| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37050 | ορυζώνας | [ὀρυζώνας] ο-ρυ-ζώ-νας ουσ. (αρσ.): έκταση στην οποία καλλιεργείται ρύζι: βαθμιδωτοί ~ες. Βλ. -ώνας. [< μεσν. ορυζών, γαλλ. rizière] | |
| 37051 | ορυκτέλαιο | [ὀρυκτέλαιο] ο-ρυ-κτέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ονομασία υδρογονανθράκων που αποτελούν κυρ. προϊόν της απόσταξης του πετρελαίου και χρησιμοποιούνται ως λιπαντικά: ασφαλτούχο ή σχιστολιθικό/ενισχυμένο/λευκό/πολύτυπο/συνθετικό ~. Ανθεκτικά/βασικά/πρωτογενή ~α. Επιμόλυνση με ~. ~ πολλαπλής ρευστότητας/υψηλού ιξώδους. Διυλιστήρια ~ων. Ανακύκλωση χρησιμοποιημένων ~ων. Πβ. λάδι, παραφινέλαιο. Βλ. -έλαιο. ΣΥΝ. μηχανέλαιο [< αγγλ. mineral oil] | |
| 37052 | ορυκτό | [ὀρυκτό] ο-ρυ-κτό ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. ομοιογενής ανόργανη κρυσταλλική ένωση στερεάς μορφής που συναντάται στη φύση με συγκεκριμένη χημική σύσταση και χαρακτηριστική κρυσταλλική δομή: ακατέργαστο/αργιλικό/βιομηχανικό/ηφαιστειογενές/(μη) μεταλλικό/πετρογενετικό/ραδιενεργό/σιδηρούχο/φωσφορούχο ~. Πολύτιμο/σπάνιο ~. Ένυδρα ~ά. Εξόρυξη/κατεργασία/ταξινόμηση ~ών. Βλ. μετάλλευμα. [< αρχ. ὀρυκτόν, γαλλ. minéral] | |
| 37053 | ορυκτολογία | [ὀρυκτολογία] ο-ρυ-κτο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΟΡΥΚΤ. κλάδος της γεωλογίας με αντικείμενο τη μελέτη της χημικής σύνθεσης, της κρυσταλλικής δομής, των φυσικών ιδιοτήτων, της γένεσης και ταξινόμησης των ορυκτών: εφαρμοσμένη/οπτική/περιβαλλοντική/συστηματική ~. Βλ. κοιτασματο-, πετρο-λογία. [< γαλλ. oryctologie, αγγλ. oryctology] | |
| 37054 | ορυκτολογικός | , ή, ό [ὀρυκτολογικός] ο-ρυ-κτο-λο-γι-κός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που σχετίζεται με την ορυκτολογία ή τον ορυκτολόγο: ~ή: ανάλυση/κατεργασία/μελέτη/συλλογή/σύσταση. ~ό: μουσείο. ~ές: φάσεις. ~ά: δεδομένα/συστατικά/χαρακτηριστικά. [< γαλλ. oryctologique, αγγλ. oryctological] | |
| 37055 | ορυκτολόγος | [ὀρυκτολόγος] ο-ρυ-κτο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικός στην ορυκτολογία: ~-γεωλόγος/πετρολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. oryctologue, αγγλ. oryctologist] | |
| 37056 | ορυκτός | , ή, ό [ὀρυκτός] ο-ρυ-κτός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που σχετίζεται με τα ορυκτά ή προέρχεται από αυτά: ~ός: άνθρακας (= γαιάνθρακας). ~ή: μάζα/πίσσα/σύνθεση/ψηφίδα. ~ό: αλάτι/γυαλί/κρύσταλλο. ~οί: πόροι. ~ές: ίνες/ουσίες/πέτρες/πηγές (ενέργειας)/πρώτες ύλες/σκόνες. ~ά: άλατα/καύσιμα (π.χ. λιθάνθρακας, πετρέλαιο, φυσικό αέριο)/λάδια/υλικά. ● ΣΥΜΠΛ.: ορυκτός πλούτος: τα αξιοποιήσιμα ορυκτά μιας περιοχής ή χώρας: (υπο)θαλάσσιος ~ ~. Αποθέματα ~ού ~ου., αργό πετρέλαιο βλ. πετρέλαιο [< αρχ. ὀρυκτός ‘σκαμμένος’] | |
| 37057 | ορυμαγδός | [ὀρυμαγδός] ο-ρυ-μα-γδός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) πλήθος, καταιγισμός: ~ αντιδράσεων/αποκαλύψεων/απολύσεων/δηλώσεων/επιθέσεων/πληροφοριών/συκοφαντιών. Μέσα στον ~ό των γεγονότων. Πβ. θύελλα, καταιγίδα, χείμαρρος, χιονοστιβάδα. 2. τρομερός θόρυβος και κατάσταση σύγχυσης: ~ της μάχης/των τανκς. ~ πυροβολισμών. ΣΥΝ. πανδαιμόνιο [< 2: αρχ. ὀρυμαγδός] | |
| 37058 | όρυξη | [ὄρυξη] ό-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): διάνοιξη, εκσκαφή: ~ γεωτρήσεων/στοών/φρεάτων. Μηχανική ~ σηράγγων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ (= εξ~) δεδομένων. [< αρχ. ὄρυξις ‘σκάψιμο’] | |
| 37059 | ορύσσω | [ὀρύσσω ] ο-ρύσ-σω ρ. (αμτβ.) {όρυ-ξε, -χθηκε, -γμένος} & ορύττω (αρχαιοπρ.): σκάβω, εξορύσσω. [< αρχ. ὀρύσσω] | |
| 37060 | ορυχείο | [ὀρυχεῖο] ο-ρυ-χεί-ο ουσ. (ουδ.): τόπος εξόρυξης ορυκτών και συνεκδ. οι σχετικές εγκαταστάσεις: εγκαταλελειμμένο/υπαίθριο/υπόγειο ~. ~ αμιάντου/άνθρακα (= ανθρακωρυχείο)/διαμαντιών (= αδαμαντωρυχείο)/λιγνίτη (= λιγνιτωρυχείο)/ουρανίου/πλατίνας/σιδήρου/χαλκού (= χαλκωρυχείο)/χρυσού (= χρυσωρυχείο). Σήραγγες/στοές ~ου. Έκρηξη σε ~. Βλ. λατομείο, μεταλλείο. [< γαλλ. mine] | |
| 37061 | ορφάνεμα | [ὀρφάνεμα] ορ-φά-νε-μα ουσ. (ουδ.) (οικ.): ορφάνια. [< αρχ. ὀρφάνευμα] | |
| 37062 | ορφανεύω | [ὀρφανεύω] ορ-φα-νεύ-ω ρ. (αμτβ.) {ορφάν-εψε, -εμένος} (οικ.) 1. μένω ορφανός: ~εψε μικρός. ~εψε από μητέρα/πατέρα σε παιδική ηλικία. ~εμένα: παιδιά.|| (κατ' επέκτ.) ~εμένα: σπίτια. 2. (μτφ.) βιώνω την απώλεια, συνήθ. αγαπημένου ή σημαντικού προσώπου: Το χωριό ~εψε από κατοίκους. Ο καλλιτεχνικός κόσμος ~εψε με τον χαμό της μεγάλης ηθοποιού. [< αρχ. ὀρφανεύω 'φροντίζω ορφανό', ὀρφανεύομαι 'γίνομαι ορφανός'] | |
| 37063 | ορφάνια | [ὀρφάνια] ορ-φά-νια ουσ. (θηλ.) (οικ.): η κατάσταση κάποιου που μένει ορφανός: Βίωσε την ~ από μικρό παιδί.|| (μτφ.) Συναισθηματική/ψυχική ~. ΣΥΝ. ορφάνεμα [< αρχ. ὀρφανία] | |
| 37064 | ορφανικός | , ή, ό [ὀρφανικός] ορ-φα-νι-κός επίθ. (σπάν.): που αναφέρεται στον ορφανό ή την ορφάνια: ~ές: οικογένειες/συντάξεις. [< αρχ. ὀρφανικός] | |
| 37065 | ορφανός | , ή, ό [ὀρφανός] ορ-φα-νός επίθ. 1. που έχει πεθάνει ο ένας ή και οι δύο γονείς του: ~ό: παιδί. ~ά: αδέρφια. Έμεινε ~ σε πολύ μικρή ηλικία. ~ από μητέρα/πατέρα/(λόγ.) μητρός/πατρός. Γεννήθηκε και μεγάλωσε ~ή. (ως ουσ.) Ανήλικοι ~οί. Σύνταξη σε χήρες και ~ά. Βλ. πεντάρφανος.|| (κατ' επέκτ.) ~ά: ζώα. 2. (μτφ.) που στερείται κάποιον ή κάτι πολύ σημαντικό: ~ές: θέσεις (εργασίας). ~ά: έργα (: αγνώστου δημιουργού). Η εταιρεία έμεινε ~ή εξαιτίας του θανάτου του || (για φαγητά χωρίς κρέας ή κιμά) ~ά: γεμιστά. Βλ. γιαλαντζί. ● ΣΥΜΠΛ.: ορφανά ακίνητα (μτφ.): αζήτητα από τον ιδιοκτήτη τους για πολλά χρόνια., ορφανό κρούσμα: ΙΑΤΡ. ασθενής για τον οποίο δεν υπάρχει δυνατότητα συσχετισμού με επιβεβαιωμένο κρούσμα, λ.χ. κορονοϊού, ή με πηγή μετάδοσης. [< αγγλ. orphan case], ορφανό φάρμακο (μτφ.): μη ευρείας κυκλοφορίας, καθώς προορίζεται για τη διάγνωση, πρόληψη ή θεραπεία σπάνιων παθήσεων. [< αγγλ. orphan drug, 1981] [< 1: αρχ. ὀρφανός, αγγλ. orphan, γαλλ. orphelin] | |
| 37066 | ορφανοτροφείο | [ὀρφανοτροφεῖο] ορ-φα-νο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.): ίδρυμα στέγασης και περίθαλψης ορφανών παιδιών: δημοτικό/εκκλησιαστικό/κρατικό/ορθόδοξο ~. ~ αρρένων/θηλέων. Πβ. παιδόπολη. Βλ. βρεφοκομείο, οικοτροφείο, -τροφείο. [< μτγν. ὀρφανοτροφεῖον] | |
| 37067 | ορφικός | , ή, ό [ὀρφικός] ορ-φι-κός επίθ.: ΑΡΧ. που σχετίζεται με τον Ορφέα ή τον ορφισμό: ~ός: μύθος. ~ή: διδασκαλία/θεογονία/θεολογία/κοσμογονία/λατρεία/παράδοση/ποίηση. ~οί: ύμνοι. ~ές: τελετές.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (: οπαδοί του ορφισμού). Τα ~ά (ενν. κείμενα ή μυστήρια). [< αρχ. Ὀρφικός, γαλλ. orphique, αγγλ. Orphic] | |
| 37068 | ορφισμός | [ὀρφισμός] ορ-φι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΡΧ. θρησκευτικό μυστηριακό κίνημα του 6ου π.Χ. αι. το οποίο υποστήριζε τη διττή φύση του ανθρώπου, τον διαχωρισμό του σώματος από την ψυχή, καθώς και τον εξαγνισμό αυτής μέσα από τον ασκητικό τρόπο ζωής. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικό ρεύμα των αρχών του 20ού αι., συγγενές προς τον κυβισμό, με κύριο χαρακτηριστικό του τη χρήση έντονων χρωμάτων. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. orphisme, αγγλ. Orphism] | |
| 37069 | ορχεκτομή | [ὀρχεκτομή] ορ-χε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εκτομή του ενός ή και των δύο όρχεων: αμφίπλευρη/ριζική ~. Βλ. -εκτομή, ευνουχισμός, στείρωση, ωοθηκεκτομή. [< αγγλ. orchi(d)ectomy, γαλλ. orchi(d)ectomie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ