| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2816 | ανάβαθος | , η, ο [ἀνάβαθος] α-νά-βα-θος επίθ. (προφ.-λογοτ.): αβαθής, ρηχός: ~α: νερά. [< μεσν. ανάβαθος] | |
| 2817 | αναβάθρα | [ἀναβάθρα] α-να-βά-θρα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. κεκλιμένο επίπεδο, στο μέσο της ανατολικής πλευράς των αρχαίων ναών, για τη διευκόλυνση της ανόδου στο εσωτερικό τους. Πβ. αναβαθμός. 2. ΝΑΥΤ. κινητή σκάλα κυρ. για την επιβίβαση σε πλοίο (ανεμόσκαλα ή σανίδα). Βλ. ράμπα. [< μτγν. ἀναβάθρα] | |
| 2819 | αναβαλλόμενος | , η, ο [ἀναβαλλόμενος] α-να-βαλ-λό-με-νος επίθ.: που αναβάλλεται: ~η: φορολογία. ~ες: απαιτήσεις. ~α: έσοδα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: ακούω/ψέλνω/σέρνω σε κάποιον τον αναβαλλόμενο (προφ.): τρώω γερή κατσάδα από/κατσαδιάζω κάποιον. Πβ. ακούω τα σχολιανά μου, τα εξ αμάξης. ΣΥΝ. ακούω/ψέλνω σε κάποιον τον εξάψαλμο [< μτχ. ενεστ. του ρ. ἀναβάλλομαι, αγγλ. deferred] | |
| 2820 | αναβάλλω | [ἀναβάλλω] α-να-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρατ. ανέβαλλα, αόρ. ανέβαλα | αναβάλλ-εται, -οντας, αναβλήθηκε (λόγ. ανεβλήθη, μτχ. αναβλη-θείς, -θείσα, -θέν), αναβαλλ-όμενος}: δεν κάνω κάτι στον προκαθορισμένο ή κανονισμένο χρόνο, αλλά μεταθέτω την υλοποίησή του στο μέλλον, το αφήνω για αργότερα: Εδώ και καιρό θέλω να σε επισκεφτώ, αλλά διαρκώς/όλο το ~. Το ταξίδι ~εται επ' αόριστον. Η παράσταση ~εται λόγω κακοκαιρίας. Αναβλήθηκε ο γάμος/η δίκη/το μάθημα/το ραντεβού/η πτήση.|| (λόγ.) ~θείς: αγώνας. ~θείσα: συναυλία. Πβ. αναστέλλω. Βλ. ακυρώνω, διακόπτω, ματαιώνω.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~όμενοι: φόροι. ● ΦΡ.: μην αναβάλλεις/μην αφήνεις (ποτέ) για αύριο ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα (παροιμ.): για αποτροπή της αναβλητικότητας. [< γαλλ. il ne faut pas remettre à demain se qu' on peut faire le jour même] [< αρχ. ἀναβάλλω] | |
| 2821 | αναβαπτίζω | [ἀναβαπτίζω] α-να-βα-πτί-ζω ρ. (μτβ.) {αναβάπτι-σε, αναβαπτί-σει | (συνήθ. μεσοπαθ.) αναβαπτί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, αναβαπτιζ-όμενος} (λόγ., συνήθ. + σε): ανανεώνω, αναζωογονώ, αναγεννώ: Προσπάθεια να ~στούν οι Αγώνες (στο πραγματικό πνεύμα του Ολυμπισμού)/να ~στεί η κοινωνία στο δημοκρατικό ιδεώδες. ~όμενοι στο πνεύμα της ελευθερίας. Κίνημα ~σμένο στη λαϊκή βούληση. [< μτγν. ἀναβαπτίζω ‘ξαναβαπτίζω’] | |
| 2822 | αναβάπτιση | [ἀναβάπτιση] α-να-βά-πτι-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & αναβάπτισμα (το): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναβαπτίζω: ηθική/ιδεολογική/πνευματική/πολιτική/πολιτιστική ~. ~ ενός θεσμού. ~ των νέων σε αξίες και ιδανικά. ~ στα νάματα της κλασικής παιδείας. ΣΥΝ. αναγέννηση (1), αναζωογόνηση (1), ανανέωση (2) [< μτγν. ἀναβάπτισις, αναβάπτισμα ‘νέο βάφτισμα’] | |
| 2823 | ανάβαση | [ἀνάβαση] α-νά-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. ανέβασμα, σκαρφάλωμα, αναρρίχηση: δύσκολη/επικίνδυνη/ομαδική/πεζοπορική ~. Έκαναν/πραγµατοποίησαν ~ στην κορυφή του βουνού. Βλ. διάσχιση. ΑΝΤ. κατάβαση (1) 2. (ειδικότ.) ράλι σε ανηφορική διαδρομή: ~ αγωνιστικών αυτοκινήτων. [< 1: αρχ. ἀνάβασις, αγγλ. climb 2: αγγλ. climb race] | |
| 2824 | αναβατήρας | [ἀναβατήρας] α-να-βα-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανικό σύστημα ανύψωσης ανθρώπων ή φορτίων: εναέριος ~ χιονοδρομικού κέντρου. Πβ. τελεφερίκ, τηλεκαμπίνα.|| ~ αυτοκινήτων. Βλ. ανελκυστήρας. ΣΥΝ. αναβατόριο, ανυψωτήρας, γερανός (1) 2. (επίσ.) σκαλοπάτι που διευκολύνει την άνοδο ή κάθοδο από όχημα ή σκάφος: ~ βαγονιών. 3. αναβολέας. Βλ. -τήρας. [< 1: γαλλ. élévateur] | |
| 2825 | αναβάτης | [ἀναβάτης] α-να-βά-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αναβάτρια} (επίσ.) 1. πρόσωπο που έχει ανέβει σε άλογο για να το ιππεύσει ή σε δίκυκλο όχημα για να το οδηγήσει: ~ ιπποδρομιών (πβ. τζόκεϊ). Πβ. έφιππος, ιππέας, καβαλάρης.|| ~ες μοτοσικλετών/ποδηλάτων. 2. ορειβάτης. [< 1: αρχ. ἀναβάτης] | |
| 2826 | αναβατικός | , ή, ό [ἀναβατικός] α-να-βα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την ανάβαση: ~ή: πορεία. ΑΝΤ. καταβατικός ● ΣΥΜΠΛ.: αναβατικός άνεμος: ΜΕΤΕΩΡ. ανοδικό ρεύμα άερα κατά μήκος μιας πλαγιάς που δημιουργείται, όταν το θερμό, την ημέρα, έδαφος ζεσταίνει τον αέρα που βρίσκεται πάνω από αυτό. ΑΝΤ. καταβάτης/καταβατικός άνεμος [< αγγλ. anabatic wind, 1919] [< αρχ. ἀναβατικός] | |
| 2827 | αναβατόριο | [ἀναβατόριο] α-να-βα-τό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. αναβατήρας. [< αγγλ. elevator] | |
| 2828 | αναβατός | , ή, ό βλ. ανεβατός | |
| 2829 | αναβιβάζω | [ἀναβιβάζω] α-να-βι-βά-ζω ρ. (μτβ.) {αναβίβα-σε, αναβιβά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) φέρνω κάποιον ή κάτι σε υψηλότερη θέση· ανεβάζω, αυξάνω: ~στηκε (= αναβαθμίστηκε, προήχθη) στο αξίωμα του ... || Η δαπάνη/το κόστος ~εται σε ... ευρώ (πβ. ανέρχεται). ΑΝΤ. καταβιβάζω 2. ΓΡΑΜΜ. μετακινώ τον τόνο μιας λέξης σε προηγούμενη συλλαβή: Κατά τη σύνθεση λέξεων ο τόνος συχνά ~εται. [< αρχ. ἀναβιβάζω ‘ανεβάζω, σηκώνω, ενθαρρύνω’] | |
| 2830 | αναβίβαση | [ἀναβίβαση] α-να-βί-βα-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναβιβάζω: (μτφ.) ~ του κοινωνικού και πολιτιστικού επιπέδου (= ανέβασμα, άνοδος). ΑΝΤ. καταβίβαση [< μτγν. ἀναβίβασις] | |
| 2831 | αναβιβασμός | [ἀναβιβασμός] α-να-βι-βα-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΡΑΜΜ. (για τόνο λέξης) μετακίνησή του σε προηγούμενη συλλαβή. Πβ. έγκλιση τόνου. [< μτγν. ἀναβιβασμός] | |
| 2832 | αναβιώνω | [ἀναβιώνω] α-να-βι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αναβίω-σε, -μένος, αναβιών-οντας}: καθιστώ ξανά κάτι ενεργό, δημοφιλές ή αποδεκτό μετά από περίοδο διακοπής ή κάμψης: Πανηγύρια/πολιτιστικοί σύλλογοι που ~ουν παλιές παραδόσεις. ~σε την ατμόσφαιρα μιας χαμένης εποχής/έναν μύθο. ● αναβιώνει (αμτβ.): ξαναζωντανεύει, επανεμφανίζεται: ~ το παρελθόν. Ήθη και έθιμα που ~ουν στις γιορτές. Πβ. αναγεννάται. [< αρχ. ἀναβιῶ, γαλλ. revivre] | |
| 2833 | αναβίωση | [ἀναβίωση] α-να-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναβιώνω: ~ των Ολυμπιακών Αγώνων. ~ παραδοσιακών επαγγελμάτων. ~ώσεις του παρελθόντος. Πβ. αναζωπύρωση, επαν-αφορά, -εμφάνιση, επάνοδος. ΣΥΝ. αναγέννηση (1), ξαναζωντάνεμα 2. ΙΑΤΡ. επαναφορά ζωτικών διαδικασιών μετά από φαινομενική διακοπή. ΣΥΝ. αναζωογόνηση (2) [< 1: μτγν. ἀναβίωσις ‘επιστροφή στη ζωή, ανάσταση’, γαλλ. reviviscence 2: αγγλ. anabiosis] | |
| 2834 | αναβλάστηση | [ἀναβλάστηση] α-να-βλά-στη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. αναφύτευση, αναδάσωση. 2. ξαναφύτρωμα: ~ των δέντρων. [< 1: αγγλ. revegetation, 1974 2: μτγν. ἀναβλάστησις] | |
| 2835 | αναβλέπω | [ἀναβλέπω] α-να-βλέ-πω ρ. (αμτβ.) {ανέβλεψα κ. ανάβλεψα} (λόγ.-λογοτ.) 1. (συνήθ. σε εκκλησιαστικά κείμενα) ανακτώ την όρασή μου, ξαναβλέπω. 2. (σπάν.) κοιτάζω προς τα πάνω. [< αρχ. ἀναβλέπω] | |
| 2836 | αναβλητικός | , ή, ό [ἀναβλητικός] α-να-βλη-τι-κός επίθ. 1. που έχει την τάση να αναβάλλει ενέργειες ή αποφάσεις: ~ός: τύπος/χαρακτήρας. (κατ' επέκτ.) ~ή: στάση/τακτική. Πβ. παρελκυστικός. ΑΝΤ. αποφασιστικός (2) 2. ΝΟΜ. που σχετίζεται με αναβολή δίκης: ~ή: απόφαση/ένσταση. ● ΣΥΜΠΛ.: αναβλητική αίρεση βλ. αίρεση [< μεσν. αναβλητικός 1: γαλλ. temporisateur 2: γαλλ. dilatoir] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ