| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37313 | ουνιτισμός | [οὐνιτισμός] ου-νι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. ουνία. Βλ. -ισμός. | |
| 37314 | ούννοι | [οὗννοι] ούν-νοι ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. ούννος} 1. ΙΣΤ. (με κεφαλ. το αρχικό Ο) νομαδικός λαός ασιατικής καταγωγής που πραγματοποίησε καταστροφικές επιδρομές στην Ευρώπη κατά τον 4ο και τον 5ο αι. μ.Χ. 2. (μτφ.-μειωτ.) για πλήθος που επιδεικνύει βίαιη ή άξεστη συμπεριφορά: Οι ορδές των ~ων ξεχύθηκαν στους δρόμους. Πβ. βάρβαρος. [< μτγν. Οὗννοι] | |
| 37315 | ούπα | [οὖπα] ού-πα ουσ. (ουδ.): βύσμα που χρησιμεύει για τη στερέωση βίδας: μεταλλικά/πλαστικά ~. [< γερμ. εμπρ. ονομαs. Upat] | |
| 37316 | Ουπανισάδες | [Οὐπανισάδες] Ου-πα-νι-σά-δες ουσ. (θηλ.) (οι) & ουπανισάντ: ΘΡΗΣΚ. ιερά ινδουιστικά κείμενα, μεταγενέστερα των Βεδών. [< αγγλ. upanishad] | |
| 37318 | ουπς | [οὔπς] επιφών. (νεαν. αργκό): για να δηλωθεί έκπληξη συνήθ. για αδέξια πράξη, μικρό ατύχημα ή λάθος: ~, μπερδεύτηκα. ~, προέκυψε πρόβλημα. ~, σόρι, δεν το ήθελα. [< αγγλ. oops, 1911, γαλλ. oups, 1972] | |
| 37319 | ούρα | [οὖρα] ού-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): ΦΥΣΙΟΛ. -ΙΑΤΡ. υγρό που περιέχει τα άχρηστα προϊόντα του μεταβολισμού του οργανισμού (π.χ. ουρία, ουρικό οξύ), το οποίο απεκκρίνεται από τους νεφρούς, μεταφέρεται στην ουροδόχο κύστη και τελικά αποβάλλεται μέσω της ουρήθρας: πρωινά ~. Ανάλυση/δείγμα/εκτροπή/επίσχεση (ή κατακράτηση)/καλλιέργεια/παλινδρόμηση/πεχά/συλλογή ~ων. Δυσοσμία ~ων (πβ. κατρουλίλα). Γενική (ενν. εξέταση) ~ων. Αίμα/πρωτεΐνες στα ~ (: αιματουρία και πρωτεϊνουρία αντίστοιχα). ΣΥΝ. κάτουρο (1), τσίσα (2) ● ΣΥΜΠΛ.: ακράτεια ούρων βλ. ακράτεια [< αρχ. οὖρον] | |
| 37320 | ουρά | [οὐρά] ου-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. -ΖΩΟΛ. απόφυση η οποία αποτελεί προέκταση, συνήθ. μακρόστενη, της ράχης ορισμένων σπονδυλωτών: κομμένη/κοντή/μακριά/φουντωτή ~. Η ~ του αλόγου/της γάτας/του λιονταριού/της σαύρας/της φάλαινας/του φιδιού. Βάση/μήκος/ρίζα της ~άς. Το πτερύγιο της ~άς (του ψαριού)/τα φτερά της ~άς (του πουλιού). Ο σκύλος κουνούσε χαρούμενα την ~ του. Το παγόνι άνοιξε την πολύχρωμη ~ του. 2. (μτφ.) πίσω μέρος, τελευταίο τμήμα ή άκρο αντικειμένου, σχηματισμού ή συνόλου· προσάρτημα: ~ του αεροπλάνου/αυτοκινήτου/χαρταετού. Νυφικό/φόρεμα με ~. Έκοψα τις ~ές των μαλλιών μου.|| Η κεφαλή και η ~ της πορείας.|| (ΑΝΑΤ.) ~ του παγκρέατος. (ΣΤΡΑΤ.) ~ της φάλαγγας (= μετόπισθεν, νώτα, οπισθοφυλακή). (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ του κομήτη (: ροή αερίων, ιόντων ή σωματιδίων σκόνης σε αντίθετη διεύθυνση από εκείνη του Ήλιου).|| Η ομάδα παρέμεινε στην ~ της βαθμολογίας (: από τις τελευταίες). Η χώρα είναι στην ~ των εξελίξεων (πβ. ουραγός). 3. (μτφ.) σύνολο κυρ. προσώπων που στέκονται το ένα πίσω από το άλλο σε σειρά, περιμένοντας να εξυπηρετηθούν: μεγάλη/τεράστια ~ αναμονής. Η αρχή και το τέλος της ~άς. Πρώτος/τελευταίος στην ~. ~ές ταλαιπωρίας σε ιατρεία/νοσοκομεία/ταμεία/τράπεζες. (επιτατ.) Περίμενε/στήθηκε σε μια ατελείωτη ~ για ένα εισιτήριο. (προφ.) Μπείτε στην ~. Πβ. γραμμή.|| Τα οχήματα έκαναν/σχημάτισαν ~ χιλιομέτρων στα διόδια. 4. ΠΛΗΡΟΦ. ακολουθία αποθηκευμένων δεδομένων προς επεξεργασία: πολλαπλές ~ές. ~ εισόδου/εξόδου (του δρομολογητή). ~ εκτύπωσης/προτεραιότητας. Βλ. στοίβα. 5. ΑΝΑΤ. (στον άνθρωπο) κόκκυγας. ● Υποκ.: ουρίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: η γάτα με τις εννιά ουρές: είδος μαστιγίου με εννιά λουριά. [< αγγλ. cat o’ nine tails] , πιάνο με ουρά βλ. πιάνο1 ● ΦΡ.: (σιγά) μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου/του ποντικού (παροιμ.-ειρων.): για ασήμαντο γεγονός. Πβ. κάτι τρέχει στα γύφτικα., βγάζει/τραβάει την ουρά/ουρίτσα του (έξω/απέξω): εγκαταλείπει υπόθεση, δραστηριότητα, προκειμένου να μην του καταλογιστούν ευθύνες· κάνει πίσω: Στα δύσκολα τραβάει πάντα την ουρά του ~., με ουρά (προφ.-επιτατ.): για μεγάλη ποσότητα ή για κάτι πολύ σοβαρό: κέρδη ~ ~.|| Ψέμα ~ ~ (: υπερβολικό, χοντρό)., (με) την ουρά στα/κάτω από τα σκέλια/σκέλη βλ. σκέλια, βάζει ο διά(β)ολος την ουρά του βλ. διάβολος, εγώ το λέω του σκύλου μου κι ο σκύλος στην ουρά του βλ. σκύλος, κουνάω την ουρά/ουρίτσα μου (σε κάποιον) βλ. κουνώ, λεφτά με τη σέσουλα/με το τσουβάλι/με (την) ουρά βλ. λεφτά, πίσω έχει η αχλάδα την ουρά βλ. αχλάδα, φάγαμε τον γάιδαρο/το βόδι κι έμεινε η ουρά βλ. γάιδαρος, χρήμα/παράς/φράγκα με ουρά βλ. χρήμα, χώνω τη μύτη/την ουρά/τη μούρη μου κάπου/παντού βλ. μύτη [< αρχ. οὐρά, αγγλ. t(r)ail, queue] | |
| 37323 | ουραγός | [οὐραγός] ου-ρα-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.-αρνητ. συνυποδ.): τελευταίος σε κατάταξη ή ιεραρχία· κατ' επέκτ. αυτός που θεωρείται ασήμαντος και δεν μπορεί να παρακολουθήσει την πρόοδο, τις εξελίξεις: Η χώρα παραμένει ~ σε θέματα περιβάλλοντος. Η εταιρεία μετατράπηκε από ~ό σε ταγό στον τομέα της ... Πβ. κομπάρσος.|| (ως επίθ.) Η ~ ομάδα της βαθμολογίας. ΑΝΤ. πρωτοπόρος (2) [< αρχ. οὐραγός 'αρχηγός της οπισθοφυλακής'] | |
| 37324 | ουραιμία | [οὐραιμία] ου-ραι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. υψηλή συγκέντρωση ουρίας στο αίμα σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας. Βλ. αζωθαιμία, -αιμία. [< γαλλ. urémie, αγγλ. uremia] | |
| 37325 | ουραιμικός | , ή, ό [οὐραιμικός] ου-ραι-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ουραιμία: (για πρόσ.) ~οί: ασθενείς.|| ~ή: περικαρδίτιδα. ~ές: τοξίνες. Αιμολυτικό ~ό σύνδρομο (: μικροαγγειοπάθεια που χαρακτηρίζεται από θρομβοπενία, αιμολυτική αναιμία και νεφρική βλάβη). [< γαλλ. urémique, αγγλ. uremic] | |
| 37326 | ουραίος | , α, ο [οὐραῖος] ου-ραί-ος επίθ.: που βρίσκεται στην ουρά ή σχετίζεται με αυτή: (ΑΝΑΤ.-ΖΩΟΛ.) ~ο: πτερύγιο (π.χ. καρχαρία).|| (ΑΕΡΟΝ.) ~ος: τροχός (αεροπλάνου). ~ο: πηδάλιο/πτέρωμα/στροφείο (ελικοπτέρου)/τμήμα (ατράκτου). ΑΝΤ. ριναίος ● Ουσ.: ουραίο (το): ΣΤΡΑΤ. στέλεχος του κλείστρου των οπισθογεμών πυροβόλων όπλων: κινητό ~. [< αρχ. οὐραῖος] | |
| 37327 | ουρακίλη | [οὐρακίλη] ου-ρα-κί-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. νουκλεοτιδική βάση του RNA που ανήκει στις πυριμιδίνες. Βλ. αδενίνη, γουανίνη, θυμίνη, κυτοσίνη, ουριδίνη, πουρίνη. [< αγγλ. uracil, γαλλ. uracile, 1903] | |
| 37328 | ουρακοτάγκος | [οὐρακοτάγκος] ου-ρα-κο-τά-γκος ουσ. (αρσ.) & ουραγκοτάγκος 1. ΖΩΟΛ. δενδρόβιος, φυτοφάγος, μεγαλόσωμος πίθηκος (επιστ. ονομασ. Pongo pygmaeus), κοκκινωπού χρώματος, με πολύ μακριά χέρια χωρίς τρίχωμα, που ζει στα δάση της Ινδονησίας και ανήκει στα ανθρωποειδή. Βλ. γίββωνας, γορίλας, χιμπατζής. 2. (μτφ.-μειωτ.) σωματώδης, άσχημος άνδρας, με άξεστη συμπεριφορά. Πβ. αγριάνθρωπος. [< γαλλ. orang-outan, αγγλ. orangutan ‘άνθρωπος του δάσους’] | |
| 37329 | ουρανής | , -ιά, -ί [οὐρανής] ου-ρα-νής επίθ.: που έχει το ανοιχτό γαλάζιο χρώμα του ουρανού: ~ί: πουκάμισο. Βλ. θαλασσής. ● Ουσ.: ουρανί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. | |
| 37330 | ουράνια | [οὐράνια] ου-ρά-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {ουρανίων} (κυρ. λογοτ.): ουρανός: Ο άνεμος σήκωσε ψηλά στα ~ το μπαλόνι.|| (μτφ.) Η νίκη της ομάδας έστειλε τους οπαδούς της στα ~ (: τους έκανε πολύ ευτυχισμένους). Η μουσική του μας πάει/ταξιδεύει στα ~ (: ως τ' αστέρια, μας σαγηνεύει). (επιτατ.) Η τιμή της βενζίνης έφτασε στα ~ (: στα ύψη, απογειώθηκε).|| Πέρασε στα ~ (: απεβίωσε, πβ. επ~). ● ΦΡ.: ανεβάζω κάποιον στα ουράνια βλ. ανεβάζω, βρίσκομαι/πετώ στα σύννεφα/στα ουράνια βλ. σύννεφο [< μτγν. τά οὐράνια] | |
| 37331 | ουρανικός | , ή, ό [οὐρανικός] ου-ρα-νι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για φθόγγο) που παράγεται όταν το μπροστινό μέρος της γλώσσας ακουμπά στο σκληρό τμήμα του ουρανίσκου: ~ή: προφορά. ~ά: σύμφωνα [κ, γ, χ]. Βλ. υπερωικός. [< μτγν. οὐρανικός 'επουράνιος', γαλλ. palatal] | |
| 37332 | ουράνιο | [οὐράνιο] ου-ρά-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. βαρύ, αργυρόλευκο ραδιενεργό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. U, Ζ 92), μείγμα τριών ισοτόπων, ένα από τα οποία χρησιμοποιείται στην κατασκευή πυρηνικών όπλων, αλλά και ως καύσιμο υλικό στους πυρηνικούς αντιδραστήρες: εξαντλημένο/εξασθενημένο/φυσικό ~. Ατομική βόμβα/βλήματα ~ίου. Εξόρυξη/οξείδιο/ορυκτά/σχάση του ~ίου. Αποθέματα/κοιτάσματα/ορυχεία ~ίου. Βλ. τεχνήτιο. ● ΣΥΜΠΛ.: απεμπλουτισμένο ουράνιο βλ. απεμπλουτισμένος, εμπλουτισμένο ουράνιο βλ. εμπλουτισμένος [< γερμ. Uran < Uranus ‘ο πλανήτης Ουρανός’, γαλλ.-αγγλ. uranium] | |
| 37333 | ουράνιος | , α, ο [οὐράνιος] ου-ρά-νι-ος επίθ. 1. που σχετίζεται με τον ουρανό: (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ος: άξονας/χάρτης. ~α: θέση. ~ο: σημείο. ~οι: πόλοι. ~ες: συντεταγμένες (= ουρανογραφικές). ~α: αντικείμενα/σώματα (π.χ. αστέρες, κομήτες, πλανήτες)/φαινόμενα.|| ~ο: θέαμα. ~α και επίγεια παρατήρηση. Βλ. ουράνια. ΑΝΤ. εγκόσμιος 2. που αναφέρεται στον ουρανό ως τόπο κατοικίας του Θεού και γενικότ. ως πηγή μεταφυσικών δυνάμεων· θείος: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ος: Πατέρας. ~α: βασιλεία/γνώση/ζωή. ~οι: άγγελοι. ~α: δώματα. Βλ. υπερ~.|| (μτφ.) ~α: αρμονία/γαλήνη/ευωδιά/μελωδία/ομορφιά/φωνή. Πβ. αιθέριος, εξαίσιος, θεσπέσιος. ΣΥΝ. επουράνιος ● ΣΥΜΠΛ.: ουράνια ιεραρχία: ΕΚΚΛΗΣ. διαβάθμιση των αγγελικών ταγμάτων (Θρόνοι, Χερουβείμ, Σεραφείμ, Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες Αρχές, Αρχάγγελοι, Άγγελοι)., ουράνια μηχανική: ΑΣΤΡΟΝ. κλάδος που μελετά την κίνηση και δυναμική των ουράνιων σωμάτων υπό την επίδραση βαρυτικών δυνάμεων., ουράνια σφαίρα: ΑΣΤΡΟΝ. νοητή σφαίρα άπειρης ακτίνας με κέντρο της το σημείο της Γης στο οποίο βρίσκεται ο παρατηρητής και πάνω στην οποία φαίνονται τα ουράνια σώματα., ουράνιο τόξο: ΜΕΤΕΩΡ. οπτικό φαινόμενο που προκύπτει από τη διάθλαση και ανάκλαση των ηλιακών ακτίνων, κυρ. σε σταγόνες βροχής ή ομίχλης, κατά το οποίο εμφανίζεται στον ουρανό τοξοειδής σχηματισμός με τα επτά χρώματα της ίριδας: Βγήκε το ~ ~., ουράνιος θόλος (συχνά λογοτ.): ουρανός. ΣΥΝ. στερέωμα (1), ουράνιος ισημερινός βλ. ισημερινός, ουράνιος μεσημβρινός βλ. μεσημβρινός [< αρχ. οὐράνιος] | |
| 37334 | ουρανίσκος | [οὐρανίσκος] ου-ρα-νί-σκος ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. το άνω τοίχωμα της στοματικής κοιλότητας που τη διαχωρίζει από τη ρινική: το μαλακό τμήμα του ~ου.|| Λιχουδιές προς τέρψη του ~ου. Γεύσεις που ικανοποιούν και τον πιο απαιτητικό/εκλεπτυσμένο ~ο. ΣΥΝ. υπερώα [< μτγν. οὐρανίσκος] | |
| 37335 | ουρανο- & ουρανό- | : το ουσιαστικό ουρανός ως α' συνθετικό λέξεων: ουρανο-ξύστης.|| Ουρανό-σταλτος.|| Ουρανο-γραφία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ