| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37141 | οστεοενσωμάτωση | [ὀστεοενσωμάτωση] ο-στε-ο-εν-σω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λειτουργική και δομική σύνδεση μεταξύ του οστικού οστού και της επιφάνειας ενός οδοντικού κυρ. εμφυτεύματος χωρίς την παρεμβολή μαλακού ιστού, για την επίτευξη μεγαλύτερης σταθερότητας και γρηγορότερης ενσωμάτωσης. [< αγγλ. osseointegration] | |
| 37142 | οστεοθήκη | [ὀστεοθήκη] ο-στε-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη στην οποία φυλάσσονται τα οστά νεκρού: μαρμάρινη ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Επιγραφή της ~ης. Πβ. λάρνακα, λειψανοθήκη. Βλ. -θήκη, οστεοφυλάκιο. | |
| 37143 | οστεοκλάστης | [ὀστεοκλάστης] ο-στε-ο-κλά-στης ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ. πολυπύρηνο κύτταρο υπεύθυνο για την αποδόμηση των οστών. Βλ. οστεο-βλάστη, -κύτταρο. [< αγγλ. osteoclast, γαλλ. ostéoclaste] | |
| 37144 | οστεοκύτταρο | [ὀστεοκύτταρο] ο-στε-ο-κύτ-τα-ρο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ. κύτταρο του οστίτη ιστού που προέρχεται από τις οστεοβλάστες: ώριμα ~α. Βλ. οστεοκλάστης, χονδροκύτταρα. [< αγγλ. osteocyte, 1942, γαλλ. ostéocyte, 1964] | |
| 37145 | οστεολογία | [ὀστεολογία] ο-στε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. κλάδος που ασχολείται με τη δομή και τις λειτουργίες των οστών. Βλ. -λογία, συνδεσμολογία. [< μτγν. ὀστεολογία, γαλλ. ostéologie, αγγλ. osteology] | |
| 37146 | οστεολογικός | , ή, ό [ὀστεολογικός] ο-στε-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με την οστεολογία: ~ή: εξέταση. ~ό: υλικό. [< αγγλ. osteologic(al), γαλλ. ostéologique] | |
| 37147 | οστεόλυση | [ὀστεόλυση] ο-στε-ό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εκφυλισμός των οστών κυρ. ως αποτέλεσμα της απώλειας ασβεστίου. [< γαλλ. ostéolyse, αγγλ. osteolysis] | |
| 37148 | οστεομαλάκυνση | [ὀστεομαλάκυνση] ο-στε-ο-μα-λά-κυν-ση ουσ. (θηλ.) & οστεομαλακία: ΙΑΤΡ. μεταβολική νόσος που εμφανίζεται κυρ. στους ενήλικες και χαρακτηρίζεται από μαλάκυνση των οστών λόγω έλλειψης της βιταμίνης D. Βλ. οστεοπόρωση, ραχίτιδα. [< γαλλ. ostéomalacie, αγγλ. osteomalacia] | |
| 37149 | οστεομυελίτιδα | [ὀστεομυελίτιδα] ο-στε-ο-μυ-ε-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή (του μυελού) των οστών που οφείλεται σε λοίμωξη: μετατραυματική/οξεία/χρόνια ~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. ostéomyélite, αγγλ. osteomyelitis] | |
| 37150 | οστεονέκρωση | [ὀστεονέκρωση] ο-στε-ο-νέ-κρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. νέκρωση οστού που οφείλεται είτε σε οστεομυελίτιδα είτε σε απώλεια παροχής αίματος στο οστό: ~ της γνάθου/της μηριαίας κεφαλής. [< αγγλ. osteonecrosis, γαλλ. ostéonécrose] | |
| 37151 | οστεοπάθεια | [ὀστεοπάθεια] ο-στε-ο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε πάθηση των οστών: κρανιακή ~. Βλ. -πάθεια. [< γαλλ. ostéopathie, αγγλ. osteopathy] | |
| 37152 | οστεοπαθητική | [ὀστεοπαθητική] ο-στε-ο-πα-θη-τι-κή ουσ. (θηλ.): (στην ολιστική ιατρική) συμπληρωματικό, εναλλακτικό σύστημα παροχής υγείας το οποίο στηρίζεται στη θεωρία ότι ο χειρισμός των μυών, των οστών και η αντιμετώπιση των προβλημάτων τους προωθεί τη δομική ακεραιότητα του σώματος, θεραπεύει διάφορες παθήσεις και εξασφαλίζει την καλή υγεία: κρανιακή ~. ~ και χειροπρακτική. [< αγγλ. osteopathy, γαλλ. ostéopathie, 1954] | |
| 37153 | οστεοπαθητικός | [ὀστεοπαθητικός] ο-στε-ο-πα-θη-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός στην οστεοπαθητική. Βλ. -παθητικός. [< αγγλ. osteopath, γαλλ. ostéopathe, 1944] | |
| 37154 | οστεοπενία | [ὀστεοπενία] ο-στε-ο-πε-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ήπια απώλεια οστικής μάζας. Βλ. οστεοπόρωση. [< αγγλ. osteopenia] | |
| 37155 | οστεοπλαστική | [ὀστεοπλαστική] ο-στε-ο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλαστική χειρουργική των οστών. Βλ. -πλαστική. [< γαλλ. ostéoplastie, αγγλ. osteoplasty] | |
| 37156 | οστεοποιείται | [ὀστεοποιεῖται] ο-στε-ο-ποι-εί-ται ρ. (αμτβ.) {οστεοποι-ημένος}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. μετατρέπεται σε οστικό ιστό: Η χόνδρινη ουσία ~. Κρανίο νεογέννητου ατελώς ~ημένου. ~ημένος: όγκος. [< γαλλ. ossifier] | |
| 37157 | οστεοποίηση | [ὀστεοποίηση] ο-στε-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. διαδικασία σύνθεσης των οστών: έκτοπη (: ανάπτυξη οστού στη θέση της άρθρωσης και των παρακείμενων ιστών)/καθυστερημένη ~. ~ του κρανίου. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. οστέωση [< γαλλ. ossification] | |
| 37158 | οστεοπόρωση | [ὀστεοπόρωση] ο-στε-ο-πό-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεταβολική νόσος η οποία προσβάλλει κυρ. μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες και χαρακτηρίζεται από απώλεια οστικής μάζας με αποτέλεσμα την αυξημένη ευθραυστότητα των οστών και τον κίνδυνο καταγμάτων: δευτεροπαθής/μετεµµηνοπαυσιακή/παροδική ~. Διάγνωση/πρόληψη της ~ης.|| Ανδρική ~. [< γαλλ. ostéoporose, αγγλ. osteoporosis] | |
| 37159 | οστεοπορωτικός | , ή, ό [ὀστεοπορωτικός] ο-στε-ο-πο-ρω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει προσβληθεί ή προκληθεί από οστεοπόρωση: (για πρόσ.) ~οί: ασθενείς.|| ~ές: αλλοιώσεις. ~ά: κατάγματα/οστά. [< αγγλ. osteoporotic, 1910, γαλλ. ostéoporotique] | |
| 37160 | οστεοσάρκωμα | [ὀστεοσάρκωμα] ο-στε-ο-σάρ-κω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος του οστού: ~ κνήμης. ΣΥΝ. οστεογενές σάρκωμα. [< γαλλ. ostéosarcome, αγγλ. osteosarcoma] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ