Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [37740-37760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37074ορχηστικός, ή, ό [ὀρχηστικός] ορ-χη-στι-κός επίθ.: ΑΡΧ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με την όρχηση: ~ό: δρώμενο.|| (ως ουσ.) Η ~ή (ενν. η τέχνη του χορού). [< αρχ. ὀρχηστικός]
37075ορχήστρα[ὀρχήστρα] ορ-χή-στρα ουσ. (θηλ.) {ορχηστρών} 1. ΜΟΥΣ. μικρό ή μεγάλο σύνολο μουσικών με όργανα που εκτελούν μουσικές συνθέσεις· ο χώρος μεταξύ της σκηνής και της πλατείας στον οποίο οι μουσικοί εκτελούν τις αντίστοιχες συνθέσεις: συμφωνική/φιλαρμονική ~. Δημοτική/κλασική/κρατική/λαϊκή/μαθητική/μοντέρνα/πολυεθνική/στρατιωτική/σύγχρονη/τζαζ ~. ~ (νυκτών) εγχόρδων/κρουστών/(χάλκινων) πνευστών. ~ σαξοφώνων. ~ Νέων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διευθυντής (= μαέστρος)/πόντιουμ/ρεπερτόριο/συναυλία ~ας. Η ~ της Εθνικής Λυρικής Σκηνής/Όπερας. Κοντσέρτο για βιολί/πιάνο και ~. Τραγούδια για φωνή και ~. Παραδοσιακή ~ και χορωδία του μουσικού σχολείου ... Η ~ θα ερμηνεύσει/παρουσιάσει έργα των ... Με τη συνοδεία ζωντανής/πολυμελούς ~ας. Βλ. μπάντα.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Άνθρωπος-~ (: που παίζει πολλά μουσικά όργανα· μτφ. που ασχολείται με πολλά πράγματα ταυτόχρονα, πολυπράγμων). Παίκτης-~ (: με μοναδικές ικανότητες, πβ. παικταράς).|| (μτφ.) Καλοκουρδισμένη ~. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (ημι)κυκλικό τμήμα του αρχαίου θεάτρου μπροστά από τη σκηνή που προοριζόταν για τον χορό: διάμετρος/περιφέρεια της ~ας. Βλ. κοίλο(ν). ● ΣΥΜΠΛ.: ορχήστρα δωματίου βλ. δωμάτιο, τύμπανο ορχήστρας βλ. τύμπανο [< 1: γαλλ. orchestre 2: αρχ. ὀρχήστρα]
37076ορχηστρικός, ή, ό [ὀρχηστρικός] ορ-χη-στρι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με την ορχήστρα: ~ή: διασκευή/εισαγωγή (όπερας)/εκτέλεση/σουίτα/συναυλία/σύνθεση/συνοδεία. ~ό: έργο/σύνολο/τραγούδι. ~ά: θέματα/μέρη/όργανα. ~ή και φωνητική μουσική. Βλ. συμφωνικός.|| (ως ουσ.) Τα ~ά (ενν. κομμάτια) του άλμπουμ. Πβ. ινστρουμένταλ. ΣΥΝ. οργανικός (7) [< μτγν. ὀρχηστρικός 'ορχηστικός', γαλλ. orchéstral, αγγλ. orchestral]
37077ορχιδέα[ὀρχιδέα] ορ-χι-δέ-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ονομασία κάθε μονοκοτυλήδονου πολυετούς φυτού που ανήκει στην οικογένεια των ορχεοειδών (Orchidaceae), έχει άνθη με τρία πέταλα και έντονα χρώματα: άγρια/λευκή/μαύρη/μπλε/ροζ/σπάνια ~. Μίνι ~. ~ φαλαίνοψις. Βλ. επίφυτο, σαλέπι. [< γαλλ. orchidée, αγγλ. orchid < νεολατ orchidea, μτγν. ὀρχίδιον < ὄρχις ‘φυτό οι δύο βολβοί του οποίου μοιάζουν με όρχεις’]
37078ορχικός, ή, ό [ὀρχικός] ορ-χι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τους όρχεις: ~ός: ιστός/καρκίνος. ~ή: ανεπάρκεια (βλ. αζωοσπερμία)/ατροφία/βιοψία/λειτουργία. ~ό: παρέγχυμα.
37079όρχις[ὄρχις] όρ-χις ουσ. (αρσ.) {όρχ-εως, -ι, (σπάν.) γεν., αιτ. -η | -εις, -εων}: ΑΝΑΤ. καθένας από τους δύο αρσενικούς γεννητικούς αδένες (γονάδες) που βρίσκονται στο όσχεο, παράγουν σπερματοζωάρια και εκκρίνουν ανδρογόνα: αριστερός/δεξιός ~. Ατροφία/αφαίρεση (= ορχεκτομή)/διόγκωση/καρκίνος/συρρίκνωση/συστροφή/φλεγμονή (= ορχίτιδα) των ~εων. Βλ. επιδιδυμίδα, κρυψορχία, πέος. ΣΥΝ. αρχίδι (1) [< αρχ. ὄρχις]
37080ορχίτιδα[ὀρχίτιδα] ορ-χί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των όρχεων. Βλ. επιδιδυμ-, προστατ-ίτιδα. [< γαλλ. orchite, αγγλ. orchitis]
37081όρχος[ὄρχος] όρ-χος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. χώρος στάθμευσης, φύλαξης και συντήρησης των οχημάτων και των αρμάτων μάχης μονάδας του Στρατού Ξηράς. || ~ οχημάτων του δήμου. [< αρχ. ὄρχος 'σειρά κλημάτων ή οπωροφόρων δέντρων', γαλλ. parc]
37082ορχούμαι[ὀρχοῦμαι] ορ-χού-μαι ρ. (αμτβ.) {ορχείσαι ... | μόνο σε ενεστ. και παρατ.} (αρχαιοπρ.): χορεύω. [< αρχ. ὀρχοῦμαι]
37083ορώ[ὁρῶ] ο-ρώ ρ. (αμτβ.) {οράς ... | μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (αρχαιοπρ.): βλέπω. Βλ. ιδέ. Κυρ. στη ● ΦΡ.: έστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ' ορά (λόγ.): η δικαιοσύνη βλέπει τα πάντα και απονέμει το δίκαιο. [< αρχ. ὁρῶ]
37084ορώδης, ης, ες [ὀρώδης] ο-ρώ-δης επίθ. {ορώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που περιέχει ή εκκρίνει ορό ή μοιάζει με αυτόν: ~ης: μεμβράνη/ωτίτιδα. ~ες: καρκίνωμα/υγρό. ~εις: κύστεις. [< μτγν. ὀρώδης]
37089ος, η, ο

αναφ. αντων. (λόγ.): ο οποίος, αυτός που. ● ΦΡ.: δι' ο: γι' αυτό: Το ζήτημα είναι εξαιρετικά σοβαρό, ~ ~ και πρέπει να εξεταστεί λεπτομερώς., εκ των ων ουκ άνευ: για κάτι που είναι απολύτως απαραίτητο: Για την επίτευξη των στόχων, ~ ~ προϋπόθεση αποτελεί ... Πβ. προαπαιτούμενο, sine qua non., εξ ου/εξού και: γι' αυτόν τον λόγο και: Το χωριό βρίσκεται δυτικά του ποταμού, ~ ~ το όνομα Ποταμιά., καθ΄ο/καθ' α: εξαιτίας του ότι., ο καθ' ου/η καθ' ης: ΝΟΜ. (για φυσικό ή νομικό πρόσωπο) κατά του οποίου στρέφεται κάθε είδους δικόγραφο ή διαδικαστική πράξη: Κατάσχεση της περιουσίας του καθ' ου. Καταδικάζεται η καθ' ης η αίτηση εταιρεία. Πβ. εναγόμενος., ο περι ου ο λόγος: αυτός για τον οποίο γίνεται λόγος, ο εν λόγω: ~ ~ τυχαίνει να είναι και σημαντικό στέλεχος του κόμματος., και ους ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω βλ. συζευγνύω, ο μη γένοιτο βλ. γένοιτο [< αρχ. ὅς, ἥ, ὅ]

37097οσάκις[ὁσάκις] ο-σά-κις επίρρ. (λόγ.): κάθε φορά που: Η συνέλευση συγκαλείται εκτάκτως ~ αυτό κρίνεται σκόπιμο. Βλ. -άκις. [< αρχ. ὁσάκις]
37098ΟΣΕ(ο): Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος.
37099ΟΣΕΚΑ(οι): 1. Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες. 2. Ομοσπονδία Σωματείων Ελλήνων Καλαθοσφαιριστών με Αμαξίδιο.
37100ΟΣΕΠ(η): Οικονομική Συνεργασία Ευξείνου Πόντου.
37101οσημέραι[ὁσημέραι] ο-ση-μέ-ραι επίρρ. (αρχαιοπρ.): μέρα με τη μέρα. [< αρχ. ὁσημέραι
37102Οσιολογιότατος[Ὁσιολογιότατος] Ο-σι-ο-λο-γι-ό-τα-τος ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) Οσιολογιώτατος: ΕΚΚΛΗΣ. τιμητική προσφώνηση μοναχού ή ιερομονάχου με πανεπιστημιακή μόρφωση: (ως επίθ.) ~ος: αρχιμανδρίτης. Βλ. Παν~.
37103οσιομάρτυρας[ὁσιομάρτυρας] ο-σι-ο-μάρ-τυ-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. μάρτυρας ο οποίος ανακηρύχθηκε όσιος: αγιορείτες/μοναχοί ~ες. Βλ. ιερο-, μεγαλο-, νεο-μάρτυρας. 2. (μτφ.-επιτατ.) πρόσωπο που πέρασε πολλά δεινά στη ζωή του ή πέθανε για την προάσπιση κάποιου ιδανικού: ~ της δημοκρατίας.|| (ειρων.) Με ύφος ~α. [< 1: μεσν. οσιομάρτυς]
37104όσιος, α, ο [ὅσιος] ό-σι-ος επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. {στο αρσ. όσιος κ. στο θηλ. οσία} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ο): προσωνυμία ασκητή, ερημίτη που αφοσιώθηκε στον Θεό, έζησε κατά Χριστόν και για τον λόγο αυτό καθαγιάστηκε από την Εκκλησία: ~οι: Πατέρες. Ο βίος/η κοίμηση/τα λείψανα/η Μονή/το ιερό προσκύνημα του οσίου ...|| (ως ουσ.) Σύγχρονοι ~οι της Ορθοδοξίας. Βλ. άγιος, μάρτυρας. 2. (σπάν.) ευσεβής, ενάρετος: ~α: ζωή/πράξη. ΣΥΝ. άγιος (5) ● ΦΡ.: κάνω/παριστάνω την οσία (Μαρία): για πρόσωπο που προσποιείται ότι είναι αθώο και σεμνό., σαν την οσία (Μαρία): με αθώο ύφος: Καθόταν ~ ~., δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο βλ. ιερός, τα ιερά και τα όσια βλ. ιερός [< μτγν. ὅσιος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.