| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37030 | όρος | [ὄρος] ό-ρος ουσ. (ουδ.) {όρ-ους | -η, -έων} (λόγ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. βουνό. ● ΣΥΜΠΛ.: το Άγιο(ν) Όρος βλ. άγιος, το όρος της Αφροδίτης βλ. Αφροδίτη ● ΦΡ.: η επί του Όρους Ομιλία βλ. ομιλία, παίρνω τα (όρη και τα) βουνά βλ. βουνό, στα όρη, στ' άγρια βουνά βλ. βουνό, ώδινεν όρος και έτεκε μυν βλ. μυς [< αρχ. ὄρος] | |
| 37031 | οροσειρά | [ὀροσειρά] ο-ρο-σει-ρά ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. σειρά από βουνά που αποτελούν μια ενότητα: απόκρημνη/βραχώδης/δύσβατη/επιβλητική/χαμηλή/χιονισμένη/ψηλή ~. Παράλληλες ~ές. Η απόληξη/οι κορυφές/οι παρυφές/οι πλαγιές/οι πρόποδες/οι υπώρειες της ~άς.|| Υποθαλάσσια ~ (: μεσοωκεάνια ράχη). ΣΥΝ. βουνοσειρά [< γερμ. Gebirgskette, γαλλ. chaîne de montagnes] | |
| 37032 | ορόσημο | [ὁρόσημο] ο-ρό-ση-μο ουσ. (ουδ.) 1. καθοριστικό γεγονός ή επίτευγμα σε έναν τομέα ή καθετί που σημαίνει την αρχή σημαντικών εξελίξεων: αρχιτεκτονικό/ιστορικό/κρίσιμο/παγκόσμιο/πολιτικό/πολιτιστικό ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Απόφαση/βιβλίο/έργο/ημερομηνία/κτίριο/στιγμή/συνεργασία/ταινία/χρονιά-~. Με ~ το έτος ... Η υπογραφή της συμφωνίας αποτελεί ~ στις σχέσεις των δύο χωρών. Πβ. ιστορική στιγμή, καμπή, σταθμός. Βλ. σημείο αναφοράς. 2. διακριτό σημάδι καθορισμού των ορίων εδαφικής έκτασης· γενικότ. καθετί που θέτει όρια: τεχνητά/φυσικά ~α. ~α (όμορων) ακινήτων/πάρκου. Μετακίνηση ~ων. Βλ. οριοθέτηση, χωρομέτρηση.|| ~ ενός έργου (: που καθορίζει την προθεσμία ολοκλήρωσής του). Βλ. -σημο. [< γερμ. Grenzzeichen] | |
| 37033 | οροφή | [ὀροφή] ο-ρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. οριζόντια άνω επιφάνεια που προστατεύει χώρο ή στέγη κτίσματος· ειδικότ. το άνω τμήμα που καλύπτει ένα όχημα: γυάλινη/θολωτή (πβ. ουρανός)/κεκλιμένη/ξύλινη ~. ~ αίθουσας/γηπέδου/δωματίου/ναού/σπηλαίου. Ανεμιστήρας/βάση/ηχεία/θέρμανση/κάμερα/κονσόλα/μόνωση/οθόνη/φωτιστικό ~ής. Πβ. ταβάνι. Βλ. ψευδ~.|| ~ πολυκατοικίας/σπιτιού.|| Αναδιπλούμενη/ανοιγόμενη/ανοιχτή/αποσπώμενη/ηλεκτρική/κλειστή/μαλακή/μεταλλική/πανοραμική/πτυσσόμενη (βλ. κάμπριο)/σκληρή/υπερυψωμένη/υφασμάτινη ~. Αερόσακοι/αεροτομή/σχάρα ~ής. 2. ανώτατο σημείο ή όριο: δασμολογική ~. ~ της παραγωγής/του στρατεύματος. Το κόμμα έπιασε ~ στις εκλογές.|| ~ αιώρησης (: το μέγιστο ύψος στο οποίο μπορεί να πετάξει αεροσκάφος). Επιχειρησιακή ~ ... ποδιών. Πβ. πλαφόν. ● ΣΥΜΠΛ.: γυάλινη οροφή βλ. γυάλινος. [< 1: αρχ. ὀροφή 2: γαλλ. plafond, αγγλ. ceiling] | |
| 37034 | οροφογραφία | [ὀροφογραφία] ο-ρο-φο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγραφική σε οροφή κτίσματος. Βλ. -γραφία, τοιχογραφία. | |
| 37035 | οροφοδιαμέρισμα | [ὀροφοδιαμέρισμα] ο-ρο-φο-δια-μέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {οροφοδιαμερίσμ-ατα}: διαμέρισμα που εκτείνεται σε ολόκληρο όροφο κτίσματος: διαμπερές/νεόδμητο/πολυτελές ~. ~ ρετιρέ. ~ προς ενοικίαση/πώληση. Πολυκατοικία με ~ατα. Βλ. μεζονέτα. | |
| 37036 | οροφοκομία | [ὀροφοκομία] ο-ρο-φο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): το σύνολο των εργασιών που αφορούν τη συντήρηση και την καθαριότητα των χώρων ενός ξενοδοχείου. ΣΥΝ. υπηρεσία ορόφων. Βλ. -κομία, τραπεζοκομία. [< αγγλ. housekeeping] | |
| 37037 | οροφοκόμος | [ὀροφοκόμος] ο-ρο-φο-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): υπάλληλος ξενοδοχείου που ασχολείται με τον καθαρισμό και την τακτοποίηση των δωματίων. Πβ. καμαριέρα. Βλ. -κόμος. ΣΥΝ. βαλές (2) [< αγγλ. housekeeper] | |
| 37038 | όροφος | [ὄροφος] ό-ρο-φος ουσ. (αρσ.) {ορόφ-ου | -ων, -ους} 1. καθένας από τους χώρους στους οποίους χωρίζεται ένα οικοδόμημα, το διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών οριζόντιων επιπέδων (δηλ. της οροφής και του πατώματος), συνήθ. με αναφορά σε αυτούς που βρίσκονται πάνω από το ισόγειο (ή τον ημιώροφο): ~ ξενοδοχείου/πολυκαταστήματος/πολυκατοικίας. ~ γραφείων. ~ ... τετραγωνικών μέτρων. Εμβαδόν/επιφάνεια/κάτοψη/ύψος ~ου. Προσθήκη ~ου. Οι ένοικοι/το μπαλκόνι του κάτω/πάνω ~ου. Μένει στον τελευταίο ~ο. Υπηρεσία ~ων (= οροφοκομία). Βλ. οροφοδιαμέρισμα, -ώροφος. ΣΥΝ. πάτωμα (2) 2. (κατ' επέκτ.) επίπεδο, στρώμα: βιοκλιματικοί ~οι. Γαμήλια τούρτα/πούλμαν (/λεωφορείο)/φούρνος δύο ~ων. Οι ~οι του πυραύλου. [< αρχ. ὄροφος 'στέγη, κάλυμμα' < ἐρέφω ‘σκεπάζω, καλύπτω’] | |
| 37039 | ορρωδώ | [ὀρρωδῶ] ορ-ρω-δώ ρ. (αμτβ.) {-είς ... | μόνο σε ενεστ. και παρατ.} (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: δεν ορρωδεί προ ουδενός (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): δεν φοβάται τίποτα ή τίποτα δεν τον/την σταματά: ~ ~ προκειμένου να πετύχει τον σκοπό της. Πβ. δεν μασάω. [< αρχ. ὀρρωδῶ] | |
| 37040 | όρσε | [ὅρσε] όρ-σε επιφών. (λαϊκό-υβριστ.): να, παρ' τα (συχνά συνοδεύεται από μούντζα): ~ να μη στα χρωστάω! ● βλ. ορίστε ● ΦΡ.: όρσε γαμπρέ κουφέτα: για αδέξιο χειρισμό.[< προστ. όρισε του ρ. ορίζω] | |
| 37041 | ορτανσία | [ὀρτανσία] ορ-ταν-σί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. θαμνώδες, φυλλοβόλο πολυετές φυτό (επιστ. ονομασ. Hydrangea macrophylla) με καρδιόσχημα οδοντωτά φύλλα και σφαιρικές ταξιανθίες το οποίο καλλιεργείται ως καλλωπιστικό: κόκκινη/λευκή/μοβ/μπλε/ροζ ~. [< γαλλ. hortensia, 1796, γαλλ. ανθρ. Hortense Lepaute] | |
| 37042 | όρτσα | [ὄρτσα] όρ-τσα επίρρ.: ΝΑΥΤ. στροφή (ιστιοφόρου) προς την κατεύθυνση του ανέμου: Πάω/πλέω ~. Αγώνες/ιστιοδρομίες ~-πρίμα. Ταξιδεύαμε στα ~. ~ στον καιρό.|| (ως επιφών.) ~ τα πανιά! (ως επίθ.) ~ πορεία. ΑΝΤ. πότζα [< μεσν. όρτσα < βεν.-ιταλ. orza ] | |
| 37043 | ορτσάρισμα | [ὀρτσάρισμα] ορ-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ορτσάρω: αυτόματο ~ προϊστίου. Βλ. -ισμα. | |
| 37044 | ορτσάρω | [ὀρτσάρω] ορ-τσά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {όρτσαρ-ε κ. ορτσάρ-ισε}: ΝΑΥΤ. (για ιστιοφόρο) στρέφω το σκάφος προς την κατεύθυνση του ανέμου. ΑΝΤ. ποδίζω [< μεσν. ορτσάρω < ιταλ. orzare] | |
| 37045 | ορτύκι | [ὀρτύκι] ορ-τύ-κι ουσ. (ουδ.) {ορτυκ-ιού}: ΟΡΝΙΘ. μικρό, ορνιθόμορφο, αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Coturnix coturnix) με διάστικτο, καφέ φτέρωμα και κοντή ουρά, το οποίο αποτελεί θήραμα για το κρέας του. [< μεσν. ορτύκι < αρχ. ὄρτυξ] | |
| 37046 | όρυγμα | [ὄρυγμα] ό-ρυγ-μα ουσ. (ουδ.) {ορύγμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. (επίσ.) σκαμμένο τμήμα εδάφους, τάφρος: ανοιχτό/βαθύ/ορθογώνιο/τεχνητό (πβ. χαντάκι)/υπόγειο/φυσικό ~. Αβαθή/βραχώδη/γαιώδη/επιφανειακά ~ατα. Διάνοιξη/εκσκαφή ~ατος. ~ βάθους ... μέτρων. Βλ. λάκκος. 2. ΣΤΡΑΤ. χαράκωμα. [< αρχ. ὄρυγμα] | |
| 37047 | όρυζα | [ὄρυζα] ό-ρυ-ζα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ρύζι: αποφλοιωμένη ~. ● ΦΡ.: βράσε ρύζι/όρυζα βλ. βράζω [< μτγν. ὄρυζα] | |
| 37048 | ορυζοκαλλιέργεια | βλ. ρυζοκαλλιέργεια | |
| 37049 | ορυζόμυλος | [ὀρυζόμυλος] ο-ρυ-ζό-μυ-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύλου} (επίσ.) & ρυζόμυλος: οργανωμένη μονάδα επεξεργασίας ρυζιού. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ