| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37210 | ότι2 | [ὅτι] ό-τι σύνδ. (προφ.) 1. (χρονικός) μόλις, τη στιγμή ακριβώς που: Ήρθες; Και ~ ετοιμαζόμουν να σε φωνάξω. ~ έφευγα, χτύπησε το τηλέφωνο. 2. (αιτιολογικός) (σπάν.) γιατί, διότι: Λυπάμαι ~ (= που) οι προσπάθειές τους απέτυχαν. ● ΦΡ.: όχι ότι/πως ... βλ. όχι [< αρχ. ὅτε] | |
| 37212 | οτιδήποτε | [ὁτιδήποτε] ο-τι-δή-πο-τε αναφ. αντων. {άκλ.} & (εσφαλμ.) ο,τιδήποτε: ό,τι τυχόν: (ως ουσ.) ~ θελήσεις/χρειαστείς, φώναξέ με. ~ έχει να κάνει με τον κινηματογράφο τού κινεί την προσοχή. Πληροφορίες για ~ σας ενδιαφέρει. Ας μιλήσουμε για ~ άλλο, εκτός απ' αυτό. ~ κι αν κάνει, το κάνει καλά.|| (ως επίθ.) ~ (= όποιο, οποιοδήποτε) θέμα/πρόβλημα προκύψει, θα το αντιμετωπίσουμε από κοινού. ~ απορία έχεις, μη διστάσεις να ρωτήσεις. Βλ. -δήποτε. [< αρχ. ὅ τι δήποτε] | |
| 37213 | ΟΤΟΕ | (η): Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας. | |
| 37214 | ότοκιου | [ὄτοκιου] ό-το-κιου ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & οτοκιού: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που προβάλλει σε οθόνη το κείμενο που διαβάζει ένας εκφωνητής ή ομιλητής, χωρίς αυτή να είναι ορατή από το κοινό. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. autocue, περ. 1953] | |
| 37215 | οτομοτρίς | [ὀτομοτρίς] ο-το-μο-τρίς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αυτοκινητάμαξα. [< γαλλ. automotrice] | |
| 37216 | οτοστόπ | [ὀτοστόπ] ο-το-στόπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ωτοστόπ: το σταμάτημα διερχόμενου αυτοκινήτου από πεζό, προκειμένου να μεταφερθεί στον προορισμό του: Κάνω ~. Ταξίδεψε με ~. [< γαλλ. autostop, auto-stop, 1938] | |
| 37217 | ότου | [ὅτου] ό-του: μόνο στη ● ΦΡ.: έως/μέχρις ότου (να) βλ. έως & ως [< αρχ. ὅτου] | |
| 37218 | οτρηρός | , ή, ό [ὀτρηρός] ο-τρη-ρός επίθ. (σπάν.-αρχαιοπρ.): δραστήριος, ακούραστος: ~ός: ερευνητής/συγγραφέας. Πβ. χαλκέντερος. Βλ. -ηρός. [< αρχ. ὀτρηρός] | |
| 37219 | ου | [οὐ] μόρ. (αρν.) (αρχαιοπρ.): στις ● ΦΡ.: (το γήρας) ου γαρ έρχεται μόνον: για να δηλωθούν τα αρνητικά συνεπακόλουθα των γηρατειών: Αν ξεχνάω και κανέναν, συγγνώμη· ~ ~., ναι ή ου;: ναι ή όχι: Συμφωνείς, ~ ~;|| Τελικά θα έρθεις, ~ ~;, οι καιροί ου μενετοί βλ. μενετός, ου μπλέξεις! βλ. μπλέκω [< αρχ. οὐ] | |
| 37220 | ου1 | [οὔ] επιφών. (συνήθ. παρατεταμένο): προς δήλωση έντονης επιδοκιμασίας ή επιβεβαίωσης: -Σου άρεσε το φαγητό; -~, πάρα πολύ!|| -Έφυγε; -~, τώρα! [< πβ. μτγν. οὐᾶ] | |
| 37222 | ου2 | [οὔ] επιφών. (συνήθ. επαναλαμβανόμενο): δηλωτικό αποδοκιμασίας ή/και αγανάκτησης. ΑΝΤ. ζήτω [< πβ. μτγν. οὐαί] | |
| 37226 | ουαί | [οὐαί] ου-αί επιφών. (αρχαιοπρ.-επιτατ.): αλίμονο· στις ● ΦΡ.: ουαί τοις ηττημένοις (αρχαιοπρ.): αλίμονο στους νικημένους· για να δηλωθούν οι δυσμενείς επιπτώσεις από την ήττα ή την αποτυχία σε αγώνα, σε αναμέτρηση ή σε προσπάθεια. Πβ. vae victis., ουαί και/κι αλίμονο βλ. αλίμονο [< μτγν. οὐαί] | |
| 37227 | ουαλικός | , ή, ό [οὐαλικός] ου-α-λι-κός επίθ. & (σπάν.-προφ.) ουαλέζικος, η, ο: που σχετίζεται με την Ουαλία ή/και τους Ουαλούς. ● Ουσ.: Ουαλικά (τα) & (επίσ.) Ουαλική (η): η κελτική γλώσσα της Ουαλίας. [< αγγλ. Welsh] | |
| 37228 | Ουαλός, Ουαλή | [Οὐαλός] Ου-α-λός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Ουαλία. Βλ. Άγγλος, Βρετανός, Σκωτσέζος. [< αγγλ. Welsh] | |
| 37229 | ουβερτούρα | [oὐβερτούρα] ου-βερ-τού-ρα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. εισαγωγικό κομμάτι σε όπερα, ορατόριο ή άλλη μουσική σύνθεση: συμφωνική ~. ~ (του σάουντρακ) ταινίας. Πβ. πρελούδιο, προανάκρουσμα. [< ιταλ. overtura, γαλλ. ouverture] | |
| 37230 | ουγγαρέζα | [oὐγκαρέζαοσπριά] ουγ-γκα-ρέ-ζα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με κύρια συστατικά το ζαμπόν και τη μαγιονέζα. | |
| 37231 | Ουγγαρέζος, Ουγγαρέζα | Ουγ-γα-ρέ-ζος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ουγγαρία ή κατάγεται από αυτές ή έχει αποκτήσει την ουγγρική υπηκοότητα. | |
| 37232 | ουγγιά & (συχνότ.) ουγκιά | [οὐγγιά] ουγ-γιά ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΡΟΛ. (στις αγγλοσαξονικές χώρες) μονάδα βάρους, υποδιαίρεση της λίβρας, ισοδύναμη περ. με 28,35 γραμμάρια: Η τιμή του χρυσού διαμορφώθηκε στα ... δολάρια ανά/η/την ~. [< αρχ. οὐγγία, οὐγκία] | |
| 37233 | ουγγρικός | , ή, ό [οὑγγρικός] ουγ-γρι-κός επίθ. & (προφ.) ουγγαρέζικος, η, ο: που σχετίζεται με την Ουγγαρία ή/και τους Ούγγρους: ~ή: (ΙΣΤ.) επανάσταση. ~ό: γκούλας. ● Ουσ.: Ουγγρικά (τα) & (επίσ.) Ουγγρική (η) & (προφ.) Ουγγαρέζικα (τα): η ουγγρική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< μτγν. οὑγγρικός, μεσν. Ούγγρος] | |
| 37234 | ούγενα | [οὕγενα] ού-γε-να ουσ. (θηλ.) & ούγαινα: ΙΧΘΥΟΛ. μυτάκι. [< αρχ. ὕαινα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ