Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3780-3800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2837αναβλητικότητα[ἀναβλητικότητα] α-να-βλη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του αναβλητικού. Βλ. αδράνεια, αναποφασιστικότητα, διστακτικότητα. [< γαλλ. temporisation]
2838αναβλύζει[ἀναβλύζει] α-να-βλύ-ζει ρ. (αμτβ.) {ανάβλυζ-ε (λόγ.) ανέβλυζε, ανάβλυ-σε (λόγ.) ανέβλυσε, αναβλύζ-οντας} & αναβρύζει (λόγ.-λογοτ.) 1. (για υγρό) εξέρχεται, ρέει, τρέχει: ~ αίμα από την πληγή/(άφθονο) νερό από την πηγή (βλ. αρτεσιανός). Δάκρυα ~αν από τα μάτια του. Πβ. ξεπηδά, ξεχύνεται, πηγάζει. 2. (μτφ.) βγαίνει, απορρέει: Χαρά ~ (από) μέσα του. [< αρχ. ἀναβλύζω, μεσν. αναβρύζω]
2839ανάβλυση[ἀνάβλυση] α-νά-βλυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) & (λογοτ.) ανάβλυσμα & ανάβρυσμα (το): εμφάνιση υπόγειου νερού στην επιφάνεια εδάφους ή ποταμών, λιμνών, θαλασσών: φυσικές ~ύσεις ιαματικών νερών. Πβ. αναπήδηση. 2. ΩΚΕΑΝ. ανοδική κίνηση θαλάσσιων ρευμάτων. [< 1: αρχ. ἀνάβλυσις 2: αγγλ. upwelling, 1912]
2840αναβολέας[ἀναβολέας] α-να-βο-λέ-ας ουσ. (αρσ.) 1. μεταλλικό εξάρτημα με υποδοχή για το πέλμα, που κρέμεται από τη σέλα, για να στηρίζει ο αναβάτης το πόδι του, όταν ανεβαίνει στο άλογο και όταν ιππεύει. ΣΥΝ. αναβατήρας (3) 2. ΑΝΑΤ. ένα από τα τρία μικρά οστά που υπάρχουν στο μέσο αυτί. Βλ. άκμονας, σφύρα. [< μτγν. ἀναβολεύς]
2841αναβολή[ἀναβολή] α-να-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναβάλλω: προσωρινή ~. ~ του αγώνα/της επίσκεψης (πβ. μετάθεση). ~ δύο μηνών. Συνεχείς ~ές στην αντιμετώπιση των προβλημάτων. Η δουλειά πρέπει να γίνει δίχως την παραμικρή ~. Βλ. ακύρωση, τρενάρισμα.|| (ΝΟΜ.) Εισηγήθηκε/πέτυχε την ~ έκδοσης απόφασης. ~ της δίκης/συζήτησης. Πβ. αναστολή, διακοπή, ματαίωση. 2. ΣΤΡΑΤ. καθυστέρηση του χρόνου στράτευσης κάποιου: ~ κατάταξης λόγω σπουδών/για λόγους υγείας. Έχω/ζητώ/παίρνω ~. Διακόπτω την ~ μου. Χορήγηση ~ής. ● ΦΡ.: από αναβολή σε αναβολή: για κάτι που αναβάλλεται συνεχώς: ~ ~ το πας., δεν παίρνει/δεν σηκώνει/δεν χωράει/δεν επιδέχεται (άλλη) αναβολή/αναβολές: είναι επείγον, δεν πρέπει να καθυστερήσει (άλλο): Το ζήτημα/το πράγμα/η υπόθεση ~ ~., χωρίς αναβολή/αναβολές: αμέσως, δίχως καθυστέρηση: Εφαρμογή σχεδίου ~ ~. [< αρχ. ἀναβολή, γαλλ. sursis]
2842αναβολικά[ἀναβολικά] α-να-βο-λι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.}: ΒΙΟΧ. απαγορευμένες ουσίες, συνθετικά παράγωγα της τεστοστερόνης, τα οποία, επειδή αυξάνουν τη μυϊκή μάζα, χρησιμοποιούνται συνήθ. από αθλητές για βελτίωση της επίδοσής τους: Κάνει χρήση ~ών/παίρνει ~. Βλ. (αντι)ντόπινγκ κοντρόλ, νανδρολόνη. ΣΥΝ. αναβολικά στεροειδή [< αγγλ. anabolic substances, γαλλ. (substances) anabolisantes, 1969]
2843αναβολικός, ή, ό [ἀναβολικός] α-να-βο-λι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τον αναβολισμό: ~ή: ορμόνη (: ινσουλίνη). Βλ. κατα-, μετα-βολικός. ● ΣΥΜΠΛ.: αναβολικά στεροειδή βλ. στεροειδής [< μτγν. ἀναβολικός ‘καθυστερημένος’, αγγλ. anabolic, γαλλ. anabolique, 1905]
2844αναβολισμός[ἀναβολισμός] α-να-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΧ. μία από τις δύο φάσεις του μεταβολισμού, κατά την οποία γίνεται μετατροπή απλών ουσιών σε πιο πολύπλοκες ενώσεις. Βλ. βιοσύνθεση, καταβολισμός, -ισμός. [< αγγλ. anabolism, γαλλ. anabolisme]
2845αναβόσβημα[ἀναβόσβημα] α-να-βό-σβη-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) αναβόσβησμα: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναβοσβήνω: ~ της λάμπας (: για προειδοποίηση ή προσέλκυση της προσοχής ή γιατί έχει χαλάσει)/της οθόνης/του φακού.
2846αναβοσβήνω[ἀναβοσβήνω] α-να-βο-σβή-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αναβόσβησα}: ανάβω και σβήνω διαδοχικά και επαναλαμβανόμενα: (μτβ.) ~ τα φώτα.|| (αμτβ.) Το λαμπάκι ~ει (= φλασάρει).
2847αναβράζει[ἀναβράζει] α-να-βρά-ζει ρ. (αμτβ.) ΣΥΝ. κοχλάζει 1. παράγει φυσαλίδες, επειδή βράζει ή επειδή εκλύει διοξείδιο του άνθρακα. 2. (μτφ., κυρ. λογοτ.) βρίσκεται σε ένταση, σε αναταραχή. [< μεσν. αναβράζω, αγγλ. effervesce, seethe]
2848αναβράζων, ουσα, ον [ἀναβράζων] α-να-βρά-ζων επίθ.: που αναβράζει· (ειδικότ.-ΦΑΡΜΑΚ.) για ουσίες που διαλύονται στο νερό, δημιουργώντας φυσαλίδες λόγω έκλυσης διοξειδίου του άνθρακα: ~ον: ποτό/φυσικό μεταλλικό νερό. Βλ. θερμοπηγή.|| ~ουσα: ασπιρίνη. ~οντα: δισκία.|| (μτφ.) ~ον: πολιτικό σκηνικό (= τεταμένο). [< αγγλ. effervescent]
2849αναβρασμός[ἀναβρασμός] α-να-βρα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κατάσταση αναστάτωσης, αναταραχής: κοινωνικός/πολιτικός ~. Επικρατεί έντονος ~. Σε κλίμα ~ού βρίσκεται η χώρα. [< μτγν. ἀναβρασμός ‘κοχλασμός (της γης), αναδιοργάνωση’]
2850αναβροχιά[ἀναβροχιά] α-να-βρο-χιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): ανομβρία· κατ' επέκτ. περίοδος ξηρασίας. Πβ. αν-, λειψ-υδρία. ● ΦΡ.: στην αναβροχιά καλό (είν') και το χαλάζι (παροιμ.): όταν κάποιος αναγκάζεται να συμβιβαστεί με κάτι κατώτερο απ' ό,τι χρειάζεται ή θέλει.
2851αναβρύζειβλ. αναβλύζει
2852ανάβρυσμαβλ. ανάβλυση
2853αναβρυτήριο[ἀναβρυτήριο] α-να-βρυ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): σιντριβάνι: κρήνες και ~α. Πβ. πίδακας. Βλ. -τήριο. [< γερμ. Springbrunnen]
2854ανάβω[ἀνάβω] α-νά-βω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άνα-ψα, ανά-φτηκε, -μμένος, ανάβ-οντας} 1. βάζω, μεταδίδω φωτιά σε κάτι ή παίρνω φωτιά: (μτβ.) ~ το καντήλι/τα κάρβουνα/ένα κερί/ένα σπίρτο/την ψησταριά. ~ βεγγαλικά/καπνογόνα. ~ψε (ένα) τσιγάρο.|| (αμτβ.) Η σόμπα/το τζάκι ~ει (: είναι αναμμένη/ο). Τα κάρβουνα ~ουν εύκολα (= αναφλέγονται). ~ψε η φλόγα/η φωτιά (= κόρωσε).|| (μτφ.) Μια σπίθα ~ει μες στα μάτια του (: για δήλωση πάθους ή εξυπνάδας). Τα λόγια της μου ~ψαν το ενδιαφέρον (ΣΥΝ. εξάπτω, κεντρίζω, κινώ, ξυπνώ, προκαλώ). ΑΝΤ. σβήνω (1) 2. θέτω ή τίθεμαι σε λειτουργία (με παροχή ηλεκτρικού ρεύματος ή με μπαταρία): (μτβ.) ~ τη λάμπα/τη μηχανή/την τηλεόραση/τον φακό/το φλας/τα φώτα. Το φανάρι ~ψε κόκκινο/πράσινο.|| (αμτβ.) Το λαμπάκι/φωτάκι δεν ~ει (= κάηκε). Το σήμα/η φωτεινή ένδειξη δεν ~ει (= δεν λειτουργεί, δεν ενεργοποιείται ή δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί). Τι ώρα ~ει το καλοριφέρ; Ο φάρος ~ει αυτόματα.|| (μτφ.) ~ψαν οι μηχανές του πολέμου. ΑΝΤ. σβήνω (2) 3. (μτφ.-συνήθ. προφ.) ερεθίζω ή ερεθίζομαι: (μτβ.) Μην τον ~εις, άστον να ηρεμήσει (ΣΥΝ. εξάπτεις, εξοργίζεις, φουντώνεις)!|| (αμτβ.) ~ και μόνο που το ακούω (ΣΥΝ. βράζω, (εξ)οργίζομαι, θυμώνω, κορώνω, φουντώνω)!|| Μ' ~εις (: με αναστατώνεις, με διεγείρεις ερωτικά). ~ει εύκολα. Πβ. ξανάβω. 4. (μτφ.-στο γ' πρόσ.) αποκτώ ένταση, φουντώνω: ~ψε ο καβγάς/η μάχη/η συζήτηση. ~ψε μέσα του ο έρωτας/η οργή/ο πόθος. Οι κόντρες/τα πολιτικά πάθη ~ψαν. ~ψε από θυμό (πβ. κορώνω). ΣΥΝ. ζωηρεύω (3) 5. (μτφ.) ζεσταίνομαι πολύ, υπερθερμαίνομαι: Ανοίξτε το παράθυρο, έχουμε ~ψει (= σκάσει, κορώσει, φουντώσει, ψηνόμαστε. ΑΝΤ. παγώσει, πουντιάσει)! ~ψε η μηχανή του αυτοκινήτου (ΑΝΤ. κρύωσε). Πβ. πυρώνω. ΣΥΝ. καψώνω (1) 6. {μόνο στο γ' πρόσ., συνήθ. στον αόρ.} (προφ.) αρχίζει κάτι να αλλοιώνεται, μουχλιάζει: ~ψε το τυρί/ψωμί (= χάλασε). ~ψαν τα κρεμμύδια/οι πατάτες. ● ΦΡ.: ανάβει το γλέντι/κέφι (προφ.): κορυφώνεται η διασκέδαση: Άναψε ~ για τα καλά.|| (ως παρότρυνση) Έλα, ν' ανάψει ~! Βλ. θα το κάψουμε/το κάψαμε., του την ανάβω (αργκό): τον πυροβολώ: Πήρε το περίστροφο και ~ ~ψε. (απειλητ.) Όποιος κουνηθεί, ~ ~ψα!, ανάβει και κορώνει βλ. κορώνω, ανάβουν τα αίματα βλ. αίμα, ανάβει φωτιά/φωτιές βλ. φωτιά, έσπασαν/άναψαν τα τηλέφωνα/οι γραμμές βλ. τηλέφωνο, μου ανάβουν τα λαμπάκια βλ. λαμπάκι ● βλ. αναμμένος [< 1: μεσν. ανάβω, αγγλ. light, set fire to, γαλλ. allumer, enflammer 2: αγγλ. turn/switch on 3: αγγλ. take fire, get hot, turn on 4: αγγλ. get heated/lively, γαλλ. s' allumer 5: αγγλ. go red, flame]
2855αναγάγειβλ. ανάγω
2856αναγαλλιάζω[ἀναγαλλιάζω] α-να-γαλ-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {αναγάλλια-σε, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λαϊκό-λογοτ.): νιώθω αγαλλίαση: ~σε η ψυχή μου. ΣΥΝ. αγαλλιάζω, αγάλλομαι, ευφραίνομαι ● ΦΡ.: βρήκε/είδε ο γύφτος τη γενιά του (κι αναγάλλιασε η καρδιά του) βλ. γύφτος, γύφτισσα [< μεσν. αναγαλλιάζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.