| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37034 | οροφογραφία | [ὀροφογραφία] ο-ρο-φο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγραφική σε οροφή κτίσματος. Βλ. -γραφία, τοιχογραφία. | |
| 37035 | οροφοδιαμέρισμα | [ὀροφοδιαμέρισμα] ο-ρο-φο-δια-μέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {οροφοδιαμερίσμ-ατα}: διαμέρισμα που εκτείνεται σε ολόκληρο όροφο κτίσματος: διαμπερές/νεόδμητο/πολυτελές ~. ~ ρετιρέ. ~ προς ενοικίαση/πώληση. Πολυκατοικία με ~ατα. Βλ. μεζονέτα. | |
| 37036 | οροφοκομία | [ὀροφοκομία] ο-ρο-φο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): το σύνολο των εργασιών που αφορούν τη συντήρηση και την καθαριότητα των χώρων ενός ξενοδοχείου. ΣΥΝ. υπηρεσία ορόφων. Βλ. -κομία, τραπεζοκομία. [< αγγλ. housekeeping] | |
| 37037 | οροφοκόμος | [ὀροφοκόμος] ο-ρο-φο-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): υπάλληλος ξενοδοχείου που ασχολείται με τον καθαρισμό και την τακτοποίηση των δωματίων. Πβ. καμαριέρα. Βλ. -κόμος. ΣΥΝ. βαλές (2) [< αγγλ. housekeeper] | |
| 37038 | όροφος | [ὄροφος] ό-ρο-φος ουσ. (αρσ.) {ορόφ-ου | -ων, -ους} 1. καθένας από τους χώρους στους οποίους χωρίζεται ένα οικοδόμημα, το διάστημα μεταξύ δύο διαδοχικών οριζόντιων επιπέδων (δηλ. της οροφής και του πατώματος), συνήθ. με αναφορά σε αυτούς που βρίσκονται πάνω από το ισόγειο (ή τον ημιώροφο): ~ ξενοδοχείου/πολυκαταστήματος/πολυκατοικίας. ~ γραφείων. ~ ... τετραγωνικών μέτρων. Εμβαδόν/επιφάνεια/κάτοψη/ύψος ~ου. Προσθήκη ~ου. Οι ένοικοι/το μπαλκόνι του κάτω/πάνω ~ου. Μένει στον τελευταίο ~ο. Υπηρεσία ~ων (= οροφοκομία). Βλ. οροφοδιαμέρισμα, -ώροφος. ΣΥΝ. πάτωμα (2) 2. (κατ' επέκτ.) επίπεδο, στρώμα: βιοκλιματικοί ~οι. Γαμήλια τούρτα/πούλμαν (/λεωφορείο)/φούρνος δύο ~ων. Οι ~οι του πυραύλου. [< αρχ. ὄροφος 'στέγη, κάλυμμα' < ἐρέφω ‘σκεπάζω, καλύπτω’] | |
| 37039 | ορρωδώ | [ὀρρωδῶ] ορ-ρω-δώ ρ. (αμτβ.) {-είς ... | μόνο σε ενεστ. και παρατ.} (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: δεν ορρωδεί προ ουδενός (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): δεν φοβάται τίποτα ή τίποτα δεν τον/την σταματά: ~ ~ προκειμένου να πετύχει τον σκοπό της. Πβ. δεν μασάω. [< αρχ. ὀρρωδῶ] | |
| 37040 | όρσε | [ὅρσε] όρ-σε επιφών. (λαϊκό-υβριστ.): να, παρ' τα (συχνά συνοδεύεται από μούντζα): ~ να μη στα χρωστάω! ● βλ. ορίστε ● ΦΡ.: όρσε γαμπρέ κουφέτα: για αδέξιο χειρισμό.[< προστ. όρισε του ρ. ορίζω] | |
| 37041 | ορτανσία | [ὀρτανσία] ορ-ταν-σί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. θαμνώδες, φυλλοβόλο πολυετές φυτό (επιστ. ονομασ. Hydrangea macrophylla) με καρδιόσχημα οδοντωτά φύλλα και σφαιρικές ταξιανθίες το οποίο καλλιεργείται ως καλλωπιστικό: κόκκινη/λευκή/μοβ/μπλε/ροζ ~. [< γαλλ. hortensia, 1796, γαλλ. ανθρ. Hortense Lepaute] | |
| 37042 | όρτσα | [ὄρτσα] όρ-τσα επίρρ.: ΝΑΥΤ. στροφή (ιστιοφόρου) προς την κατεύθυνση του ανέμου: Πάω/πλέω ~. Αγώνες/ιστιοδρομίες ~-πρίμα. Ταξιδεύαμε στα ~. ~ στον καιρό.|| (ως επιφών.) ~ τα πανιά! (ως επίθ.) ~ πορεία. ΑΝΤ. πότζα [< μεσν. όρτσα < βεν.-ιταλ. orza ] | |
| 37043 | ορτσάρισμα | [ὀρτσάρισμα] ορ-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ορτσάρω: αυτόματο ~ προϊστίου. Βλ. -ισμα. | |
| 37044 | ορτσάρω | [ὀρτσάρω] ορ-τσά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {όρτσαρ-ε κ. ορτσάρ-ισε}: ΝΑΥΤ. (για ιστιοφόρο) στρέφω το σκάφος προς την κατεύθυνση του ανέμου. ΑΝΤ. ποδίζω [< μεσν. ορτσάρω < ιταλ. orzare] | |
| 37045 | ορτύκι | [ὀρτύκι] ορ-τύ-κι ουσ. (ουδ.) {ορτυκ-ιού}: ΟΡΝΙΘ. μικρό, ορνιθόμορφο, αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Coturnix coturnix) με διάστικτο, καφέ φτέρωμα και κοντή ουρά, το οποίο αποτελεί θήραμα για το κρέας του. [< μεσν. ορτύκι < αρχ. ὄρτυξ] | |
| 37046 | όρυγμα | [ὄρυγμα] ό-ρυγ-μα ουσ. (ουδ.) {ορύγμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. (επίσ.) σκαμμένο τμήμα εδάφους, τάφρος: ανοιχτό/βαθύ/ορθογώνιο/τεχνητό (πβ. χαντάκι)/υπόγειο/φυσικό ~. Αβαθή/βραχώδη/γαιώδη/επιφανειακά ~ατα. Διάνοιξη/εκσκαφή ~ατος. ~ βάθους ... μέτρων. Βλ. λάκκος. 2. ΣΤΡΑΤ. χαράκωμα. [< αρχ. ὄρυγμα] | |
| 37047 | όρυζα | [ὄρυζα] ό-ρυ-ζα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ρύζι: αποφλοιωμένη ~. ● ΦΡ.: βράσε ρύζι/όρυζα βλ. βράζω [< μτγν. ὄρυζα] | |
| 37048 | ορυζοκαλλιέργεια | βλ. ρυζοκαλλιέργεια | |
| 37049 | ορυζόμυλος | [ὀρυζόμυλος] ο-ρυ-ζό-μυ-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύλου} (επίσ.) & ρυζόμυλος: οργανωμένη μονάδα επεξεργασίας ρυζιού. | |
| 37050 | ορυζώνας | [ὀρυζώνας] ο-ρυ-ζώ-νας ουσ. (αρσ.): έκταση στην οποία καλλιεργείται ρύζι: βαθμιδωτοί ~ες. Βλ. -ώνας. [< μεσν. ορυζών, γαλλ. rizière] | |
| 37051 | ορυκτέλαιο | [ὀρυκτέλαιο] ο-ρυ-κτέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ονομασία υδρογονανθράκων που αποτελούν κυρ. προϊόν της απόσταξης του πετρελαίου και χρησιμοποιούνται ως λιπαντικά: ασφαλτούχο ή σχιστολιθικό/ενισχυμένο/λευκό/πολύτυπο/συνθετικό ~. Ανθεκτικά/βασικά/πρωτογενή ~α. Επιμόλυνση με ~. ~ πολλαπλής ρευστότητας/υψηλού ιξώδους. Διυλιστήρια ~ων. Ανακύκλωση χρησιμοποιημένων ~ων. Πβ. λάδι, παραφινέλαιο. Βλ. -έλαιο. ΣΥΝ. μηχανέλαιο [< αγγλ. mineral oil] | |
| 37052 | ορυκτό | [ὀρυκτό] ο-ρυ-κτό ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. ομοιογενής ανόργανη κρυσταλλική ένωση στερεάς μορφής που συναντάται στη φύση με συγκεκριμένη χημική σύσταση και χαρακτηριστική κρυσταλλική δομή: ακατέργαστο/αργιλικό/βιομηχανικό/ηφαιστειογενές/(μη) μεταλλικό/πετρογενετικό/ραδιενεργό/σιδηρούχο/φωσφορούχο ~. Πολύτιμο/σπάνιο ~. Ένυδρα ~ά. Εξόρυξη/κατεργασία/ταξινόμηση ~ών. Βλ. μετάλλευμα. [< αρχ. ὀρυκτόν, γαλλ. minéral] | |
| 37053 | ορυκτολογία | [ὀρυκτολογία] ο-ρυ-κτο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΟΡΥΚΤ. κλάδος της γεωλογίας με αντικείμενο τη μελέτη της χημικής σύνθεσης, της κρυσταλλικής δομής, των φυσικών ιδιοτήτων, της γένεσης και ταξινόμησης των ορυκτών: εφαρμοσμένη/οπτική/περιβαλλοντική/συστηματική ~. Βλ. κοιτασματο-, πετρο-λογία. [< γαλλ. oryctologie, αγγλ. oryctology] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ