| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2826 | αναβατικός | , ή, ό [ἀναβατικός] α-να-βα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την ανάβαση: ~ή: πορεία. ΑΝΤ. καταβατικός ● ΣΥΜΠΛ.: αναβατικός άνεμος: ΜΕΤΕΩΡ. ανοδικό ρεύμα άερα κατά μήκος μιας πλαγιάς που δημιουργείται, όταν το θερμό, την ημέρα, έδαφος ζεσταίνει τον αέρα που βρίσκεται πάνω από αυτό. ΑΝΤ. καταβάτης/καταβατικός άνεμος [< αγγλ. anabatic wind, 1919] [< αρχ. ἀναβατικός] | |
| 2827 | αναβατόριο | [ἀναβατόριο] α-να-βα-τό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. αναβατήρας. [< αγγλ. elevator] | |
| 2828 | αναβατός | , ή, ό βλ. ανεβατός | |
| 2829 | αναβιβάζω | [ἀναβιβάζω] α-να-βι-βά-ζω ρ. (μτβ.) {αναβίβα-σε, αναβιβά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) φέρνω κάποιον ή κάτι σε υψηλότερη θέση· ανεβάζω, αυξάνω: ~στηκε (= αναβαθμίστηκε, προήχθη) στο αξίωμα του ... || Η δαπάνη/το κόστος ~εται σε ... ευρώ (πβ. ανέρχεται). ΑΝΤ. καταβιβάζω 2. ΓΡΑΜΜ. μετακινώ τον τόνο μιας λέξης σε προηγούμενη συλλαβή: Κατά τη σύνθεση λέξεων ο τόνος συχνά ~εται. [< αρχ. ἀναβιβάζω ‘ανεβάζω, σηκώνω, ενθαρρύνω’] | |
| 2830 | αναβίβαση | [ἀναβίβαση] α-να-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναβιβάζω: (μτφ.) ~ του κοινωνικού και πολιτιστικού επιπέδου (= ανέβασμα, άνοδος). ΑΝΤ. καταβίβαση [< μτγν. ἀναβίβασις] | |
| 2831 | αναβιβασμός | [ἀναβιβασμός] α-να-βι-βα-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΡΑΜΜ. (για τόνο λέξης) μετακίνησή του σε προηγούμενη συλλαβή. Πβ. έγκλιση τόνου. [< μτγν. ἀναβιβασμός] | |
| 2832 | αναβιώνω | [ἀναβιώνω] α-να-βι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αναβίω-σε, -μένος, αναβιών-οντας}: καθιστώ ξανά κάτι ενεργό, δημοφιλές ή αποδεκτό μετά από περίοδο διακοπής ή κάμψης: Πανηγύρια/πολιτιστικοί σύλλογοι που ~ουν παλιές παραδόσεις. ~σε την ατμόσφαιρα μιας χαμένης εποχής/έναν μύθο. ● αναβιώνει (αμτβ.): ξαναζωντανεύει, επανεμφανίζεται: ~ το παρελθόν. Ήθη και έθιμα που ~ουν στις γιορτές. Πβ. αναγεννάται. [< αρχ. ἀναβιῶ, γαλλ. revivre] | |
| 2833 | αναβίωση | [ἀναβίωση] α-να-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναβιώνω: ~ των Ολυμπιακών Αγώνων. ~ παραδοσιακών επαγγελμάτων. ~ώσεις του παρελθόντος. Πβ. αναζωπύρωση, επαν-αφορά, -εμφάνιση, επάνοδος. ΣΥΝ. αναγέννηση (1), ξαναζωντάνεμα 2. ΙΑΤΡ. επαναφορά ζωτικών διαδικασιών μετά από φαινομενική διακοπή. ΣΥΝ. αναζωογόνηση (2) [< 1: μτγν. ἀναβίωσις ‘επιστροφή στη ζωή, ανάσταση’, γαλλ. reviviscence 2: αγγλ. anabiosis] | |
| 2834 | αναβλάστηση | [ἀναβλάστηση] α-να-βλά-στη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. αναφύτευση, αναδάσωση. 2. ξαναφύτρωμα: ~ των δέντρων. [< 1: αγγλ. revegetation, 1974 2: μτγν. ἀναβλάστησις] | |
| 2835 | αναβλέπω | [ἀναβλέπω] α-να-βλέ-πω ρ. (αμτβ.) {ανέβλεψα κ. ανάβλεψα} (λόγ.-λογοτ.) 1. (συνήθ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) ανακτώ την όρασή μου, ξαναβλέπω. 2. (σπάν.) κοιτάζω προς τα πάνω. [< αρχ. ἀναβλέπω] | |
| 2836 | αναβλητικός | , ή, ό [ἀναβλητικός] α-να-βλη-τι-κός επίθ. 1. που έχει την τάση να αναβάλλει ενέργειες ή αποφάσεις: ~ός: τύπος/χαρακτήρας. (κατ' επέκτ.) ~ή: στάση/τακτική. Πβ. παρελκυστικός. ΑΝΤ. αποφασιστικός (2) 2. ΝΟΜ. που σχετίζεται με αναβολή δίκης: ~ή: απόφαση/ένσταση. ● ΣΥΜΠΛ.: αναβλητική αίρεση βλ. αίρεση [< μεσν. αναβλητικός 1: γαλλ. temporisateur 2: γαλλ. dilatoir] | |
| 2837 | αναβλητικότητα | [ἀναβλητικότητα] α-να-βλη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του αναβλητικού. Βλ. αδράνεια, αναποφασιστικότητα, διστακτικότητα. [< γαλλ. temporisation] | |
| 2838 | αναβλύζει | [ἀναβλύζει] α-να-βλύ-ζει ρ. (αμτβ.) {ανάβλυζ-ε (λόγ.) ανέβλυζε, ανάβλυ-σε (λόγ.) ανέβλυσε, αναβλύζ-οντας} & αναβρύζει (λόγ.-λογοτ.) 1. (για υγρό) εξέρχεται, ρέει, τρέχει: ~ αίμα από την πληγή/(άφθονο) νερό από την πηγή (βλ. αρτεσιανός). Δάκρυα ~αν από τα μάτια του. Πβ. ξεπηδά, ξεχύνεται, πηγάζει. 2. (μτφ.) βγαίνει, απορρέει: Χαρά ~ (από) μέσα του. [< αρχ. ἀναβλύζω, μεσν. αναβρύζω] | |
| 2839 | ανάβλυση | [ἀνάβλυση] α-νά-βλυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) & (λογοτ.) ανάβλυσμα & ανάβρυσμα (το): εμφάνιση υπόγειου νερού στην επιφάνεια εδάφους ή ποταμών, λιμνών, θαλασσών: φυσικές ~ύσεις ιαματικών νερών. Πβ. αναπήδηση. 2. ΩΚΕΑΝ. ανοδική κίνηση θαλάσσιων ρευμάτων. [< 1: αρχ. ἀνάβλυσις 2: αγγλ. upwelling, 1912] | |
| 2840 | αναβολέας | [ἀναβολέας] α-να-βο-λέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. μεταλλικό εξάρτημα με υποδοχή για το πέλμα, που κρέμεται από τη σέλα, για να στηρίζει ο αναβάτης το πόδι του, όταν ανεβαίνει στο άλογο και όταν ιππεύει. ΣΥΝ. αναβατήρας (3) 2. ΑΝΑΤ. ένα από τα τρία μικρά οστά που υπάρχουν στο μέσο αυτί. Βλ. άκμονας, σφύρα. [< μτγν. ἀναβολεύς] | |
| 2841 | αναβολή | [ἀναβολή] α-να-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναβάλλω: προσωρινή ~. ~ του αγώνα/της επίσκεψης (πβ. μετάθεση). ~ δύο μηνών. Συνεχείς ~ές στην αντιμετώπιση των προβλημάτων. Η δουλειά πρέπει να γίνει δίχως την παραμικρή ~. Βλ. ακύρωση, τρενάρισμα.|| (ΝΟΜ.) Εισηγήθηκε/πέτυχε την ~ έκδοσης απόφασης. ~ της δίκης/συζήτησης. Πβ. αναστολή, διακοπή, ματαίωση. 2. ΣΤΡΑΤ. καθυστέρηση του χρόνου στράτευσης κάποιου: ~ κατάταξης λόγω σπουδών/για λόγους υγείας. Έχω/ζητώ/παίρνω ~. Διακόπτω την ~ μου. Χορήγηση ~ής. ● ΦΡ.: από αναβολή σε αναβολή: για κάτι που αναβάλλεται συνεχώς: ~ ~ το πας., δεν παίρνει/δεν σηκώνει/δεν χωράει/δεν επιδέχεται (άλλη) αναβολή/αναβολές: είναι επείγον, δεν πρέπει να καθυστερήσει (άλλο): Το ζήτημα/το πράγμα/η υπόθεση ~ ~., χωρίς αναβολή/αναβολές: αμέσως, δίχως καθυστέρηση: Εφαρμογή σχεδίου ~ ~. [< αρχ. ἀναβολή, γαλλ. sursis] | |
| 2842 | αναβολικά | [ἀναβολικά] α-να-βο-λι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.}: ΒΙΟΧ. απαγορευμένες ουσίες, συνθετικά παράγωγα της τεστοστερόνης, τα οποία, επειδή αυξάνουν τη μυϊκή μάζα, χρησιμοποιούνται συνήθ. από αθλητές για βελτίωση της επίδοσής τους: Κάνει χρήση ~ών/παίρνει ~. Βλ. (αντι)ντόπινγκ κοντρόλ, νανδρολόνη. ΣΥΝ. αναβολικά στεροειδή [< αγγλ. anabolic substances, γαλλ. (substances) anabolisantes, 1969] | |
| 2843 | αναβολικός | , ή, ό [ἀναβολικός] α-να-βο-λι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τον αναβολισμό: ~ή: ορμόνη (: ινσουλίνη). Βλ. κατα-, μετα-βολικός. ● ΣΥΜΠΛ.: αναβολικά στεροειδή βλ. στεροειδής [< μτγν. ἀναβολικός ‘καθυστερημένος’, αγγλ. anabolic, γαλλ. anabolique, 1905] | |
| 2844 | αναβολισμός | [ἀναβολισμός] α-να-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΧ. μία από τις δύο φάσεις του μεταβολισμού, κατά την οποία γίνεται μετατροπή απλών ουσιών σε πιο πολύπλοκες ενώσεις. Βλ. βιοσύνθεση, καταβολισμός, -ισμός. [< αγγλ. anabolism, γαλλ. anabolisme] | |
| 2845 | αναβόσβημα | [ἀναβόσβημα] α-να-βό-σβη-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) αναβόσβησμα: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναβοσβήνω: ~ της λάμπας (: για προειδοποίηση ή προσέλκυση της προσοχής ή γιατί έχει χαλάσει)/της οθόνης/του φακού. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ