| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37231 | Ουγγαρέζος, Ουγγαρέζα | Ουγ-γα-ρέ-ζος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ουγγαρία ή κατάγεται από αυτές ή έχει αποκτήσει την ουγγρική υπηκοότητα. | |
| 37232 | ουγγιά & (συχνότ.) ουγκιά | [οὐγγιά] ουγ-γιά ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΡΟΛ. (στις αγγλοσαξονικές χώρες) μονάδα βάρους, υποδιαίρεση της λίβρας, ισοδύναμη περ. με 28,35 γραμμάρια: Η τιμή του χρυσού διαμορφώθηκε στα ... δολάρια ανά/η/την ~. [< αρχ. οὐγγία, οὐγκία] | |
| 37233 | ουγγρικός | , ή, ό [οὑγγρικός] ουγ-γρι-κός επίθ. & (προφ.) ουγγαρέζικος, η, ο: που σχετίζεται με την Ουγγαρία ή/και τους Ούγγρους: ~ή: (ΙΣΤ.) επανάσταση. ~ό: γκούλας. ● Ουσ.: Ουγγρικά (τα) & (επίσ.) Ουγγρική (η) & (προφ.) Ουγγαρέζικα (τα): η ουγγρική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< μτγν. οὑγγρικός, μεσν. Ούγγρος] | |
| 37234 | ούγενα | [οὕγενα] ού-γε-να ουσ. (θηλ.) & ούγαινα: ΙΧΘΥΟΛ. μυτάκι. [< αρχ. ὕαινα] | |
| 37235 | ούγια | [οὔγια] ού-για ουσ. (θηλ.): άκρη σε ύφασμα, λωρίδα που γαζώνεται στο τελείωμά του, συνήθ. για να μην ξεφτίζει: η ~ του χαλιού. Κορδέλα/οργαντίνα με ~. Πβ. παρυφή, ρέλι.|| (κατ' επέκτ.) ~ των συρματοπλεγμάτων περίφραξης (: σύρμα στήριξης). ΣΥΝ. ώα (2) [< αρχ. ᾤα, τουρκ. oya] | |
| 37238 | ουδαμόθεν | [οὐδαμόθεν] ου-δα-μό-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): από πουθενά: ~ προκύπτει/συνάγεται ότι ... Βλ. -θεν. ΑΝΤ. πανταχόθεν [< αρχ. οὐδαμόθεν] | |
| 37239 | ουδαμού | [οὐδαμοῦ] ου-δα-μού επίρρ. (αρχαιοπρ.): πουθενά: ~ αναφέρεται ότι ... ΑΝΤ. πανταχού [< αρχ. οὐδαμοῦ] | |
| 37240 | ουδαμώς | [οὐδαμῶς] ου-δα-μώς επίρρ. (αρχαιοπρ.): ουδόλως, καθόλου: Η μεταβολή ~ επηρεάζει ... [< αρχ. οὐδαμῶς] | |
| 37241 | ουδέ | [οὐδέ] ου-δέ σύνδ. (λαϊκό-λογοτ.): ούτε: ~ γελά, ~ χαίρεται. ΣΥΝ. μηδέ [< αρχ. οὐδέ] | |
| 37242 | ουδείς, ουδεμία, ουδέν | [οὐδείς] ου-δείς, ου-δε-μία, ου-δέν αόρ. αντων. (λόγ.): κανείς, ούτε ένας: Ουδείς αλάνθαστος/τέλειος. Ουδείς υπεράνω κριτικής. Ουδείς ενδιαφέρεται. Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ότι ... Ουδείς αντιλήφθηκε τι συνέβη/ασχολήθηκε με το θέμα/υποστήριξε το αντίθετο. Προς το παρόν, έτερον ουδέν. Δεν τάσσεται υπέρ ουδενός.|| (ως επίθ.) Ουδείς λόγος ανησυχίας συντρέχει. Ουδεμία αντίρρηση. Δεν έχει ουδεμία σχέση με την υπόθεση. Ουδεμία ευθύνη φέρει για το δυστύχημα. Ουδεμία πρόθεση έχει να ... Ουδέν πρόβλημα. Οι κανονισμοί θα εφαρμοστούν άνευ ουδεμίας εξαιρέσεως. ● ΦΡ.: εν οίδα ότι ουδέν οίδα: (ένα πράγμα γνωρίζω, ότι δεν γνωρίζω τίποτα) σε περιπτώσεις που κάποιος αναγνωρίζει την άγνοιά του., επ' ουδενί (λόγω) (λόγ.): σε καμία περίπτωση, για κανένα λόγο: Δεν σκέφτεται ~ ~ να αλλάξει τη στάση του. Το θέμα ~ ~ δεν πρέπει να προκαλεί ανησυχία. ~ ~ μη διανοηθείς να ... ΣΥΝ. με κανέναν τρόπο, με τίποτα (1), με/για τίποτα στον κόσμο, κατ' ουδένα(ν) τρόπο: σε καμία περίπτωση, καθόλου: Η συμφωνία δεν αμφισβητείται ~ ~. Η απόφαση ~ ~ μας επηρεάζει., ουδέν σχόλιο(ν): σε περίπτωση που κάποιος δεν επιθυμεί να σχολιάσει κάτι: Στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων αρκέστηκε να δηλώσει "~ ~". [< αγγλ. no comment] , δεν ορρωδεί προ ουδενός βλ. ορρωδώ, ουδείς αναμάρτητος βλ. αναμάρτητος, ουδείς αναντικατάστατος βλ. αναντικατάστατος, ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος βλ. εχθρός, ουδείς εκών κακός βλ. εκών, ουδείς προφήτης στον τόπο του βλ. προφήτης, ουδείς ψόγος βλ. ψόγος, ουδέν καινόν υπό τον ήλιον βλ. καινός, ουδέν κακόν αμιγές καλού βλ. αμιγής, ουδέν κρυπτόν (υπό τον ήλιον) βλ. κρυπτός, ουδέν μονιμότερον του προσωρινού βλ. μόνιμος, ουδέν νεότερο(ν)/νεώτερον βλ. νεότερος, τον πλούτο(ν) πολλοί εμίσησαν, τη(ν) δόξα(ν) ουδείς βλ. μισώ [< αρχ. οὐδείς, οὐδεμία, οὐδέν] | |
| 37244 | ουδέποτε | [οὐδέποτε] ου-δέ-πο-τε επίρρ. (λόγ.): ποτέ μέχρι τώρα, ούτε μία φορά: ~ ασχολήθηκα με τέτοια θέματα. ~ αμφισβητήθηκε το έργο του. ~ μου πέρασε τέτοιο πράγμα από το μυαλό. ΣΥΝ. μηδέποτε, ποτέ (1) ΑΝΤ. αείποτε (1), πάντα [< αρχ. οὐδέποτε] | |
| 37245 | ουδετερόθρησκος | , η, ο [οὐδετερόθρησκος] ου-δε-τε-ρό-θρη-σκος επίθ.: που τηρεί ουδέτερη στάση απέναντι σε όλες τις θρησκείες: ~ο: κράτος/σχολείο. | |
| 37246 | ουδετερόνιο | [οὐδετερόνιο] ου-δε-τε-ρό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ.-ΧΗΜ. νετρόνιο. | |
| 37247 | ουδετεροπενία | [οὐδετεροπενία] ου-δε-τε-ρο-πε-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αιματολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από μη φυσιολογική ελάττωση του αριθμού των ουδετερόφιλων και περιορίζει την ανοσολογική ανταπόκριση του ασθενούς στους παθογόνους μικροοργανισμούς: εμπύρετη/χρόνια ιδιοπαθής ~. Πβ. λεμφο-, λευκο-πενία. Βλ. θρομβοπενία. [< αγγλ. neutropenia, 1915] | |
| 37248 | ουδετεροποίηση | [οὐδετεροποίηση] ου-δε-τε-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) υιοθέτηση ουδέτερης στάσης: κοινωνική/πολιτική ~. ~ της περιοχής. 2. ΧΗΜ. αντίδραση οξέος με βάση για τον σχηματισμό ουδέτερου διαλύματος: ~ των ελεύθερων ριζών/του πεχά. ΣΥΝ. εξουδετέρωση (2) [< γαλλ. neutralisation] | |
| 37249 | ουδετεροποιώ | [οὐδετεροποιῶ] ου-δε-τε-ρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | ουδετεροποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: κάνω κάτι ουδέτερο: (ΧΗΜ.) Τα αντιοξειδωτικά ~ούν τις ελεύθερες ρίζες (πβ. εξουδετερώνω). Η επίδραση του φαρμάκου ~ήθηκε. ~ημένη: φορμόλη. ~ημένα: αντισώματα.|| (μτφ.) ~ησε τη στάση του απέναντι στο ζήτημα. Βλ. εξισορροπώ, μετριάζω. [< γαλλ. neutraliser] | |
| 37250 | ουδέτερος | , η, ο [οὐδέτερος] ου-δέ-τε-ρος επίθ. 1. που δεν υποστηρίζει καμία από τις αντίπαλες πλευρές σε μια διαφωνία ή διαμάχη ή γενικότ. που δεν παίρνει θέση, αμέτοχος· ειδικότ. για χώρα που επιλέγει να μην πάρει μέρος σε πολεμική σύγκρουση ή στρατιωτική παρέμβαση: (για πρόσ.) ~ος: παρατηρητής. Παρέμεινε ~ σε όλη τη διάρκεια της αντιπαράθεσης/συζήτησης.|| (ως ουσ.) Οι υπέρ, οι κατά και οι ~οι. Πβ. αδέσμευτος.|| ~ος: χώρος. ~η: άποψη/εφημερίδα/πληροφόρηση. Αγώνας σε ~η έδρα/~ο γήπεδο. Συνάντηση σε ~ο έδαφος. Τήρηση ~ης πολιτικής στάσης (πβ. ακομμάτιστος, αχρωμάτιστος). 2. χωρίς ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που να τον κάνει να ξεχωρίζει ή να διαφέρει από άλλους· που δεν φέρει κανένα από τα γνωρίσματα ζεύγους αντίθετων εννοιών: ~ος: ήχος. ~η: αξιολόγηση/γεύση/έκφραση/έννοια/επιλογή/λέξη. ~ο: αποτέλεσμα/άρωμα/ύφος. ~ες: αποχρώσεις/συνθήκες. ~α: χρώματα (π.χ. άσπρο, μαύρο, γκρι). Πβ. απρόσωπος, άχρωμος.|| (ΧΗΜ., που δεν παρουσιάζει οξύτητα ή αλκαλικότητα) ~ο: διάλυμα (: που δεν υδρολύονται τα ιόντα του)/πεχά. ~ες: ενώσεις.|| (ΦΥΣ., που δεν φέρει θετικό ή αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο) ~α: άτομα/μόρια.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ο: ισοζύγιο άνθρακα (: επίτευξη μηδενικής εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα).|| (ΜΑΘ.) Το μηδέν είναι το ~ο στοιχείο της πρόσθεσης. ● ουδέτερο (το): ΓΡΑΜΜ. όνομα ουδετέρου γένους: ~α σε -ι/-μα/-ο. Οι καταλήξεις των ~έρων., ουδέτερος (ο) (προφ.): ΗΛΕΚΤΡ. ενν. αγωγός: γείωση του ~ου. Βλ. ουδετέρωση. ● επίρρ.: ουδέτερα ● ΣΥΜΠΛ.: ουδέτερη διάθεση: ΓΡΑΜΜ. στην οποία ανήκουν ρήματα που δηλώνουν κατάσταση (π.χ. ηρεμώ, κάθομαι, κοιμάμαι). Βλ. ενεργητική, μέση, παθητική διάθεση., ουδέτερη ζώνη ΣΤΡΑΤ. 1. περιοχή στην οποία δεν πραγματοποιούνται εχθροπραξίες κατόπιν συμφωνίας ανακωχής. Πβ. νεκρή ζώνη. 2. περιοχή στα σύνορα η οποία δεν ανήκει σε κανένα από τα όμορα κράτη., ουδέτερο (γένος): ΓΡΑΜΜ. το γένος των ονομάτων με άρθρο "το". Βλ. αρσενικό (γένος), θηλυκό (γένος). [< αρχ. οὐδέτερος, γαλλ. neutre, αγγλ. neutral] | |
| 37251 | ουδετερότητα | [οὐδετερότητα] ου-δε-τε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ουδέτερου: απόλυτη ~. Αξιολογική/δημοσιονομική/επιστημονική/θρησκευτική/πολιτική/στρατιωτική/φορολογική ~. Η ~ του διαδικτύου/της τεχνολογίας. Ηθική ~ και αμεροληψία.|| Η χώρα τήρησε στάση αυστηρής ~ας (: απέφυγε κάθε ανάμειξη) κατά τη διάρκεια του πολέμου (ΑΝΤ. παρεμβατισμός). Βλ. -ότητα. [< γαλλ. neutralité] | |
| 37252 | ουδετερόφιλα | [οὐδετερόφιλα] ου-δε-τε-ρό-φι-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ουδετερόφιλο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κοκκιώδη λευκοκύτταρα με μεταβλητό πυρήνα και φαγοκυτταρική δράση: πολυμορφοπύρηνα ~. Ενεργοποίηση ~ων. Βλ. ιστιοκύτταρα, μακροφάγα, ουδετεροπενία. [< γαλλ. neutrophile, 1903, αγγλ. neutrophil] | |
| 37253 | ουδετεροφιλία | [οὐδετεροφιλία] ου-δε-τε-ρο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. αύξηση του αριθμού των ουδετερόφιλων στο αίμα. Πβ. λευκοκυττάρωση. 2. ΠΟΛΙΤ. τήρηση ουδέτερης, αλλά συνήθ. φιλικής, στάσης από μία χώρα προς δύο αντιμαχόμενες πλευρές: ενεργητική ~. Βλ. -φιλία. [< 1: αγγλ. neutrophilia] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ