Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [37760-37780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37105Οσιότατος, Οσιοτάτη[ὁσιότατος] ο-σι-ό-τα-τος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -άτου}: ΕΚΚΛΗΣ. τιμητική προσφώνηση μοναχού ή ιερομονάχου χωρίς πανεπιστημιακή μόρφωση: (ως επίθ.) ~ος: πατήρ. ~η: ηγουμένη. [< μτγν. ὁσιότατος]
37106οσιότητα[ὁσιότητα] ο-σι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (λογιότ.) οσιότης: η ιδιότητα του οσίου: ~ βίου. Βλ. αγιότητα, -ότητα. [< μτγν. ὁσιότης]
37107ΟΣΚ(ο): Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων. (ως το 2013)
37108όσκαρ[ὄσκαρ] ό-σκαρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Ο) & χρυσό αγαλματάκι/αγαλματίδιο: ΚΙΝΗΜ. ετήσιο βραβείο που απονέμεται από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου και Επιστημών στους συντελεστές των καλύτερων κινηματογραφικών ταινιών· συνεκδ. ο χώρος όπου γίνεται η τελετή απονομής και η ίδια η απονομή: ~ Α'/Β' ανδρικού/γυναικείου ρόλου. ~ ειδικών εφέ/ήχου/μακιγιάζ/μουσικής/(διασκευασμένου) σεναρίου/σκηνοθεσίας/τραγουδιού/φωτογραφίας. ~ καλύτερου μοντάζ/ντοκιμαντέρ. Η βραδιά/οι υποψηφιότητες/τα φαβορί των ~. Η ταινία απέσπασε/κέρδισε .../προτάθηκε για/σάρωσε (σ)τα/τιμήθηκε με ~. Στο κόκκινο χαλί των ~.|| (μτφ.-κυρ. ειρων.) ~ ατυχίας/βλακείας. Βλ. αντι-~. [< αμερικ. Oscar, αμερικ. ανθρ. Oscar Pierce, 1928, γαλλ. ~, περ. 1930]
37109οσκαρικός, ή, ό [ὀσκαρικός] ο-σκα-ρι-κός επίθ.: ΚΙΝΗΜ. που σχετίζεται με τα βραβεία όσκαρ ή/και την απονομή τους: ~ός: ηθοποιός/σκηνοθέτης. ~ή: ερμηνεία/ταινία/υποψηφιότητα. ~ό: σάουντρακ/φαβορί.
37110οσμανικός, ή, ό [ὀσμανικός] ο-σμα-νι-κός επίθ.: οθωμανικός. [< τουρκ. Usman]
37111οσμή[ὀσμή] ο-σμή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): καθετί που γίνεται αντιληπτό με την όσφρηση ή τη διεγείρει: ανεπαίσθητη/ανεπιθύμητη/αποπνικτική/αρωματική/ασυνήθιστη/άσχημη/αφόρητη/βαριά/γλυκιά/διαπεραστική/διάχυτη/δυνατή/ελαφριά/ενοχλητική/ευχάριστη (πβ. άρωμα, ευοσμία)/ισχυρή/κακή (= δυσοσμία)/καλή/μεθυστική/ουδέτερη/χαρακτηριστική ~. Ανθρώπινες/φυσικές ~ές. Η ~ του δέρματος/ιδρώτα/καπνού/στόματος (= κακοσμία)/σώματος. ~ αερίου/αμμωνίας/μέντας/μούχλας/τυριού/ψαριού. Έντονη ~ από καμένο λάστιχο/πλαστικό. Τα φύλλα αναδίδουν ~ λεμονιού. Σπρέι που απορροφά/εξουδετερώνει τις δυσάρεστες ~ές της κουζίνας. Έκλυση/εξάλειψη (= απόσμηση)/μείωση των ~ών. Φίλτρο άνθρακα για την κατακράτηση των ~ών. Βλ. αποφορά, βρόμα, δυσωδία, ευωδιά, μπόχα.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ διαφθοράς/θανάτου/σκανδάλου (βλ. μυρίζει). ΣΥΝ. μυρωδιά (1) [< αρχ. ὀσμή]
37112οσμηρός, ή, ό [ὀσμηρός] ο-σμη-ρός επίθ. (σπάν.-επίσ.): που αναδίδει έντονη, χαρακτηριστική οσμή: ~ές: ενώσεις/ουσίες. ~ά: συστατικά/υγρά. Βλ. -ηρός, ά-, δύσ-, εύ-, κάκ-οσμος. [< μτγν. ὀσμηρός, αγγλ. odorous]
37113οσμίζομαι[ὀσμίζομαι] ο-σμί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {-στηκα, οσμιζ-όμενος} ΣΥΝ. οσφραίνομαι 1. (επίσ.) μυρίζω: ~ το άρωμα. (για άνθρωπο ή συνήθ. ζώο) ~εται τον αέρα. Ο λύκος ~στηκε από μακριά το θήραμά του. 2. (μτφ.) διαισθάνομαι, υποπτεύομαι: ~ ότι κάτι δεν πάει καλά. ~στηκε τον κίνδυνο/τον φόβο μου. ΣΥΝ. παίρνω χαμπάρι/είδηση/πρέφα/μυρωδιά
37114όσμιο[ὄσμιο] ό-σμι-ο ουσ. (ουδ.) {οσμίου}: ΧΗΜ. σπάνιο, δύστηκτο, βαρύ μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Os, Ζ 76), γαλαζωπής απόχρωσης, που ανήκει στην ομάδα του λευκόχρυσου και χρησιμοποιείται κυρ. σε κράματα μαζί με το ιρίδιο και ως καταλύτης. Βλ. πλατίνα. [< γαλλ.-αγγλ. osmium < αρχ. ὀσμή]
37116οσμωτικός, ή, ό [ὀσμωτικός] ο-σμω-τι-κός επίθ. & ωσμωτικός: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη διαδικασία της όσμωσης: ~ή: δράση/ενέργεια/ισορροπία. ~ό: δυναμικό/σοκ/φαινόμενο. ~ές: συνθήκες. Βλ. υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: οσμωτική πίεση: η διαφορά πίεσης ανάμεσα σε δύο διαλύματα διαφορετικών συγκεντρώσεων, τα οποία διαχωρίζονται από ημιπερατή μεμβράνη: ~ ~ του πλάσματος. [< γαλλ. pression osmotique] [< γαλλ. osmotique, αγγλ. osmotic]
37117οσμωτικότητα[ὀσμωτικότητα] ο-σμω-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) & ωσμωτικότητα: ΧΗΜ. συγκέντρωση οσμωτικού διαλύματος: υψηλή/χαμηλή ~. ~ του ορού/των ούρων/του πλάσματος. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. osmolarity, 1948]
37118ΟΣΝΙΕ(η): Ομοσπονδία Συλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδας.
37119όσο

[بقدر] بقدر ما (ظرف وصفة)؛ يُستخدم لتقديم الجمل التابعة. 1. نسبي؛ يشير إلى كمية (غير محددة) يعتمد حجمها على السياق: حاول ~ يمكنك (بشكل أفضل). اسكب الماء ~ خذ (الوعاء). (فعل ماضٍ، أكثر من أي شخص/أي شيء آخر) أناني ~ لا أحد/لا أحد آخر. أريد ~ لا شيء آخر في العالم ... لقد ساعدتني ~ لا يمكنك تخيل (: أكثر من اللازم). (فعل ماضٍ، مع درجة مقارنة) تعال ~ عاجلاً/بسرعة قدر الإمكان. || لقد ساءت الأمور أكثر مما توقع. 2. زمني؛ بينما، الوقت، الوقت الذي: ~ أنا على قيد الحياة، آمل ذلك. من سيعتني بالطفل، ~ أنت بعيد؟ ~ أنا هنا، لا تقلق بشأن أي شيء. قارن بـ since، منذ، عندما. || (يشير إلى الوقت والسبب معًا) ~ أشعر أنه ليس على ما يرام، لا أستطيع أن أهدأ. قارن بـ from the moment that، لأن. ● الفرنسية: بقدر ما ... (،) بقدر ما ...: إلى الحد الذي يُنجز فيه شيء ما، بقدر ما يُحقق، يُنجز شيء آخر: ~ كلما قلّ كلامك ~ كان ذلك أفضل. ~ كلما عرفته أكثر، ~ كلما أحببته أكثر. ، بقدر ما لـ (على الأرجح) : فيما يتعلق بـ: ~ ~ فيما يتعلق بالباقي (اسم)، لم أتعلم شيئًا. ، بقدر ما إذا/و لـ: (للاعتراض أو التنازل) حتى لو، على الرغم من، على الرغم من، بالرغم من: ~ ~ أنت تبكي، لا أشعر بالأسف عليك. ~ ~ يبدو غريبًا بالنسبة لك، لقد اعتذر لي. الوضع مقلق، ~ ~ أنت لا تريد تصديقه. ، بقدر ما إذا/بقدر ما (و) لقول (على الأرجح) : عندما يُجبر شخص ما على قبول أو الاعتراف بشيء ما: هو، ~ ~، على حق.|| (كقبول لملاحظة من المحاور) - أنت متعب جدًا! -(هـ!) ~ ~! قارن نعم. ، بقدر ما و بقدر ما (ظرف) : كتعبير عن اللامبالاة تجاه السعر المنخفض أو المرتفع للغاية الذي يُباع أو يُشترى به شيء ما على التوالي: هو يعطي/يبيعه ~ ~. قارن بـ bir para.|| أنا أدفع ~ ~. أنا أشتريه ~ ~ (: بغض النظر عما يفعله). مرادف: بقدر ما (-) بقدر ما، بقدر ما (ظرف) : حتى، حتى، حتى: ابحث عن شيء تفعله، ~ ~ لتمضية الوقت. ، قدر المستطاع/بقدر المستطاع: إلى أقصى حد يمكن القيام به: هدفنا هو تقديم أفضل خدمة عملاء ممكنة. أريد أن أتعلم عنه قدر المستطاع. ، بقدر المستطاع/بقدر المستطاع/إلى أقصى حد ممكن/(ضمن) حدود/إطار الممكن انظر. قوي ، بقدر ما يمكنك القول كمون/بصل انظر كمون ، بقدر ما السماء من الأرض انظر أرض ، بقدر ما لا يستغرق الأمر (آخر)انظر. خذ ، طالما أن القطة تخطو . انظر. قطة ، طالما أنني أذهب/أذهب وأرى . اذهب واذهب، طالما أنها تمر عبر يدي . انظر. يد ، طالما أنها دائمًا (وإلا). انظر. أبدًا ، فيما يتعلق بـ/بشأن/بقدر ما يتعلق الأمر... انظر. يتعلق ، عند الباب الأصم بقدر ما تريد رعدًا . انظر . رعدًا ، بقدر... بقدر ما . انظر. بقدر ما [< قديم. بقدر ما]

37120οσομπούκοο-σο-μπού-κο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μοσχαρίσιο κότσι στην ιταλική κουζίνα. [< ιταλ. ossobuco, πριν από το 1869, αγγλ. osso buco, 1908, γαλλ. ~, 1954]
37121οσονούπω[ὁσονούπω] ο-σο-νού-πω επίρρ. (λόγ.): όπου να 'ναι, από στιγμή σε στιγμή: Επιστρέφει/έρχεται ~. Η σύσκεψη θα ολοκληρωθεί ~. [< αρχ. φρ. ὅσον οὔπω]
37122όσος[ὅσος] ό-σος αναφ. αντων.: δηλώνει αόριστα ποσότητα, αριθμό, πλήθος, ένταση, χρόνο: Δικαίωμα συμμετοχής έχουν ~οι (= όλοι ~οι ...) είναι άνω των δεκαοκτώ ετών (πβ. καθένας, οποιοσδήποτε). Τηλεφώνησε κανείς ~η ώρα (= όσο) έλειπα; Αντιστάθηκε με ~η δύναμη είχε (: με όλη του τη δύναμη). Λέει λιγότερα απ' ~α σκέφτεται (πβ. ό,τι). Παίρνει τα ίδια ~α (= τόσα ... ~α ... ) και οι υπόλοιποι. ~οι τυχόν (= όποιοι) δεν ξέρουν ... (ειρων.) Σκέψου με ~ο μυαλό σου έχει απομείνει. ● ΦΡ.: όσα(-)όσα (προφ.): όσο(-)όσο., όσος κι αν/και να: για δήλωση παραχώρησης: Όσοι κι αν είστε, σας περιμένω. Όσα (ενν. χρήματα) και να μου έδιναν, δεν θα το έκανα ποτέ., τα όσα: (συνήθ. για κάτι αρνητ.) όλα αυτά που ...: Διηγήθηκε ~ ~ (δυσάρεστα/φρικτά) έζησε/είδε/πέρασε/συνέβησαν., (τα) μύρια όσα βλ. μύριοι, μύριοι όσοι βλ. μύριοι, ό,τι έχω και δεν έχω βλ. ό,τι, όλους όσους βλ. όλος, όσα δε φτάνει/πιάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια βλ. αλεπού, όσα έρθουν κι όσα πάνε/όσα πάνε κι όσα έρθουν βλ. έρχομαι, όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος βλ. νοικοκύρης, όσα/ό,τι φέρνει η ώρα δεν τα/το φέρνει ο χρόνος (όλος) βλ. χρόνος, όσοι πιστοί προσέλθετε βλ. προσέρχομαι, πλείστοι όσοι βλ. πλείστοι, τόσος ... όσος .../όσος ... τόσος ... βλ. τόσος [< αρχ. ὅσος]
37123οσοσδήποτε[ὁσοσδήποτε] ο-σοσ-δή-πο-τε αναφ. αντων. {οσηδήποτε, οσοδήποτε}: όσος (τυχόν): (ως επίθ.) Η συνέλευση θα πραγματοποιηθεί οσαδήποτε μέλη κι αν είναι παρόντα. Οσεσδήποτε φορές χρειαστεί.|| (ως επίρρ., όσο) Θα το αγοράσω, οσοδήποτε κι αν κοστίζει.|| (ως ουσ.) Οσοιδήποτε μπορούν, ας πάνε. Βλ. -δήποτε. [< αρχ. ὁσοσδήποτε]
36632Όσπερ

[ὅπερ] ό-περ αναφ. αντων. (αρχαιοπρ.): το οποίο ακριβώς: Άρχισε να βρέχει, ~ (: πράγμα που) σημαίνει ότι η εκδρομή αναβάλλεται. ● ΦΡ.: όπερ έδει δείξαι [ὅπερ ἔδει δεῖξαι]: αυτό που ήταν να αποδειχθεί, αποδείχθηκε., όπερ και εγένετο [ὅπερ καί ἐγένετο]: το οποίο τελικά έγινε: Τους είχε πει ότι κάποια στιγμή θα φύγει, ~ ~., ο/όπερ εστί μεθερμηνευόμενον ... βλ. μεθερμηνεύω [< αρχ. ὅπερ, ουδ. της αντων. ὅσπερ]

37124όσπρια[ὄσπρια] ό-σπρι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {οσπρί-ων | σπανιότ. στον εν. όσπριο}: περιληπτική ονομασία των αποξηραμένων εδώδιμων καρπών των φυτών της οικογένειας των ψυχανθών (π.χ. αρακάς, ρεβίθια, φακή, φασόλια): βιολογικά ~. Συσκευασμένα/χύμα ~. Η διατροφική αξία/οι πρωτεΐνες των ~ων.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Συνταγές με ~. [< αρχ. ὄσπριον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.