| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37182 | οστρακοειδής | , ής, ές [ὀστρακοειδής] ο-στρα-κο-ει-δής επίθ. (σπάν.): που μοιάζει με όστρακο: ~είς: σχηματισμοί. ● Ουσ.: οστρακοειδή (τα) {σπανιότ. στον εν. οστρακοειδές}: ΖΩΟΛ. περιληπτική ονομασία για κάθε ασπόνδυλο υδρόβιο οστρακοφόρο ζώο (π.χ. μαλάκια, καρκινοειδή): δίθυρα (π.χ. στρείδια)/φρέσκα ~. Αλιεία/καλλιέργεια ~ών.|| Σαλάτα από ~. Πβ. φρούτα της θάλασσας. ΣΥΝ. όστρακα, οστρακώδη [< γαλλ. crustacés, αγγλ. ostracoid] | |
| 37183 | οστρακοκαλλιέργεια | [ὀστρακοκαλλιέργεια] ο-στρα-κο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. εκτροφή οστρακοειδών. Βλ. -καλλιέργεια. [< γαλλ. conchyliculture, 1953] | |
| 37184 | οστρακοφόρος | , α/ος, ο [ὀστρακοφόρος] ο-στρα-κο-φό-ρος επίθ.: ΖΩΟΛ. που φέρει όστρακο: ~ο: κεφαλόποδο. ~α: ερπετά (βλ. χελώνα)/μαλάκια.|| (ως ουσ., συνήθ. στον πληθ.) Είδη ~ων. Βλ. -φόρος. [< αγγλ. ostracophore] | |
| 37185 | οστρακώδη | [ὀστρακώδη] ο-στρα-κώ-δη ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. οστρακώδες}: ΖΩΟΛ. οστρακοειδή. [< αρχ. ὀστρακώδης] | |
| 37186 | όστρεο | [ὄστρεο] ό-στρε-ο ουσ. (ουδ.) {οστρέ-ου} (λόγ.) 1. ΖΩΟΛ. στρείδι. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. όστρακο. [< αρχ. ὄστρεον] | |
| 37187 | οστρεοκαλλιέργεια | [ὀστρεοκαλλιέργεια] ο-στρε-ο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. εκτροφή στρειδιών. Βλ. -καλλιέργεια. [< γαλλ. ostréiculture] | |
| 37188 | οστρεοτροφείο | [ὀστρεοτροφεῖο] ο-στρε-ο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. εκτροφείο στρειδιών. Βλ. -τροφείο. [< γαλλ. huîtrière] | |
| 37189 | όστρια | [ὄστρια] ό-στρι-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. νότιος άνεμος: Ο καιρός γύρισε σε ~. ΣΥΝ. νοτιάς (1) [< μεσν. όστρια < ιταλ. ostro ή παλαιότ. ιταλ. ostra] | |
| 37191 | οσφραίνομαι | [ὀσφραίνομαι] ο-σφραί-νο-μαι ρ. (μτβ.) {οσφράν-θηκε} (επίσ.) ΣΥΝ. οσμίζομαι 1. μυρίζω: Τα εκπαιδευμένα σκυλιά ~ονται τις εκρηκτικές ύλες. 2. (μτφ.) διαισθάνομαι, υποπτεύομαι: ~θηκε τον κίνδυνο/το πρόβλημα. [< 1: αρχ. ὀσφραίνομαι] | |
| 37192 | οσφραντικός | , ή, ό [ὀσφραντικός] ο-σφρα-ντι-κός επίθ. (σπάν.-επίσ.): που σχετίζεται με την αίσθηση της όσφρησης: ~ή: ικανότητα. Πβ. οσφρητικός. [< αρχ. ὀσφραντικός] | |
| 37193 | όσφρηση | [ὄσφρηση] ό-σφρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. μία από τις πέντε βασικές αισθήσεις με την οποία γίνονται αντιληπτές οι οσμές: ανεπτυγμένη/εκπληκτική/ευαίσθητη/ισχυρή/καλή/οξεία ~. Άρωμα που διεγείρει/ερεθίζει την ~. Έχει ~ λαγωνικού (: πολύ δυνατή). Η λεπτή ~ των σκύλων. Αισθητήρια/απώλεια (πβ. ανοσμία)/διαταραχές/υποδοχείς της ~ης. 2. (μτφ.) διορατική ικανότητα, διαίσθηση: Έχει ~, μυρίστηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. [< 1: αρχ. ὄσφρησις] | |
| 37194 | οσφρητικός | , ή, ό [ὀσφρητικός] ο-σφρη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την όσφρηση: ~ός: βλεννογόνος/βολβός. ~ή: αντίληψη (= μύρισμα)/ικανότητα/λειτουργία/μνήμη. ~ό: επιθήλιο/όργανο/σύστημα. ~οί: υποδοχείς. ~ά: ερεθίσματα/κύτταρα/νεύρα. Γευστική και ~ή απόλαυση. Πβ. οσφραντικός. [< μτγν. ὀσφρητικός] | |
| 37195 | οσφυαλγία | [ὀσφυαλγία] ο-σφυ-αλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. έντονος πόνος στην κατώτερη περιοχή της σπονδυλικής στήλης (μέση): άνω/εμμένουσα/οξεία/χαμηλή/χρόνια ~. Βλ. δισκοπάθεια, ισχιαλγία. ΣΥΝ. λουμπάγκο [< αρχ. ὀσφυαλγία] | |
| 37196 | οσφυϊκός | , ή, ό [ὀσφυϊκός] ο-σφυ-ϊ-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την οσφύ (μέση): ~ός: πόνος (= οσφυαλγία). ~ή: δισκοπάθεια/λόρδωση/μοίρα/περιοχή/σκολίωση/(υπο)στήριξη/χώρα. ~ό: πλέγμα. ~οί: σπόνδυλοι. ● ΣΥΜΠΛ.: οσφυονωτιαία/οσφυϊκή παρακέντηση βλ. οσφυονωτιαίος [< γαλλ. lombaire] | |
| 37197 | οσφυοκάμπτης | [ὀσφυοκάμπτης] ο-σφυ-ο-κά-μπτης ουσ. (αρσ.) (λόγ.-μειωτ.): δουλοπρεπής και κόλακας: ~ες της εξουσίας. Πβ. γιέσμαν, γλείφτης, ραγιάς.|| (ως επίθ.) ~ες: υπάλληλοι. | |
| 37198 | οσφυοκαμψία | [ὀσφυοκαμψία] ο-σφυ-ο-καμ-ψί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δουλοπρέπεια, υποτέλεια. | |
| 37199 | οσφυονωτιαίος | , α, ο [ὀσφυονωτιαῖος] ο-σφυ-ο-νω-τι-αί-ος επίθ.: συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: οσφυονωτιαία/οσφυϊκή παρακέντηση (συντομ. ΟΝΠ): ΙΑΤΡ. λήψη εγκεφαλονωτιαίου υγρού από τον νωτιαίο µυελό στο ύψος της οσφυϊκής µοίρας για διαγνωστικούς κυρ. σκοπούς: ~ ~ για τη διάγνωση κρανιακών κακώσεων/μηνιγγίτιδας. | |
| 37200 | οσφύς | [ὀσφύς] ο-σφύς ουσ. (θηλ.) {οσφύ-ος | -ες, -ων}: ΑΝΑΤ. (στο ανθρώπινο σώμα) μέση. [< αρχ. ὀσφύς] | |
| 37201 | οσχεϊκός | , ή, ό [ὀσχεϊκός] ο-σχε-ϊ-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με το όσχεο: ~ή: θερμοκρασία/τομή. | |
| 37202 | όσχεο | [ὄσχεο] ό-σχε-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έου}: ΑΝΑΤ. ο σάκος που περιέχει τους όρχεις και τις επιδιδυμίδες: οίδημα του ~ου. Βλ. υδροκήλη. [< μτγν. ὄσχεον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ