| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37260 | ΟΥΕΦΑ | & UEFA (η): Ένωση Ευρωπαϊκών Ποδοσφαιρικών Ομοσπονδιών. [< αγγλ. Union of European Football Associations, 1954] | |
| 37261 | ουζάδικο | [οὐζάδικο] ου-ζά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ουζερί. Βλ. κρασ-, τσιπουρ-άδικο. | |
| 37262 | ουζερί | [οὐζερί] ου-ζε-ρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μεζεδοπωλείο το οποίο σερβίρει κυρ. ούζο: γραφικά/παραδοσιακά/παραλιακά ~. Καφέ/(ψαρο)ταβέρνα-~. Βλ. -ερί. ΣΥΝ. ουζάδικο | |
| 37263 | ούζο | [οὖζο] ού-ζο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δυνατό, οινοπνευματώδες ποτό ελληνικής προέλευσης που αποτελεί το απόσταγμα της ζύμωσης στεμφύλων ή βιομηχανικό μείγμα αλκοόλης με νερό και στο οποίο προστίθενται αρωματικές ουσίες, κυρ. γλυκάνισο: γλυκόπιοτο/ντόπιο/ονομαστό/παραδοσιακό ~. ~ μαστίχας. ~ σκέτο ή με πάγο. ~ αραιωμένο με νερό. Ένα καραφάκι/μπουκάλι ~ (: με ~). Μεζέδες (= ουζομεζέδες)/ποικιλία ~ου (: συνοδευτικά). Λικέρ ~ου. (προφ.) Βάλε μου ένα ~ (ενν. ποτήρι). Πάμε για ~α; Βλ. απεριτίφ.|| (ΜΑΓΕΙΡ.-ΖΑΧΑΡ.) Σάλτσα ~ου. Γαρίδες σβησμένες με ~. Κουλουράκια ~ου. ● Υποκ.: ουζάκι (το) [< τουρκ. öz 'χυμός, απόσταγμα'· πβ. αγγλ. ouzo, 1897, γαλλ. ~, 1937, αγγλ. ~, 1935, ιταλ. ~, 1986, γερμ. Ouzo, τουρκ. uzo] | |
| 37264 | ουζοκατάνυξη | [oὐζοκατάνυξη] ου-ζο-κα-τά-νυ-ξη ουσ. (θηλ.) (οικ.): κατανάλωση με παρέα μεγάλης ποσότητας ούζου: ολονύκτια ~. ~ με θαλασσινούς μεζέδες. Βλ. κρασο-, τσιπουρο-κατάνυξη. | |
| 37265 | ουζομεζές | [οὐζομεζές] ου-ζο-με-ζές ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): μεζές που συνοδεύει το ούζο: θαλασσινοί ~έδες. Βλ. -ές, κρασο-, τσιπουρο-μεζές. | |
| 37266 | ουζοποσία | [οὐζοποσία] ου-ζο-πο-σί-α ουσ. (θηλ.): κατανάλωση μεγάλης ποσότητας ούζου: γερή ~. Βλ. οινοποσία. | |
| 37267 | ουζοπωλείο | [οὐζοπωλεῖο] ου-ζο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ουζερί. Βλ. -πωλείο. | |
| 37268 | ΟΥΘ | (ο): Οργανισμός Ύδρευσης Θεσσαλονίκης. | |
| 37269 | ουίσκι | [οὐίσκι] ου-ί-σκι ουσ. (ουδ.) {άκλ. | (αργκό) πληθ. -ια}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. οινοπνευματώδες ποτό ανοιχτού καστανού χρώματος με υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ, το οποίο παράγεται από την απόσταξη πολτοποιημένων δημητριακών που έχουν υποστεί ζύμωση: αμερικάνικο/ιρλανδικό/σκωτσέζικο ~. Δυνατό/νοθευμένο ~. ~ από βύνη (= μαλτ). ~ μπέρμπον. ~ με νερό/πάγο/σόδα. ~ σκέτο. Σφηνάκι ~.|| (προφ., σε κέντρο διασκέδασης:) Φέρε μας ένα ~ (ενν. ποτήρι ή μπουκάλι). Φιάλη ~ κομπλέ (: που συνοδεύεται από ξηρούς καρπούς ή φρούτα).|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Κοτόπουλο σβησμένο με ~. ● Υποκ.: ουισκάκι (το) [< αγγλ. whisk(e)y] | |
| 37270 | ΟΥΚ | (η): Ομάδα Υποβρυχίων Καταστροφών. | |
| 37271 | ουκ | [οὐκ] μόρ. (αρν.) (λόγ.): στις ● ΦΡ.: ουκ οίδα τον άνθρωπο (ΚΔ): (δεν γνωρίζω τον άνθρωπο) σε περιπτώσεις που αρνείται κάποιος να παραδεχτεί τη σχέση του με άτομο το οποίο κατηγορείται για κάτι ή για το οποίο διατυπώνονται αρνητικά σχόλια., ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος βλ. λαμβάνω, ουκ εν τω πολλώ το ευ βλ. ευ, ουκ ολίγος βλ. ολίγος, ων ουκ έστιν αριθμός βλ. αριθμός [< αρχ. οὐ, πριν από φωνήεν οὐκ] | |
| 37274 | ουκουλέλε | βλ. γιουκαλίλι | |
| 37275 | ουκρανικός | , ή, ό [οὐκρανικός] ου-κρα-νι-κός επίθ. & (προφ.) ουκρανέζικος, η, ο: που σχετίζεται με την Ουκρανία ή/και τους Ουκρανούς. | |
| 37276 | Ουκρανός, Ουκρανή | [Οὐκρανός] Ο-υ-κρα-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ουκρανία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ουκρανική υπηκοότητα. | |
| 37277 | ούλα | [οὖλα] ού-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ούλο}: ΙΑΤΡ. στοματικοί βλεννογόνοι που καλύπτουν τα φατνία των δοντιών, των οποίων στηρίζουν και προστατεύουν τις ρίζες: γερά/ερεθισμένα/ευαίσθητα/πρησμένα/υγιή ~. Αιμορραγία/ερυθρότητα/μολύνσεις/φλεγμονές (: ουλ-, περιοδοντ-ίτιδα)/υποχώρηση των ~ων. Καθαρισμός/νήμα απώθησης των ~ων. Μικρόβια που ερεθίζουν τα ~. Οδοντόβουρτσα για μασάζ των ~ων. [< αρχ. οὖλον] | |
| 37280 | ουλαμαγός | [οὐλαμαγός] ου-λα-μα-γός ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. επικεφαλής ουλαμού. | |
| 37281 | ουλαμός | [οὐλαμός] ου-λα-μός ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. τμήμα πυροβολαρχίας στο πυροβολικό και ίλης στα τεθωρακισμένα. Βλ. διμοιρία. [< μτγν. οὐλαμός ‘ίλη ιππικού’, γαλλ. peloton] | |
| 37284 | ουλεμάς | [οὐλεμάς] ου-λε-μάς ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ. ουλεμάδες}: ΘΡΗΣΚ. (στον ισλαμισμό) μουσουλμάνος λόγιος, θεολόγος και διδάσκαλος του νόμου. Βλ. ιεροδίκης, ιμάμης, μουφτής. [< τουρκ. ulema] | |
| 37285 | ουλή | [οὐλή] ου-λή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σημάδι που σχηματίζεται από την επούλωση τραύματος: ανεπαίσθητη/ατροφική/βαθιά/δύσμορφη/κάθετη/μετεγχειρητική/μόνιμη/οριζόντια/υπερτροφική (βλ. χηλοειδές) ~. ~ από ατύχημα/έγκαυμα/χειρουργική τομή. ~ στον λαιμό/στο μάγουλο/στο μέτωπο. Νεφρικές ~ές. ~ές ακμής. Η επέμβαση δεν της άφησε ~ές. Αποκατάσταση/διόρθωση ~ών (π.χ. με λέιζερ). Βλ. ευλογιά, κοψιά.|| (μτφ.) Συναισθηματικές/ψυχικές ~ές. [< αρχ. οὐλή] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ