Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37800-37820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37161οστεοσκλήρυνση[ὀστεοσκλήρυνση] ο-στε-ο-σκλή-ρυν-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σκλήρυνση των οστών. [< γαλλ. ostéosclérose, αγγλ. osteosclerosis]
37162οστεοσύνθεση[ὀστεοσύνθεση] ο-στε-ο-σύν-θε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αποκατάσταση για τη σύνδεση των άκρων οστού που έχει υποστεί κάταγμα με τη χρήση μηχανικών μέσων: εξωτερική/εσωτερική ~. ~ με πλάκα και βίδες. [< γαλλ. ostéosynthèse, 1909, αγγλ. osteosynthesis]
37163οστεοτομία[ὀστεοτομία] ο-στε-ο-το-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. (δια)τομή οστού: διορθωτική/σφηνοειδής ~ (: αφαίρεση σφήνας). ~ κνήμης. Βλ. αρθροπλαστική, οστεοαρθρίτιδα, -τομή. [< γαλλ. ostéotomie, αγγλ. osteotomy]
37164οστεοτόμος[ὀστεοτόμος] ο-στε-ο-τό-μος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. χειρουργικό μαχαίρι που μοιάζει με σμίλη και χρησιμοποιείται για οστεοτομία. Βλ. -τόμος. [< αγγλ. osteotome]
37165οστεοφυλάκιο[ὀστεοφυλάκιο] ο-στε-ο-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος κοιμητηρίου όπου φυλάσσονται τα οστά νεκρών: ~ της Μονής. Πβ. χωνευτήριο. Βλ. -φυλάκιο.
37166οστεόφυτα[ὀστεόφυτα] ο-στε-ό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -ύτων | σπάν. στον εν. οστεόφυτο}: ΙΑΤΡ. οστικές προεξοχές: ~ στον αστράγαλο. Πβ. εξόστωση. Βλ. -φυτο. [< γαλλ. ostéophyte, αγγλ. osteophyte]
37167οστεοψαθύρωση[ὀστεοψαθύρωση] ο-στε-ο-ψα-θύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ατελής οστεογένεση. [< γαλλ. ostéopsathyrose, αγγλ. osteopsathyrosis]
37168οστεώδης, ης, ες [ὀστεώδης] ο-στε-ώ-δης επίθ. {οστεώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επίσ.) 1. υπερβολικά αδύνατος, ισχνός: ~ες: πρόσωπο. ~η: δάχτυλα. Πβ. σκελετωμένος. ΣΥΝ. κοκαλιάρης 2. που αποτελείται από οστό ή μοιάζει με αυτό: ~ες: κέλυφος. ~εις: προεξοχές. Πβ. οστεοειδής. Βλ. -ώδης. [< 2: μτγν. ὀστεώδης]
37169οστέωμα[ὀστέωμα] ο-στέ-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. καλόηθες νεόπλασμα που αποτελείται από οστίτη ιστό: οστεοειδές ~. Βλ. -ωμα2. [< γαλλ. ostéome, αγγλ. osteoma]
37170οστέωση[ὀστέωση] ο-στέ-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. οστεογένεση. Βλ. συν~. ΣΥΝ. οστεοποίηση [< μεσν. οστέωσις, αγγλ. osteosis, γαλλ. ostéose]
37171όστια[ὄστια] ό-στι-α ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. άζυμος άρτος σε μορφή δισκίου, τον οποίο μεταλαμβάνουν οι Καθολικοί κατά το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. [< μεσν. όστια < λατ. hostia, αρχική σημ. ‘σφάγιο’]
37172οστικός, ή, ό [ὀστικός] ο-στι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα οστά: ~ός: ιστός/μεταβολισμός/πόνος. ~ή: αναγέννηση/ανακατασκευή/ανάπτυξη/απορρόφηση/απώλεια/διόγκωση (αρθρώσεων)/ηλικία/θλάση/μάζα/νόσος/πυκνότητα/υγεία. ~ό: έλλειμμα/μόσχευμα/οίδημα/τσιμέντο. ~οί: δείκτες. ~ές: βλάβες/μεταστάσεις/προεξοχές (= οστεόφυτα). ~ά: κατάγματα/κύτταρα.
37173οστινάτο[ὀστινάτο] ο-στι-νά-το ουσ. (ουδ.) {άκλ. | σπάν. στον πληθ. οστινάτα}: ΜΟΥΣ. ρυθμικό ή μελωδικό μοτίβο το οποίο επαναλαμβάνεται κατά τη διάρκεια μουσικής σύνθεσης. [< ιταλ. ostinato]
37174οστίτης[ὀστίτης] ο-στί-της επίθ. {μόνο στο αρσ.}: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: οστίτης ιστός: ΑΝΑΤ. είδος συνδετικού ιστού ο οποίος συγκροτεί τα οστά, περιέχει κολλαγόνο, άλατα και κύτταρα δόμησης και αποδόμησης των οστών (οστεοβλάστες και οστεοκλάστες αντίστοιχα) και σε αυτόν οφείλεται η αντοχή του ανθρώπινου σκελετού: σπογγώδης/συμπαγής ~ ~. [< μτγν. ὀστίτης]
37175οστίτιδαβλ. οστεΐτιδα
37176οστό[ὀστό] ο-στό ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) οστούν: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. καθένας από τους σκληρούς, πορώδεις ιστούς που απαρτίζουν τον σκελετό του ανθρώπινου σώματος καθώς και των σπονδυλόζωων: βραχιόνιο/ινιακό/κροταφικό/μετωπιαίο/μηριαίο/ρινικό/φατνιακό ~. Επιμήκη/κοντά/μακρά/πλατιά ~ά. Τετραγωνικά/τριγωνικά ~ά. Γερά/εύθραυστα ~ά. ~ των άκρων/της (άνω/κάτω) γνάθου/των δακτύλων/του θώρακα/του καρπού/της κνήμης/του κρανίου/της λεκάνης/των πλευρών/του προσώπου/της σπονδυλικής στήλης/του ταρσού (= αστράγαλος)/του ώμου. Ανάπτυξη/απορρόφηση/απώλεια/άρθρωση/κάταγμα/νέκρωση (= οστεονέκρωση)/σύσταση του ~ού. Μάζα/πυκνότητα των ~ών. Μεταβολισμός/παθήσεις των ~ών (π.χ. οστεοπόρωση). Ασβέστιο για υγιή ~ά. Βλ. οστάριο, οστικός.|| Προσθετικό/τεχνητό ~. Μεταμόσχευση μυελού των ~ών.|| Λάρνακα με ~ά Αγίου. Τα ~ά πεσόντων ηρώων. Εκταφή/ταυτοποίηση ~ών.|| Απολιθωμένα ~ά ζώων. ΣΥΝ. κόκαλο (1) ● ΣΥΜΠΛ.: ανώνυμο οστό βλ. ανώνυμος, βρεγματικό οστό βλ. βρεγματικός, ζυγωματικά (οστά) βλ. ζυγωματικός, ηβικό οστό βλ. ηβικός, ηθμοειδές (οστό) βλ. ηθμοειδής, ιερό οστό βλ. ιερός, λαγόνιο οστό βλ. λαγόνιος, λιθοειδές (οστούν/οστό) βλ. λιθοειδής ● ΦΡ.: δίνω σάρκα και οστά: κάνω πραγματικότητα, υλοποιώ: 'Εδωσε ~ στο όραμά του. Πβ. πραγματο-, υποστασιο-ποιώ., λαμβάνει/παίρνει σάρκα και οστά: πραγματοποιείται: Η απόφασή/το όραμά/ο στόχος της πήρε ~., με σάρκα και οστά (επιτατ.): αληθινός, ολοζώντανος: Εμφανίστηκε μπροστά τους ~ ~.|| (μτφ.) Έπλασε μια ιστορία ~ ~., μέχρι μυελού οστέων βλ. μυελός [< αρχ. ὀστοῦν]
37178οστρακιά[ὀστρακιά] ο-στρα-κιά ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οξεία εξανθηματική λοιμώδης ασθένεια, συνήθ. παιδική, που χαρακτηρίζεται από υψηλό πυρετό και οφείλεται στο βακτήριο του στρεπτόκοκκου. Βλ. ανεμοβλογιά. ΣΥΝ. σκαρλατίνα
37179οστρακισμός[ὀστρακισμός] ο-στρα-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. εξοστρακισμός. Βλ. -ισμός. [< αρχ. ὀστρακισμός]
37180όστρακο[ὄστρακο] ό-στρα-κο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άκου} 1. προστατευτικό περίβλημα, συνήθ. σκληρό, που φέρουν ορισμένα ζώα και συνεκδ. καθετί που κατασκευάζεται από ή μοιάζει με αυτό: (ΖΩΟΛ.) ~ του μυδιού/του σαλιγκαριού/της χελώνας (= καβούκι, καύκαλο). Βλ. κέλυφος, κοχύλι.|| Κολιέ από ~α. Πιατέλα ~. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. θραύσμα αγγείου: εγχάρακτο/ενεπίγραφο ~. Γεωμετρικά/κεραμικά/μελανόμορφα/μυκηναϊκά/νεολιθικά/πήλινα ~α. ~α αμφορέων. Βλ. εξοστρακισμός. ΣΥΝ. όστρεο (2) ● όστρακα (τα): οστρακοειδή: (ΙΧΘΥΟΛ.) θαλάσσια/μαργαριτοφόρα/φρέσκα ~. Αλιεία/κατανάλωση ~άκων.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Αχνιστά ~. Βλ. θαλασσινά, φρούτα της θάλασσας. [< αρχ. ὄστρακον]
37181οστρακόδερμα[ὀστρακόδερμα] ο-στρα-κό-δερ-μα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -έρμων | σπανιότ. στον εν. οστρακόδερμο}: ΖΩΟΛ. οστρακοειδή: γιγάντια/μικρά ~. Βλ. -δερμος.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Σούπα ~ων. [< αρχ. ὀστρακόδερμα, γαλλ. ostracodermes]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.