| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37125 | οσπριάδα | [ὀσπριάδα] ο-σπρι-ά-δα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σούπα ή σαλάτα με διάφορα όσπρια. | |
| 37126 | οσπριοειδή | [ὀσπριοειδῆ] ο-σπρι-ο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) (επιστ.): όσπρια. | |
| 37127 | οστάριο | [ὀστάριο] ο-στά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {οσταρί-ου | συνηθέστ. στον πληθ.}: ΑΝΑΤ. μικρό οστό: τριγωνικό ~ της ποδοκνημικής. ~α του καρπού. Η αλυσίδα των ακουστικών ~ων του μέσου αυτιού (σφύρα, άκμονας, αναβολέας). [< μτγν. ὀστάριον] | |
| 37128 | οστε- | βλ. οστεο- | |
| 37129 | οστεάλευρο | [ὀστεάλευρο] ο-στε-ά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. προϊόν το οποίο λαμβάνεται από τη θέρμανση, άλεση και ξήρανση οστών ζώων και χρησιμοποιείται κυρ. ως ζωοτροφή ή λίπασμα. Βλ. -άλευρο. | |
| 37130 | οστεΐνη | [ὀστεΐνη] ο-στε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ουσία η οποία περιβάλλει τη ρίζα του δοντιού και συντελεί στη συγκράτησή του στο φατνίο. Βλ. αδαμαντ-, οδοντ-ίνη. [< γαλλ. osséine] | |
| 37131 | οστέινος | , η, ο [ὀστέϊνος] ο-στέ-ι-νος επίθ.: που αποτελείται ή κατασκευάζεται από οστό: (ΑΝΑΤ.) ~ος: λαβύρινθος (του αυτιού)/σκελετός. ~η: κοιλότητα/μάζα/ουσία. ~ο: τοίχωμα.|| ~η: λαβή. ~ες: βελόνες. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ες: περόνες. ~α: αντικείμενα/εργαλεία/κοσμήματα. Πβ. κοκάλινος. Βλ. οστεώδης, οστικός. [< αρχ. ὀστέϊνος] | |
| 37132 | οστεΐτιδα | [ὀστεΐτιδα] ο-στε-ΐ-τι-δα ουσ. (θηλ.) & οστίτιδα: ΙΑΤΡ. φλεγμονή του οστού: παραμορφωτική ~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. ostéite, αγγλ. osteitis] | |
| 37133 | οστεϊχθύες | [ὀστεϊχθύες] ο-στε-ϊ-χθύ-ες ουσ. (αρσ.) (οι): ΙΧΘΥΟΛ. ομοταξία η οποία περιλαμβάνει ψάρια με οστέινο σκελετό. Πβ. τελεόστεοι. Βλ. χονδριχθύες. [< γαλλ. ostéichthyens, περ. 1954, αγγλ. osteichtyes, πβ. αγγλ. osteichthyan, 1967] | |
| 37134 | οστεο- & οστε- | & οστεό-: το ουσιαστικό οστό ως α' συνθετικό λέξεων: οστεο-αρθρίτιδα/~πόρωση.|| Οστέ-ωμα.|| (με αναφορά στα οστά των νεκρών) Οστεο-θήκη/~φυλάκιο. | |
| 37135 | οστεοαρθρικός | , ή, ό [ὀστεοαρθρικός] ο-στε-ο-αρ-θρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στις αρθρώσεις των οστών: ~ές: ασθένειες. [< γαλλ. ostéoarthrique] | |
| 37136 | οστεοαρθρίτιδα | [ὀστεοαρθρίτιδα] ο-στε-ο-αρ-θρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αρθροπάθεια που χαρακτηρίζεται από εκφυλισμό και σταδιακή καταστροφή του αρθρικού χόνδρου, εκφυλιστική αρθρίτιδα: μετατραυματική/συμπτωματική/χρόνια ~. ~ του γόνατος/του ισχίου/της σπονδυλικής στήλης. Βλ. οστεοπόρωση. [< γαλλ. ostéoarthrite, αγγλ. osteoarthritis] | |
| 37137 | οστεοβλάστη | [ὀστεοβλάστη] ο-στε-ο-βλά-στη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. κύτταρο από το οποίο σχηματίζεται το οστό. Βλ. οστεο-κλάστης, -κύτταρο, χονδροβλάστες. [< γαλλ. ostéoblaste, αγγλ. osteoblast] | |
| 37138 | οστεογένεση | [ὀστεογένεση] ο-στε-ο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. σχηματισμός και ανάπτυξη οστού: διατατική ~ (: τεχνική δημιουργίας ή επιμήκυνσης οστού). Πβ. οστεοποίηση. Βλ. -γένεση. ΣΥΝ. οστέωση ● ΣΥΜΠΛ.: ατελής οστεογένεση: ΙΑΤΡ. γενετική διαταραχή με κύριο χαρακτηριστικό την ευθραυστότητα των οστών. ΣΥΝ. οστεοψαθύρωση [< αγγλ. osteogenesis imperfecta] [< γαλλ. ostéogenèse] | |
| 37139 | οστεογενής | , ής, ές [ὀστεογενής] ο-στε-ο-γε-νής επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που σχηματίστηκε από οστό: ~ής: πρωτεΐνη. ~ές: σάρκωμα (= οστεοσάρκωμα). ~είς: όγκοι. Βλ. -γενής. [< αρχ. ὀστεογενής, αγγλ. osteogenic] | |
| 37140 | οστεοειδής | , ής, ές [ὀστεοειδής] ο-στε-ο-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που μοιάζει με οστό: ~ές: οστέωμα. Πβ. οστεώδης. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: οστεοειδές (το): ΦΥΣΙΟΛ. η θεμέλια ουσία του οστού, ιδ. πριν την ασβεστοποίηση. [< γαλλ. ostéoïde, αγγλ. osteoid] | |
| 37141 | οστεοενσωμάτωση | [ὀστεοενσωμάτωση] ο-στε-ο-εν-σω-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λειτουργική και δομική σύνδεση μεταξύ του οστικού οστού και της επιφάνειας ενός οδοντικού κυρ. εμφυτεύματος χωρίς την παρεμβολή μαλακού ιστού, για την επίτευξη μεγαλύτερης σταθερότητας και γρηγορότερης ενσωμάτωσης. [< αγγλ. osseointegration] | |
| 37142 | οστεοθήκη | [ὀστεοθήκη] ο-στε-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη στην οποία φυλάσσονται τα οστά νεκρού: μαρμάρινη ~. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Επιγραφή της ~ης. Πβ. λάρνακα, λειψανοθήκη. Βλ. -θήκη, οστεοφυλάκιο. | |
| 37143 | οστεοκλάστης | [ὀστεοκλάστης] ο-στε-ο-κλά-στης ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ. πολυπύρηνο κύτταρο υπεύθυνο για την αποδόμηση των οστών. Βλ. οστεο-βλάστη, -κύτταρο. [< αγγλ. osteoclast, γαλλ. ostéoclaste] | |
| 37144 | οστεοκύτταρο | [ὀστεοκύτταρο] ο-στε-ο-κύτ-τα-ρο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ. κύτταρο του οστίτη ιστού που προέρχεται από τις οστεοβλάστες: ώριμα ~α. Βλ. οστεοκλάστης, χονδροκύτταρα. [< αγγλ. osteocyte, 1942, γαλλ. ostéocyte, 1964] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ