Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37940-37960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37336ουρανοβάμων, ων, ον [οὐρανοβάμων] ου-ρα-νο-βά-μων επίθ./ουσ. (σπάν.-αρχαιοπρ.) 1. (σε εκκλησιαστικά κείμενα) που περπατά στους ουρανούς· κατ' επέκτ. που πέτυχε την πνευματική εξύψωση. 2. αιθεροβάμων. [< μτγν. οὐρανοβάμων]
37337ουρανοβατώ[οὐρανοβατῶ] ου-ρα-νο-βα-τώ ρ. (αμτβ.) {-είς ... | μόνο στο ενεστ. θ.} (σπάν.): αιθεροβατώ. [< μτγν. οὐρανοβατῶ]
37338ουρανογραφία[οὐρανογραφία] ου-ρα-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. κλάδος που ασχολείται με την περιγραφή και χαρτογράφηση της ουράνιας σφαίρας και κυρ. των ουράνιων σωμάτων. Βλ. -γραφία. [< αρχ. οὐρανογραφία, γαλλ. uranographie, αγγλ. uranography]
37339ουρανογραφικός, ή, ό [οὐρανογραφικός] ου-ρα-νο-γρα-φι-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με την ουρανογραφία: ~ές: συντεταγμένες (: απόκλιση και ορθή αναφορά). [< γαλλ. uranographique, αγγλ. uranographic(al)]
37340ουρανοθέμελα[οὐρανοθέμελα] ου-ρα-νο-θέ-με-λα ουσ. (ουδ.) (τα) (λογοτ.): ορίζοντας, ουρανός: Η θάλασσα χανόταν στα ~.
37342ουρανομήκης, ης, ες [οὐρανομήκης] ου-ρα-νο-μή-κης επίθ. {ουρανομήκ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.) 1. που μοιάζει να φτάνει μέχρι τον ουρανό, πανύψηλος: ~η: βουνά. 2. (μτφ.) ηχηρός, βροντερός: ~εις: επευφημίες/(ζητω)κραυγές.|| (ειρων.) ~ης: ανοησία (= τεράστια). [< 1: αρχ. οὐρανομήκης]
37343ουρανοξύστης[οὐρανοξύστης] ου-ρα-νο-ξύ-στης ουσ. (αρσ.): πάρα πολύ ψηλό πολυώροφο κτίριο με χαλύβδινη κυρ. κατασκευή: γυάλινος ~. [< αμερικ. skyscraper, 1882]
37344ουρανόπεμπτος, η, ο [οὐρανόπεμπτος] ου-ρα-νό-πε-μπτος επίθ. (σπάν.-λόγ.): θεόπεμπτος, ουρανόσταλτος. [< μεσν. ουρανόπεμπτος]
37345ουρανός[οὐρανός] ου-ρα-νός ουσ. (αρσ.) 1. επιφάνεια της ατμόσφαιρας, ορατή σε παρατηρητή που βρίσκεται στη Γη, η οποία μοιάζει με θόλο και φαίνεται να εφάπτεται με τη νοητή γραμμή του ορίζοντα: αίθριος/βαρύς/γαλάζιος/γκρίζος/έναστρος/μαύρος/νυχτερινός/ξάστερος/σκοτεινός/συννεφιασμένος/φωτεινός ~. Χαρτογράφηση του ~ού. Το κυανό χρώμα του ~ού. Παρατήρηση του ~ού με τηλεσκόπιο. Καθάρισε ο ~ (: διαλύθηκαν τα σύννεφα). Ο ήλιος/το φεγγάρι βγήκε στον ~ό. Τα αεροπλάνα/τα πουλιά πετούν στον ~ό. Πβ. αιθέρες, ουράνια σφαίρα, στερέωμα.|| (μτφ.) Ένας κεραυνός έσκισε τον ~ό στα δύο.|| (ειδικότ.) Κάτω από τον αττικό ~ό. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Ο) {συνήθ. στον πληθ.} νοητός τόπος που θεωρείται κατοικία του Θεού καθώς και η μεταθανάτια κατοικία των πιστών: η βασιλεία των ~ών. Η Πλατυτέρα των ~ών (: η Παναγία). Οι άγγελοι/δυνάμεις των ~ών. Η ανάληψη (του Χριστού) στους ~ούς. (κάλαντα Χριστουγέννων) "Οι ~οί αγάλλονται...". Πβ. (επ)ουράνια, παράδεισος. 3. (μτφ.) θολωτή οροφή: κρεβάτι με ~ό. Ο ~ (= σκεπή) του αυτοκινήτου. ● ΣΥΜΠΛ.: οι πύλες του Παραδείσου βλ. πύλη ● ΦΡ.: ανεβάζω κάποιον στον έβδομο ουρανό/στους επτά ουρανούς: κάνω κάποιον χαρούμενο, του προκαλώ μεγάλη συναισθηματική ευφορία: Αγάπες/έρωτες που μας ~ουν ~., ανοίγει ο ουρανός: τα σύννεφα διαλύονται σταδιακά ή/και σταματά η βροχή: ~ ~ και βγαίνει ο ήλιος. Βλ. ανοίγει ο καιρός., είδα τον ουρανό/μου ήρθε/μου 'ρθε ο ουρανός σφοντύλι (προφ.): ζαλίζομαι από χτύπημα ή αιφνιδιάζομαι: Έφαγε μια γροθιά και είδε ~ ~. Του ήρθε ~ ~ με το εκκαθαριστικό της εφορίας. Πβ. έφαγα/μου (ή)ρθε/μου έπεσε κεραμίδα (στο κεφάλι), μου ήρθε/'ρθε κόλπος/ταμπλάς., στον έβδομο ουρανό/στους επτά ουρανούς: πανευτυχής: Κέρδισε το λαχείο και βρίσκεται/είναι/πετάει ~ ~., τον ουρανό με τ' άστρα: για κάτι ανέφικτο, υπερβολικό: Ζητώ/προσφέρω/τάζω/υπόσχομαι/χαρίζω ~ ~., άνοιξαν οι κρουνοί/καταρράκτες του ουρανού βλ. κρουνός, άνοιξαν οι ουρανοί βλ. ανοίγω, δάκρυσε ο ουρανός βλ. δακρύζω, θα πέσει ο ουρανός να μας πλακώσει! βλ. πλακώνω, καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται βλ. αστραπή, κινώ γη και ουρανό βλ. κινώ, μάννα εξ ουρανού βλ. μάννα1, όσο απέχει ο ουρανός από τη γη βλ. γη, στον ουρανό το(ν) γύρευα/έψαχνα (και) στη γη το(ν) βρήκα βλ. γυρεύω, τα πετεινά του ουρανού βλ. πετεινά, τα χρήματα δεν πέφτουν από τον ουρανό βλ. χρήμα [< αρχ. οὐρανός 3: γαλλ. ciel de lit]
37346Ουρανός[Οὐρανός] Ο-υ-ρα-νός ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. ο έβδομος από τον Ήλιο σε σειρά απόστασης και τρίτος στο μέγεθος πλανήτης του ηλιακού συστήματος, ο οποίος βρίσκεται σε αεριώδη κατάσταση: οι δακτύλιοι/δορυφόροι του ~ού.|| (ΑΣΤΡΟΛ.) Η είσοδος του ~ού στον Κριό (: στον αστρολογικό χάρτη). [< αρχ. Οὐρανός 'ο πατέρας του Κρόνου', νεολατ. Uranus]
37347ουρανόσταλτος, η, ο [οὐρανόσταλτος] ου-ρα-νό-σταλ-τος επίθ.: θεόσταλτος: ~ο: αγαθό/δώρο/θαύμα.|| (μτφ.) ~η: ευκαιρία. ΣΥΝ. ουρανόπεμπτος
37352ουρεάση[οὐρεάση] ου-ρε-ά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο το οποίο διασπά (υδρολύει) την ουρία σε αμμωνία και διοξείδιο του άνθρακα: αναστολείς/δράση της ~ης. [< αγγλ. urease]
37353ουρεόπλασμα[οὐρεόπλασμα] ου-ρε-ό-πλα-σμα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος παθογόνων gram-αρνητικών βακτηρίων τα οποία προκαλούν λοιμώξεις στο ουρογεννητικό σύστημα. Βλ. -πλασμα, χλαμύδια. [< αγγλ. ureaplasma, 1974]
37354ουρήθρα[οὐρήθρα] ου-ρή-θρα ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. σωλήνας μέσω του οποίου αποβάλλονται τα ούρα από την ουροδόχο κύστη· ειδικότ. στον άνδρα χρησιμεύει και για την έκκριση του σπέρματος: ανδρική/γυναικεία ~. Λοίμωξη της ~ας (= ουρηθρίτιδα). Βλ. -ήθρα. [< αρχ. οὐρήθρα, αγγλ. urethra, γαλλ. urètre]
37355ουρηθρικός, ή, ό [οὐρηθρικός] ου-ρη-θρι-κός επίθ. & (σπάν.) ουρηθραίος, α, ο: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ουρήθρα: ~ός: καθετήρας. ~ό: έκκριμα/στόμιο/σύνδρομο. Βλ. δι~. [< αγγλ. urethral, γαλλ. urétral]
37356ουρηθρίτιδα[οὐρηθρίτιδα] ου-ρη-θρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή της ουρήθρας: γονοκοκκική ~ (= βλεννόρροια). ~ από χλαμύδια. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. urétrite, αγγλ. urethritis]
37357ουρηθροσκόπηση[οὐρηθροσκόπηση] ου-ρη-θρο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ενδοσκόπηση της ουρήθρας. Βλ. -σκόπηση. [< γαλλ. urétroscopie, αγγλ. urethroscopy]
37358ουρηθροσκόπιο[οὐρηθροσκόπιο] ου-ρη-θρο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. όργανο ενδοσκόπησης της ουρήθρας. Βλ. -σκόπιο. [< γαλλ. urétroscope, αγγλ. urethroscope]
37359ούρηση[οὔρηση] ού-ρη-ση ουσ. (θηλ.): ΦΥΣΙΟΛ. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ουρώ: αυξημένη/διακεκομμένη/δύσκολη/επιτακτική (βλ. έπειξη)/επώδυνη/συχνή/υπερβολική ~. Διαταραχές της ~ης (βλ. αν-, δυσ-, νυκτ-, ολιγ-, πολυ-, συχν-ουρία). Βλ. εν~. ΣΥΝ. διούρηση, κατούρημα [< αρχ. οὔρησις]
37360ουρητήρας[οὐρητήρας] ου-ρη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. καθένας από τους δύο σωλήνες που μεταφέρουν τα ούρα από τους νεφρούς στην ουροδόχο κύστη: απόφραξη/διάταση του ~α. Βλ. μεγα~, -τήρας. [< μτγν. οὐρητήρ, γαλλ. uretère, αγγλ. ureter]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.