| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37280 | ουλαμαγός | [οὐλαμαγός] ου-λα-μα-γός ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. επικεφαλής ουλαμού. | |
| 37281 | ουλαμός | [οὐλαμός] ου-λα-μός ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. τμήμα πυροβολαρχίας στο πυροβολικό και ίλης στα τεθωρακισμένα. Βλ. διμοιρία. [< μτγν. οὐλαμός ‘ίλη ιππικού’, γαλλ. peloton] | |
| 37284 | ουλεμάς | [οὐλεμάς] ου-λε-μάς ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ. ουλεμάδες}: ΘΡΗΣΚ. (στον ισλαμισμό) μουσουλμάνος λόγιος, θεολόγος και διδάσκαλος του νόμου. Βλ. ιεροδίκης, ιμάμης, μουφτής. [< τουρκ. ulema] | |
| 37285 | ουλή | [οὐλή] ου-λή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σημάδι που σχηματίζεται από την επούλωση τραύματος: ανεπαίσθητη/ατροφική/βαθιά/δύσμορφη/κάθετη/μετεγχειρητική/μόνιμη/οριζόντια/υπερτροφική (βλ. χηλοειδές) ~. ~ από ατύχημα/έγκαυμα/χειρουργική τομή. ~ στον λαιμό/στο μάγουλο/στο μέτωπο. Νεφρικές ~ές. ~ές ακμής. Η επέμβαση δεν της άφησε ~ές. Αποκατάσταση/διόρθωση ~ών (π.χ. με λέιζερ). Βλ. ευλογιά, κοψιά.|| (μτφ.) Συναισθηματικές/ψυχικές ~ές. [< αρχ. οὐλή] | |
| 37291 | ουλικός | , ή, ό [οὐλικός] ου-λι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα ούλα: ~ός: ιστός. ~ή: φλεγμονή (π.χ. ουλίτιδα). ~ό: μόσχευμα/όριο/χαμόγελο (: όταν τα ούλα καλύπτουν μεγάλο μέρος των δοντιών). | |
| 37293 | ουλίτιδα | [οὐλίτιδα] ου-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιφανειακή φλεγμονή των ούλων που προκαλείται από την οδοντική πλάκα: αιμορραγική/ελκώδης/οξεία/χρόνια ~. Οδοντόκρεμα κατά της τερηδόνας και της ~ας. Βλ. -ίτιδα, περιοδοντίτιδα. [< γαλλ. gingivite] | |
| 37294 | ουλο | βλ. ούλα | |
| 37295 | ουλορραγία | [οὐλορραγία] ου-λορ-ρα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αιμορραγία των ούλων. Βλ. -ρραγία. | |
| 37297 | ούλος | , η, ο [oὗλος] ού-λος επίθ. (λαϊκό): όλος. [< μεσν. ούλος] | |
| 37298 | ουλτραμαρίνα | [οὐλτραμαρίνα] ουλ-τρα-μα-ρίνα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & ουλτραμαρίν (το): χρωστική ουσία που παράγεται από το λάπις λάζουλι· το αντίστοιχο έντονο μπλε χρώμα που πλησιάζει το μοβ. Βλ. μπλε μαρέν. [< γαλλ. ultramarin] | |
| 37299 | ουλώδης | , ης, ες [οὐλώδης] ου-λώ-δης επίθ. {ουλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ουλή: ~ης: ιστός. Βλ. -ώδης. | |
| 37300 | ουμανισμός | [οὑμανισμός] ου-μα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ανθρωπισμός. Βλ. ανθρωποκεντρισμός. [< γαλλ. humanisme] | |
| 37301 | ουμανιστής | [οὑμανιστής] ου-μα-νι-στής επίθ./ουσ. {σπάν. θηλ. ουμανίστρια}: ανθρωπιστής. [< γαλλ. humaniste] | |
| 37302 | ουμανιστικός | , ή, ό [οὑμανιστικός] ου-μα-νι-στι-κός επίθ.: ανθρωπιστικός. [< γαλλ. humanistique] | |
| 37306 | ούμπαλα | [οὔμπαλα] ού-μπα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) (υβριστ.): όρχεις. ● ΦΡ.: μου πρήζει/σπάει/ζαλίζει τ' αρχίδια/τα ούμπαλα βλ. αρχίδι | |
| 37307 | Ουνέσκο | [Οὐνέσκο] Ου-νέ-σκο ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: Εκπαιδευτικός, Επιστημονικός και Πολιτιστικός Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών ο οποίος αγωνίζεται για την προώθηση ενός ειλικρινούς διαλόγου που θα βασίζεται στον σεβασμό των κοινών αξιών και των ιδεωδών όλων των πολιτισμών. Μέσα από τις δράσεις του ενισχύει τη βιώσιμη ανάπτυξη που θα βασίζεται στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τον αμοιβαίο σεβασμό και την εξάλειψη της φτώχειας: Μνημεία (της) παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της ~. [< αγγλ. ακρ. UNESCO (United Nations Educational, Scientific and Cultural Organization), 1945] | |
| 37310 | ουνιβερσαλισμός | [οὐνιβερσαλισμός] ου-νι-βερ-σα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΘΡΗΣΚ. δόγμα που υποστηρίζει τη σωτηρία και λύτρωση ολόκληρου του ανθρώπινου γένους. 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία η οποία αναγνωρίζει την παγκοσμιότητα των γενικών εννοιών και την ανωτερότητά τους σε σχέση με την ατομική υπόσταση. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. universalisme] | |
| 37311 | ουνίτης | [οὐνίτης] ου-νί-της επίθ./ουσ. {μόνο στο αρσ.} (συχνά με κεφαλ. Ο): ΘΡΗΣΚ. πρόσωπο που ανήκει στην ουνία: ~ης: επίσκοπος. Βλ. -ίτης1. [< ρωσ. uniat] | |
| 37312 | ουνιτικός | , ή, ό [οὐνιτικός] ου-νι-τι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με την ουνία ή τους ουνίτες: ~ή: εκκλησία/κοινότητα. | |
| 37309 | ουνιτισμός | [οὐνία] ου-νί-α ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. το σώμα των ανατολικών ορθόδοξων Εκκλησιών οι οποίες προσχώρησαν στον καθολικισμό, διατηρώντας όμως την οργάνωση και τα λατρευτικά τους έθιμα. ΣΥΝ. ουνιτισμός [< ρωσ. unija] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ