| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37122 | όσος | [ὅσος] ό-σος αναφ. αντων.: δηλώνει αόριστα ποσότητα, αριθμό, πλήθος, ένταση, χρόνο: Δικαίωμα συμμετοχής έχουν ~οι (= όλοι ~οι ...) είναι άνω των δεκαοκτώ ετών (πβ. καθένας, οποιοσδήποτε). Τηλεφώνησε κανείς ~η ώρα (= όσο) έλειπα; Αντιστάθηκε με ~η δύναμη είχε (: με όλη του τη δύναμη). Λέει λιγότερα απ' ~α σκέφτεται (πβ. ό,τι). Παίρνει τα ίδια ~α (= τόσα ... ~α ... ) και οι υπόλοιποι. ~οι τυχόν (= όποιοι) δεν ξέρουν ... (ειρων.) Σκέψου με ~ο μυαλό σου έχει απομείνει. ● ΦΡ.: όσα(-)όσα (προφ.): όσο(-)όσο., όσος κι αν/και να: για δήλωση παραχώρησης: Όσοι κι αν είστε, σας περιμένω. Όσα (ενν. χρήματα) και να μου έδιναν, δεν θα το έκανα ποτέ., τα όσα: (συνήθ. για κάτι αρνητ.) όλα αυτά που ...: Διηγήθηκε ~ ~ (δυσάρεστα/φρικτά) έζησε/είδε/πέρασε/συνέβησαν., (τα) μύρια όσα βλ. μύριοι, μύριοι όσοι βλ. μύριοι, ό,τι έχω και δεν έχω βλ. ό,τι, όλους όσους βλ. όλος, όσα δε φτάνει/πιάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια βλ. αλεπού, όσα έρθουν κι όσα πάνε/όσα πάνε κι όσα έρθουν βλ. έρχομαι, όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος βλ. νοικοκύρης, όσα/ό,τι φέρνει η ώρα δεν τα/το φέρνει ο χρόνος (όλος) βλ. χρόνος, όσοι πιστοί προσέλθετε βλ. προσέρχομαι, πλείστοι όσοι βλ. πλείστοι, τόσος ... όσος .../όσος ... τόσος ... βλ. τόσος [< αρχ. ὅσος] | |
| 37123 | οσοσδήποτε | [ὁσοσδήποτε] ο-σοσ-δή-πο-τε αναφ. αντων. {οσηδήποτε, οσοδήποτε}: όσος (τυχόν): (ως επίθ.) Η συνέλευση θα πραγματοποιηθεί οσαδήποτε μέλη κι αν είναι παρόντα. Οσεσδήποτε φορές χρειαστεί.|| (ως επίρρ., όσο) Θα το αγοράσω, οσοδήποτε κι αν κοστίζει.|| (ως ουσ.) Οσοιδήποτε μπορούν, ας πάνε. Βλ. -δήποτε. [< αρχ. ὁσοσδήποτε] | |
| 36632 | Όσπερ | [ὅπερ] ό-περ αναφ. αντων. (αρχαιοπρ.): το οποίο ακριβώς: Άρχισε να βρέχει, ~ (: πράγμα που) σημαίνει ότι η εκδρομή αναβάλλεται. ● ΦΡ.: όπερ έδει δείξαι [ὅπερ ἔδει δεῖξαι]: αυτό που ήταν να αποδειχθεί, αποδείχθηκε., όπερ και εγένετο [ὅπερ καί ἐγένετο]: το οποίο τελικά έγινε: Τους είχε πει ότι κάποια στιγμή θα φύγει, ~ ~., ο/όπερ εστί μεθερμηνευόμενον ... βλ. μεθερμηνεύω [< αρχ. ὅπερ, ουδ. της αντων. ὅσπερ] | |
| 37124 | όσπρια | [ὄσπρια] ό-σπρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {οσπρί-ων | σπανιότ. στον εν. όσπριο}: περιληπτική ονομασία των αποξηραμένων εδώδιμων καρπών των φυτών της οικογένειας των ψυχανθών (π.χ. αρακάς, ρεβίθια, φακή, φασόλια): βιολογικά ~. Συσκευασμένα/χύμα ~. Η διατροφική αξία/οι πρωτεΐνες των ~ων.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Συνταγές με ~. [< αρχ. ὄσπριον] | |
| 37125 | οσπριάδα | [ὀσπριάδα] ο-σπρι-ά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα ή σαλάτα με διάφορα όσπρια. | |
| 37126 | οσπριοειδή | [ὀσπριοειδῆ] ο-σπρι-ο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) (επιστ.): όσπρια. | |
| 37127 | οστάριο | [ὀστάριο] ο-στά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {οσταρί-ου | συνηθέστ. στον πληθ.}: ΑΝΑΤ. μικρό οστό: τριγωνικό ~ της ποδοκνημικής. ~α του καρπού. Η αλυσίδα των ακουστικών ~ων του μέσου αυτιού (σφύρα, άκμονας, αναβολέας). [< μτγν. ὀστάριον] | |
| 37128 | οστε- | βλ. οστεο- | |
| 37129 | οστεάλευρο | [ὀστεάλευρο] ο-στε-ά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. προϊόν το οποίο λαμβάνεται από τη θέρμανση, άλεση και ξήρανση οστών ζώων και χρησιμοποιείται κυρ. ως ζωοτροφή ή λίπασμα. Βλ. -άλευρο. | |
| 37130 | οστεΐνη | [ὀστεΐνη] ο-στε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ουσία η οποία περιβάλλει τη ρίζα του δοντιού και συντελεί στη συγκράτησή του στο φατνίο. Βλ. αδαμαντ-, οδοντ-ίνη. [< γαλλ. osséine] | |
| 37131 | οστέινος | , η, ο [ὀστέϊνος] ο-στέ-ι-νος επίθ.: που αποτελείται ή κατασκευάζεται από οστό: (ΑΝΑΤ.) ~ος: λαβύρινθος (του αυτιού)/σκελετός. ~η: κοιλότητα/μάζα/ουσία. ~ο: τοίχωμα.|| ~η: λαβή. ~ες: βελόνες. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ες: περόνες. ~α: αντικείμενα/εργαλεία/κοσμήματα. Πβ. κοκάλινος. Βλ. οστεώδης, οστικός. [< αρχ. ὀστέϊνος] | |
| 37132 | οστεΐτιδα | [ὀστεΐτιδα] ο-στε-ΐ-τι-δα ουσ. (θηλ.) & οστίτιδα: ΙΑΤΡ. φλεγμονή του οστού: παραμορφωτική ~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. ostéite, αγγλ. osteitis] | |
| 37133 | οστεϊχθύες | [ὀστεϊχθύες] ο-στε-ϊ-χθύ-ες ουσ. (αρσ.) (οι): ΙΧΘΥΟΛ. ομοταξία η οποία περιλαμβάνει ψάρια με οστέινο σκελετό. Πβ. τελεόστεοι. Βλ. χονδριχθύες. [< γαλλ. ostéichthyens, περ. 1954, αγγλ. osteichtyes, πβ. αγγλ. osteichthyan, 1967] | |
| 37134 | οστεο- & οστε- | & οστεό-: το ουσιαστικό οστό ως α' συνθετικό λέξεων: οστεο-αρθρίτιδα/~πόρωση.|| Οστέ-ωμα.|| (με αναφορά στα οστά των νεκρών) Οστεο-θήκη/~φυλάκιο. | |
| 37135 | οστεοαρθρικός | , ή, ό [ὀστεοαρθρικός] ο-στε-ο-αρ-θρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στις αρθρώσεις των οστών: ~ές: ασθένειες. [< γαλλ. ostéoarthrique] | |
| 37136 | οστεοαρθρίτιδα | [ὀστεοαρθρίτιδα] ο-στε-ο-αρ-θρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αρθροπάθεια που χαρακτηρίζεται από εκφυλισμό και σταδιακή καταστροφή του αρθρικού χόνδρου, εκφυλιστική αρθρίτιδα: μετατραυματική/συμπτωματική/χρόνια ~. ~ του γόνατος/του ισχίου/της σπονδυλικής στήλης. Βλ. οστεοπόρωση. [< γαλλ. ostéoarthrite, αγγλ. osteoarthritis] | |
| 37137 | οστεοβλάστη | [ὀστεοβλάστη] ο-στε-ο-βλά-στη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. κύτταρο από το οποίο σχηματίζεται το οστό. Βλ. οστεο-κλάστης, -κύτταρο, χονδροβλάστες. [< γαλλ. ostéoblaste, αγγλ. osteoblast] | |
| 37138 | οστεογένεση | [ὀστεογένεση] ο-στε-ο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. σχηματισμός και ανάπτυξη οστού: διατατική ~ (: τεχνική δημιουργίας ή επιμήκυνσης οστού). Πβ. οστεοποίηση. Βλ. -γένεση. ΣΥΝ. οστέωση ● ΣΥΜΠΛ.: ατελής οστεογένεση: ΙΑΤΡ. γενετική διαταραχή με κύριο χαρακτηριστικό την ευθραυστότητα των οστών. ΣΥΝ. οστεοψαθύρωση [< αγγλ. osteogenesis imperfecta] [< γαλλ. ostéogenèse] | |
| 37139 | οστεογενής | , ής, ές [ὀστεογενής] ο-στε-ο-γε-νής επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που σχηματίστηκε από οστό: ~ής: πρωτεΐνη. ~ές: σάρκωμα (= οστεοσάρκωμα). ~είς: όγκοι. Βλ. -γενής. [< αρχ. ὀστεογενής, αγγλ. osteogenic] | |
| 37140 | οστεοειδής | , ής, ές [ὀστεοειδής] ο-στε-ο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που μοιάζει με οστό: ~ές: οστέωμα. Πβ. οστεώδης. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: οστεοειδές (το): ΦΥΣΙΟΛ. η θεμέλια ουσία του οστού, ιδ. πριν την ασβεστοποίηση. [< γαλλ. ostéoïde, αγγλ. osteoid] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ