Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37840-37860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37203ΟΤΑ(ο): Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
37204όταν[ὅταν] ό-ταν σύνδ. χρον. (εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις) 1. (χρονικές) δηλώνει χρόνο: Τι θα γίνεις, ~ μεγαλώσεις; (ειδικότ., το σύγχρονο) Τι εννοείς, ~ λες "..."; ~ τρώμε, δεν μιλάμε (: ενώ, όση ώρα, την ώρα που). (σε αφήγηση) Ήμουν έτοιμη να φύγω, ~ χτύπησε το τηλέφωνο (: τη στιγμή που, πβ. αλλά, όμως). Ήταν παιδί ακόμα, ~ έχασε τους γονείς του (: την εποχή που, τότε που). (προφ.) Ασχολήθηκαν με την πολιτική, από ~ ήταν φοιτητές.|| (το προτερόχρονο) ~ πάρει πτυχίο, θ' αρχίσει να ψάχνει για δουλειά (: αφού, μόλις). ~ μείνεις έγκυος, θα πρέπει να φροντίζεις περισσότερο τη διατροφή σου.|| (χρονική επανάληψη στο παρελθόν ή στο παρόν-μέλλον) ~ είχα εξετάσεις, δεν κοιμόμουν καλά απ' το άγχος (: κάθε φορά που, οσάκις). Θα είμαι δίπλα σου, ~ με χρειαστείς (: όποτε). 2. (χρονικοϋποθετικές) εκφράζει υπόθεση: ~ (τυχόν) τον δεις, τι θα του πεις (: αν, άμα, σε περίπτωση που);|| ~ το φαγητό γίνεται πρόβλημα ... 3. εκτός από τη χρονική σημασία, φανερώνει ταυτόχρονα και έντονη αντίθεση: Πώς θέλεις να περάσεις, ~ (: από τη στιγμή που, παρόλο που) δεν διαβάζεις καθόλου; 4. (αναφορικές-χρονικές ελλειπτικές) σε παρομοίωση, σύγκριση: Όλα ήταν όπως ~ (: έτσι όπως ήταν όταν ...) ήμασταν παιδιά. ● ΦΡ.: όταν και/κι αν: στην περίπτωση που, εφόσον: ~ ~ μπορείς, πέρνα από 'δω., άμα/όταν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς; βλ. φίλος, όταν ασπρίσει ο κόρακας και γίνει περιστέρι βλ. κόρακας, όταν γεράσει ο διά(β)ολος, καλογερεύει βλ. διάβολος, όταν εσύ πήγαινες, εγώ ερχόμουν/γύριζα/γυρνούσα βλ. πηγαίνω & πάω, όταν η φτώχεια μπαίνει απ' την πόρτα, ο έρωτας φεύγει απ' το παράθυρο βλ. πόρτα, όταν λείπει η γάτα, χορεύουν τα ποντίκια βλ. γάτα, όταν πρέπει βλ. πρέπει, όταν/αν/άμα δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στον Μωάμεθ βλ. Μωάμεθ, όταν/τη μέρα που θα παγώσει η κόλαση βλ. κόλαση [< αρχ. ὅταν]
37206ΟΤΕ(ο): Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος.
37209ότι1[ὅτι] ό-τι σύνδ. 1. εισάγει δευτερεύουσες ειδικές προτάσεις· δηλώνει γνώμη, κρίση, αντικειμενική ή υποκειμενική: Μου είπε ~ μ' αγαπάει. Ελπίζω/νιώθω/νομίζω/πιστεύω ~ τα πράγματα θα αλλάξουν. (Παρα)δέχτηκε/κατάλαβε/ξέρει/ομολόγησε ~ έκανε λάθος. Είμαστε βέβαιοι/είναι βέβαιο ~ κάτι δεν πάει καλά. Διαδίδεται/λέγεται/πιθανολογείται/φημολογείται ~ θα πάμε για εκλογές.|| (επεξηγηματικά) Κι εγώ αυτό φοβάμαι, ~ θ' αλλάξει γνώμη (πβ. μήπως). Είμαι της άποψης/έχω την πεποίθηση ~ δεν πρέπει να υποχωρήσουμε. ΣΥΝ. πως 2. ακολουθεί πρόθεση ή σύνδεσμο, συνήθ. μαζί με άρθρο στην κατάλληλη πτώση, εκφράζει διάφορες επιρρηματικές σχέσεις, όπως προσθήκη ή συμπληρωματική πληροφορία, αιτία, εναντίωση: εκτός/εξαιτίας/λόγω του ~ ... Παρόλο ~ ... 3. με το ουδέτερο άρθρο "το" σε ουσιαστικοποιημένη πρόταση: Το ~ παραιτήθηκε (: η παραίτησή του) σημαίνει πολλά. ● ΦΡ.: για τον λόγο ότι ... βλ. λόγος, παρά το γεγονός ότι .../παρά το ότι .../παρ' ότι ... βλ. γεγονός [< αρχ. ὅτι]
37210ότι2[ὅτι] ό-τι σύνδ. (προφ.) 1. (χρονικός) μόλις, τη στιγμή ακριβώς που: Ήρθες; Και ~ ετοιμαζόμουν να σε φωνάξω. ~ έφευγα, χτύπησε το τηλέφωνο. 2. (αιτιολογικός) (σπάν.) γιατί, διότι: Λυπάμαι ~ (= που) οι προσπάθειές τους απέτυχαν. ● ΦΡ.: όχι ότι/πως ... βλ. όχι [< αρχ. ὅτε]
37212οτιδήποτε[ὁτιδήποτε] ο-τι-δή-πο-τε αναφ. αντων. {άκλ.} & (εσφαλμ.) ο,τιδήποτε: ό,τι τυχόν: (ως ουσ.) ~ θελήσεις/χρειαστείς, φώναξέ με. ~ έχει να κάνει με τον κινηματογράφο τού κινεί την προσοχή. Πληροφορίες για ~ σας ενδιαφέρει. Ας μιλήσουμε για ~ άλλο, εκτός απ' αυτό. ~ κι αν κάνει, το κάνει καλά.|| (ως επίθ.) ~ (= όποιο, οποιοδήποτε) θέμα/πρόβλημα προκύψει, θα το αντιμετωπίσουμε από κοινού. ~ απορία έχεις, μη διστάσεις να ρωτήσεις. Βλ. -δήποτε. [< αρχ. ὅ τι δήποτε]
37213ΟΤΟΕ(η): Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας.
37214ότοκιου[ὄτοκιου] ό-το-κιου ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & οτοκιού: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που προβάλλει σε οθόνη το κείμενο που διαβάζει ένας εκφωνητής ή ομιλητής, χωρίς αυτή να είναι ορατή από το κοινό. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. autocue, περ. 1953]
37215οτομοτρίς[ὀτομοτρίς] ο-το-μο-τρίς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αυτοκινητάμαξα. [< γαλλ. automotrice]
37216οτοστόπ[ὀτοστόπ] ο-το-στόπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ωτοστόπ: το σταμάτημα διερχόμενου αυτοκινήτου από πεζό, προκειμένου να μεταφερθεί στον προορισμό του: Κάνω ~. Ταξίδεψε με ~. [< γαλλ. autostop, auto-stop, 1938]
37217ότου[ὅτου] ό-του: μόνο στη ● ΦΡ.: έως/μέχρις ότου (να) βλ. έως & ως [< αρχ. ὅτου]
37218οτρηρός, ή, ό [ὀτρηρός] ο-τρη-ρός επίθ. (σπάν.-αρχαιοπρ.): δραστήριος, ακούραστος: ~ός: ερευνητής/συγγραφέας. Πβ. χαλκέντερος. Βλ. -ηρός. [< αρχ. ὀτρηρός]
37219ου[οὐ] μόρ. (αρν.) (αρχαιοπρ.): στις ● ΦΡ.: (το γήρας) ου γαρ έρχεται μόνον: για να δηλωθούν τα αρνητικά συνεπακόλουθα των γηρατειών: Αν ξεχνάω και κανέναν, συγγνώμη· ~ ~., ναι ή ου;: ναι ή όχι: Συμφωνείς, ~ ~;|| Τελικά θα έρθεις, ~ ~;, οι καιροί ου μενετοί βλ. μενετός, ου μπλέξεις! βλ. μπλέκω [< αρχ. οὐ]
37220ου1[οὔ] επιφών. (συνήθ. παρατεταμένο): προς δήλωση έντονης επιδοκιμασίας ή επιβεβαίωσης: -Σου άρεσε το φαγητό; -~, πάρα πολύ!|| -Έφυγε; -~, τώρα! [< πβ. μτγν. οὐᾶ]
37222ου2[οὔ] επιφών. (συνήθ. επαναλαμβανόμενο): δηλωτικό αποδοκιμασίας ή/και αγανάκτησης. ΑΝΤ. ζήτω [< πβ. μτγν. οὐαί]
37226ουαί[οὐαί] ου-αί επιφών. (αρχαιοπρ.-επιτατ.): αλίμονο· στις ● ΦΡ.: ουαί τοις ηττημένοις (αρχαιοπρ.): αλίμονο στους νικημένους· για να δηλωθούν οι δυσμενείς επιπτώσεις από την ήττα ή την αποτυχία σε αγώνα, σε αναμέτρηση ή σε προσπάθεια. Πβ. vae victis., ουαί και/κι αλίμονο βλ. αλίμονο [< μτγν. οὐαί]
37227ουαλικός, ή, ό [οὐαλικός] ου-α-λι-κός επίθ. & (σπάν.-προφ.) ουαλέζικος, η, ο: που σχετίζεται με την Ουαλία ή/και τους Ουαλούς. ● Ουσ.: Ουαλικά (τα) & (επίσ.) Ουαλική (η): η κελτική γλώσσα της Ουαλίας. [< αγγλ. Welsh]
37228Ουαλός, Ουαλή[Οὐαλός] Ου-α-λός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Ουαλία. Βλ. Άγγλος, Βρετανός, Σκωτσέζος. [< αγγλ. Welsh]
37229ουβερτούρα[oὐβερτούρα] ου-βερ-τού-ρα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. εισαγωγικό κομμάτι σε όπερα, ορατόριο ή άλλη μουσική σύνθεση: συμφωνική ~. ~ (του σάουντρακ) ταινίας. Πβ. πρελούδιο, προανάκρουσμα. [< ιταλ. overtura, γαλλ. ouverture]
37230ουγγαρέζα[oὐγκαρέζαοσπριά] ουγ-γκα-ρέ-ζα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με κύρια συστατικά το ζαμπόν και τη μαγιονέζα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.