσ. ΙΑΤΡ. 1. (για πρόσ. ή ζώο) του οποίου η αιματολογική ανάλυση αποδεικνύει την παρουσία ιού στον οργανισμό και ειδικότ. του HIV: ~οί: ασθενείς. ~ά: βρέφη.|| (ως ουσ.) Μετάδοση του έιτζ από ~ό.|| ~ός: σκύλος. Βλ. οροαρνητικός. 2. (για νόσο) που χαρακτηρίζεται από την παρουσία συγκεκριμένου αυτοαντισώματος στο αίμα: ~ή: ρευματοειδής αρθρίτιδα. [< γαλλ. séropositif, αρχές του 20ού αι., αγγλ. seropositive, περ. 1930] | |
| 37020 | οροθετικότητα | [ὁροθετικότητα] ο-ρο-θε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κατάσταση ασθενούς που έχει προσβληθεί από τον ιό HIV: διάγνωση της ~ας. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. séropositivité, αγγλ. seropositivity, 1969] | |
| 37021 | οροθετώ | [ὁροθετῶ] ο-ρο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | οροθέτ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: οριοθετώ. Βλ. -θετώ. [< μτγν. ὁροθετῶ] | |
| 37022 | ορολογία | [ὁρολογία] ο-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των εξειδικευμένων λέξεων, των όρων που χρησιμοποιούνται σε έναν γνωστικό τομέα, σε μια επιστήμη: βασική/γενική/ειδική/επαγγελματική/επιστημονική/τεχνική ~. Διεθνής/ξένη ~. Αθλητική/διπλωματική/εκκλησιαστική/εμπορική/επιχειρησιακή/ιατρική/κοινοτική/μουσική/ναυτική/(οικο)νομική/στρατιωτική ~. Η ~ του διαδικτύου/της πληροφορικής. Γλωσσάριο/λεξικό ~ας. Πβ. ονοματολογία. Βλ. αργκό, κοινωνιόλεκτος, μεταγλώσσα. 2. ΓΛΩΣΣ. συστηματική μελέτη ειδικών όρων, λέξεων και εκφράσεων που χρησιμοποιούνται για να ονομάσουν πράγματα και έννοιες και οι γενικές αρχές που τη διέπουν: επιτροπή ~ας. Βλ. λεξικογραφία, ορογραφία, -λογία. [< γαλλ. terminologie, αγγλ. terminology] | |
| 37023 | ορολογικός | , ή, ό [ὁρολογικός] ο-ρο-λο-γι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην οροδιαγνωστική: ~ός: δείκτης/έλεγχος (για ιό). ~ή: ανάλυση/ανίχνευση/μελέτη (αντισωμάτων)/τυποποίηση. ~ές: αντιδράσεις/δοκιμασίες/εξετάσεις. ~ά: ευρήματα. Βλ. ιολογικός. 2. που σχετίζεται με την ορολογία: ~ή: εργασία/συνέπεια (κειμένου). ~ό: γλωσσάριο/λεξικό. ~οί: πόροι. ~ές: βάσεις (δεδομένων). [< 1: γαλλ. sérologique, 1916, αγγλ. serologic(al) 2: γαλλ. terminologique, αγγλ. terminological] | |
| 37024 | ορολόγος | [ὁρολόγος] ο-ρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης την ορολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. terminologist, γαλλ. terminologue, περ. 1960] | |
| 37025 | ορομετατροπή | [ὀρομετατροπή] ο-ρο-με-τα-τρο-πή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η μετατροπή ασθενούς από οροαρνητικό σε οροθετικό και σπανιότ. το αντίστροφο: ποσοστό ~ής. [< αγγλ. seroconversion, 1963, γαλλ. séroconversion, περ. 1986] | |
| 37026 | ορονοσία | [ὀρονοσία] ο-ρο-νο-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανοσολογική αντίδραση που προκαλείται από τη χορήγηση ξενογενούς ορού του αίματος στον οργανισμό στα πλαίσια θεραπευτικής αγωγής, τα κυριότερα συμπτώματα της οποίας είναι πυρετός, κνίδωση και αρθραλγίες. Βλ. αναφυλαξία. [< αγγλ. serum sickness, περ. 1913] | |
| 37027 | οροπέδιο | [ὀροπέδιο] ο-ρο-πέ-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. πεδινή έκταση πάνω σε βουνό ή λόφο: αλπικό/βραχώδες/επίπεδο/εύφορο/κεντρικό ~. Παρυφές ~ίου. ~ με υψόμετρο ... μ. Πβ. υψίπεδο. [< μτγν. ὀροπέδιον] | |
| 37028 | ορός | [ὀρός] ο-ρός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. το διαφανές κιτρινωπό υγρό συστατικό του αίματος, το οποίο αποτελεί υπολειμματικό προϊόν της πήξης του: ανθρώπινος/ζωικός ~. Αρνητικός/θετικός (πρότυπος) ~ (ελέγχου) (: στα αντισώματα ιού, βλ. οροαρνητικός). ~ αναφοράς. Ανάλυση/δείγμα/εξέταση ~ού. Αμυλάση/ασβέστιο/κάλιο/μαγνήσιο/νάτριο/φεριτίνη ~ού (: σε αιματολογικές εξετάσεις). Ανίχνευση αντισωμάτων/ουσίας στον ~ό. Τα επίπεδα/οι τιμές της (χοληστερίνης) στον ~ό. Βλ. οροαντίδραση, πλάσμα. 2. ΦΑΡΜΑΚ. υδατικό διάλυμα αλάτων ή σακχάρων, ίδιας μοριακής συγκέντρωσης με το πλάσμα του αίματος, το οποίο χορηγείται για θεραπευτικούς σκοπούς· συνεκδ. η φιάλη που το περιέχει ή η σχετική συσκευή χορήγησής του: τεχνητός ~. ~ γλυκόζης. Έγχυση ~ού.|| Στατό ~ού. Του έβαλαν ~ό. Του αφαίρεσαν/του έβγαλαν τον ~ό. 3. ΙΑΤΡ. σκεύασμα με αντισώματα κατά συγκεκριμένης ασθένειας, τα οποία προέρχονται από ζώο που έχει εμβολιαστεί για αυτή ή άνθρωπο που έχει αναρρώσει από αυτή, το οποίο χρησιμοποιείται θεραπευτικά ή προληπτικά: αντιτετανικός/θεραπευτικός ~. Του χορηγήθηκε (άνοσος/πολυδύναμος) ~. Βλ. εμβόλιο. 4. καλλυντικό με κρεμώδη υφή και αντιγηραντική ή συσφικτική δράση: αντιρυτιδικός/ενυδατικός ~. ~ αδυνατίσματος/σύσφιξης. ~ ματιών. ~ με υαλουρονικό οξύ. Πβ. σέρουμ. ● ΣΥΜΠΛ.: ορός γάλακτος: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. υπολειμματικό προϊόν που παράγεται από το γάλα κατά την παρασκευή τυριού ή καζεΐνης, το οποίο σε υγρή κατάσταση περιέχει λακτόζη, πρωτεΐνες, λιπαρά: ~ ~ σε σκόνη. ΣΥΝ. τυρόγαλα & τυρόγαλο (1) [< γαλλ. lactosérum, 1908] , φυσιολογικός ορός: ΦΑΡΜΑΚ. που χρησιμοποιείται κυρ. ως αντισηπτικό: αποστειρωμένος ~ ~. Διάλυμα ~ού ~ού. Καθαρισμός της πληγής/ξέπλυμα των φακών επαφής (βλ. τεχνητά δάκρυα)/ρινική πλύση (επαφής) με ~ό ~ό. [< γαλλ. sérum physiologique] , ορός της αλήθειας βλ. αλήθεια [< 1,3: αρχ. ὀρός 2,3,4: γαλλ. sérum, αγγλ. serum] | |
| 37029 | όρος | [ὅρος] ό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} συνθήκη, νομικής συνήθ. ισχύος, η τήρηση της οποίας είναι απαραίτητη, για να είναι κάτι έγκυρο και επίσημο: απαράβατοι/γενικοί/δεσμευτικοί/ευνοϊκοί/θεσμικοί/περιοριστικοί/προνομιακοί/ρητοί/συμπληρωματικοί ~οι. ~οι συμβολαίου/συμφωνητικού/συναλλαγής. ~οι ασφαλείας/δανείου/δόμησης/παροχής (υπηρεσιών)/πρόσβασης/προστασίας (δεδομένων)/υλοποίησης (πράξης). Αναθεώρηση/αποδοχή/απόρριψη/άρση/γνωστοποίηση/διασφάλιση/διατύπωση/έγκριση/θέσπιση/καθορισμός/παραβίαση/τήρηση/τροποποίηση ~ων. Με απόλυτους ~ους. ~οι αμοιβής και εργασίας. ~οι συμμετοχής σε διαγωνισμό. Οι παρακάτω/παραπάνω ~οι αφορούν ... Οι ~οι διέπονται από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Ισχύουν οι ~οι και οι περιορισμοί της σύμβασης. Ο νόμος ορίζει τους ~ους για ... Συμμόρφωση με τους ~ους της διακήρυξης. Πβ. διάταξη, ρήτρα. 2. προϋπόθεση: Κύριος/πρωταρχικός ~ για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας είναι ... (εμφατ.) ~οι και προϋποθέσεις. 3. λέξη ή φράση, συνήθ. εξειδικευμένη, που αποδίδει μια έννοια από συγκεκριμένο τομέα, πεδίο, κλάδο: γενικός/ειδικός ~. Αδόκιμος/επίσημος/σύνθετος ~. Εμπορικός/λογοτεχνικός/(οικο)νομικός/πολιτικός/τεχν(ολογ)ικός/φιλοσοφικός ~. Ανάλυση/αντικατάσταση/απόδοση/αποσαφήνιση/επεξήγηση/επικράτηση/επινόηση/ερμηνεία/κατάργηση/μετάφραση/ορθότητα/συντομογραφία ~ου. Η ουσία/σημασία ενός ~ου. Καθιερωμένοι/προτεινόμενοι ~οι. ~ της γλωσσολογίας/γραμματικής. Οι διεθνείς ~οι μιας επιστήμης. Λεξικό ιατρικών ~ων. Γλωσσάριο/ευρετήριο ~ων. Ο ~ περιγράφει/σημαίνει ... Ο ~ "..." χρησιμοποιείται καταχρηστικά. Κέντρον Ερεύνης Επιστημονικών ~ων και Νεολογισμών (της Ακαδημίας Αθηνών). Αναζήτηση ~ων στο διαδίκτυο. Βλ. ορολογία. 4. {συνήθ. στον πληθ.} (επιστ.) καθένα από τα βασικά στοιχεία που συνιστούν μια δομή: (ΓΛΩΣΣ.) Οι κύριοι ~οι μιας πρότασης (: υποκείμενο και κατηγόρημα).|| (ΜΑΘ.) ~οι της ακολουθίας/της γεωμετρικής προόδου/της εξίσωσης/του κλάσματος (: αριθμητής και παρανομαστής)/του πολυωνύμου. ● όροι (οι): κατάσταση, συνθήκες: ~ διαβίωσης. ● ΣΥΜΠΛ.: μέσος όρος βλ. μέσος, όρος σύγκρισης βλ. σύγκριση, σειρά των όρων βλ. σειρά ● ΦΡ.: άνευ όρων & χωρίς όρους: χωρίς προϋποθέσεις: Παραδόθηκαν/συνθηκολόγησαν ~ ~. [< γαλλ. sans conditions] , εφ' όρου ζωής (λόγ.): για όσο ζει κάποιος, ισόβια: εγγύηση/επικαρπία/μάθηση/σύνταξη ~ ~. Πβ. διά βίου., με την κυριολεκτική έννοια/σημασία του όρου: στην κυριολεξία, κυριολεκτικά., με/υπό όρους & κάτω από όρους: που εξαρτάται από ορισμένες προϋποθέσεις: ~ ~ αποδοχή/προσφορά/συνεργασία/υποστήριξη. Δέχτηκε, αλλά ~ ~. Αφέθηκε ελεύθερος ~ ~., με/υπό τον όρο & με/υπό έναν όρο: μόνο με την προϋπόθεση ότι: Συμφωνώ με/υπό τον όρο να ... Θα έρθω στη δεξίωση με/υπό έναν όρο: να ..., επί ίσοις όροις βλ. ίσος, με την καλή έννοια (του όρου) βλ. καλός [< αρχ. ὅρος, αγγλ. term, γαλλ. terme, αγγλ.-γαλλ. condition] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ