| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2846 | αναβοσβήνω | [ἀναβοσβήνω] α-να-βο-σβή-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αναβόσβησα}: ανάβω και σβήνω διαδοχικά και επαναλαμβανόμενα: (μτβ.) ~ τα φώτα.|| (αμτβ.) Το λαμπάκι ~ει (= φλασάρει). | |
| 2847 | αναβράζει | [ἀναβράζει] α-να-βρά-ζει ρ. (αμτβ.) ΣΥΝ. κοχλάζει 1. παράγει φυσαλίδες, επειδή βράζει ή επειδή εκλύει διοξείδιο του άνθρακα. 2. (μτφ., κυρ. λογοτ.) βρίσκεται σε ένταση, σε αναταραχή. [< μεσν. αναβράζω, αγγλ. effervesce, seethe] | |
| 2848 | αναβράζων | , ουσα, ον [ἀναβράζων] α-να-βρά-ζων επίθ.: που αναβράζει· (ειδικότ.-ΦΑΡΜΑΚ.) για ουσίες που διαλύονται στο νερό, δημιουργώντας φυσαλίδες λόγω έκλυσης διοξειδίου του άνθρακα: ~ον: ποτό/φυσικό μεταλλικό νερό. Βλ. θερμοπηγή.|| ~ουσα: ασπιρίνη. ~οντα: δισκία.|| (μτφ.) ~ον: πολιτικό σκηνικό (= τεταμένο). [< αγγλ. effervescent] | |
| 2849 | αναβρασμός | [ἀναβρασμός] α-να-βρα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κατάσταση αναστάτωσης, αναταραχής: κοινωνικός/πολιτικός ~. Επικρατεί έντονος ~. Σε κλίμα ~ού βρίσκεται η χώρα. [< μτγν. ἀναβρασμός ‘κοχλασμός (της γης), αναδιοργάνωση’] | |
| 2850 | αναβροχιά | [ἀναβροχιά] α-να-βρο-χιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): ανομβρία· κατ' επέκτ. περίοδος ξηρασίας. Πβ. αν-, λειψ-υδρία. ● ΦΡ.: στην αναβροχιά καλό (είν') και το χαλάζι (παροιμ.): όταν κάποιος αναγκάζεται να συμβιβαστεί με κάτι κατώτερο απ' ό,τι χρειάζεται ή θέλει. | |
| 2851 | αναβρύζει | βλ. αναβλύζει | |
| 2852 | ανάβρυσμα | βλ. ανάβλυση | |
| 2853 | αναβρυτήριο | [ἀναβρυτήριο] α-να-βρυ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): σιντριβάνι: κρήνες και ~α. Πβ. πίδακας. Βλ. -τήριο. [< γερμ. Springbrunnen] | |
| 2854 | ανάβω | [ἀνάβω] α-νά-βω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άνα-ψα, ανά-φτηκε, -μμένος, ανάβ-οντας} 1. βάζω, μεταδίδω φωτιά σε κάτι ή παίρνω φωτιά: (μτβ.) ~ το καντήλι/τα κάρβουνα/ένα κερί/ένα σπίρτο/την ψησταριά. ~ βεγγαλικά/καπνογόνα. ~ψε (ένα) τσιγάρο.|| (αμτβ.) Η σόμπα/το τζάκι ~ει (: είναι αναμμένη/ο). Τα κάρβουνα ~ουν εύκολα (= αναφλέγονται). ~ψε η φλόγα/η φωτιά (= κόρωσε).|| (μτφ.) Μια σπίθα ~ει μες στα μάτια του (: για δήλωση πάθους ή εξυπνάδας). Τα λόγια της μου ~ψαν το ενδιαφέρον (ΣΥΝ. εξάπτω, κεντρίζω, κινώ, ξυπνώ, προκαλώ). ΑΝΤ. σβήνω (1) 2. θέτω ή τίθεμαι σε λειτουργία (με παροχή ηλεκτρικού ρεύματος ή με μπαταρία): (μτβ.) ~ τη λάμπα/τη μηχανή/την τηλεόραση/τον φακό/το φλας/τα φώτα. Το φανάρι ~ψε κόκκινο/πράσινο.|| (αμτβ.) Το λαμπάκι/φωτάκι δεν ~ει (= κάηκε). Το σήμα/η φωτεινή ένδειξη δεν ~ει (= δεν λειτουργεί, δεν ενεργοποιείται ή δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί). Τι ώρα ~ει το καλοριφέρ; Ο φάρος ~ει αυτόματα.|| (μτφ.) ~ψαν οι μηχανές του πολέμου. ΑΝΤ. σβήνω (2) 3. (μτφ.-συνήθ. προφ.) ερεθίζω ή ερεθίζομαι: (μτβ.) Μην τον ~εις, άστον να ηρεμήσει (ΣΥΝ. εξάπτεις, εξοργίζεις, φουντώνεις)!|| (αμτβ.) ~ και μόνο που το ακούω (ΣΥΝ. βράζω, (εξ)οργίζομαι, θυμώνω, κορώνω, φουντώνω)!|| Μ' ~εις (: με αναστατώνεις, με διεγείρεις ερωτικά). ~ει εύκολα. Πβ. ξανάβω. 4. (μτφ.-στο γ' πρόσ.) αποκτώ ένταση, φουντώνω: ~ψε ο καβγάς/η μάχη/η συζήτηση. ~ψε μέσα του ο έρωτας/η οργή/ο πόθος. Οι κόντρες/τα πολιτικά πάθη ~ψαν. ~ψε από θυμό (πβ. κορώνω). ΣΥΝ. ζωηρεύω (3) 5. (μτφ.) ζεσταίνομαι πολύ, υπερθερμαίνομαι: Ανοίξτε το παράθυρο, έχουμε ~ψει (= σκάσει, κορώσει, φουντώσει, ψηνόμαστε. ΑΝΤ. παγώσει, πουντιάσει)! ~ψε η μηχανή του αυτοκινήτου (ΑΝΤ. κρύωσε). Πβ. πυρώνω. ΣΥΝ. καψώνω (1) 6. {μόνο στο γ' πρόσ., συνήθ. στον αόρ.} (προφ.) αρχίζει κάτι να αλλοιώνεται, μουχλιάζει: ~ψε το τυρί/ψωμί (= χάλασε). ~ψαν τα κρεμμύδια/οι πατάτες. ● ΦΡ.: ανάβει το γλέντι/κέφι (προφ.): κορυφώνεται η διασκέδαση: Άναψε ~ για τα καλά.|| (ως παρότρυνση) Έλα, ν' ανάψει ~! Βλ. θα το κάψουμε/το κάψαμε., του την ανάβω (αργκό): τον πυροβολώ: Πήρε το περίστροφο και ~ ~ψε. (απειλητ.) Όποιος κουνηθεί, ~ ~ψα!, ανάβει και κορώνει βλ. κορώνω, ανάβουν τα αίματα βλ. αίμα, ανάβει φωτιά/φωτιές βλ. φωτιά, έσπασαν/άναψαν τα τηλέφωνα/οι γραμμές βλ. τηλέφωνο, μου ανάβουν τα λαμπάκια βλ. λαμπάκι ● βλ. αναμμένος [< 1: μεσν. ανάβω, αγγλ. light, set fire to, γαλλ. allumer, enflammer 2: αγγλ. turn/switch on 3: αγγλ. take fire, get hot, turn on 4: αγγλ. get heated/lively, γαλλ. s' allumer 5: αγγλ. go red, flame] | |
| 2855 | αναγάγει | βλ. ανάγω | |
| 2856 | αναγαλλιάζω | [ἀναγαλλιάζω] α-να-γαλ-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {αναγάλλια-σε, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λαϊκό-λογοτ.): νιώθω αγαλλίαση: ~σε η ψυχή μου. ΣΥΝ. αγαλλιάζω, αγάλλομαι, ευφραίνομαι ● ΦΡ.: βρήκε/είδε ο γύφτος τη γενιά του (κι αναγάλλιασε η καρδιά του) βλ. γύφτος, γύφτισσα [< μεσν. αναγαλλιάζω] | |
| 2857 | αναγαλλίδα | [ἀναγαλλίδα] α-να-γαλ-λί-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) αναγαλλίς: ΒΟΤ. γένος ετήσιων φυτών (γένος Anagallis) της οικογένειας των πριμουλιδών, τα οποία φύονται κυρίως στην Ευρώπη, την Ασία και τη Νότια Αμερική, είναι μικρού ύψους με κόκκινα, ροζ ή μπλε άνθη.[< μτγν. ἀναγαλλίς ‘γλυκάνισο’, αγγλ. anagallis] | |
| 2858 | αναγγελία | [ἀναγγελία] α-ναγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): γνωστοποίηση, ανακοίνωση συμβάντος· κατ' επέκτ. το σχετικό έντυπο: δημόσια/επίσημη/πρώτη ~. ~ απόλυσης/γάμου/θανάτου/θυελλωδών ανέμων/πρόσληψης. (ΝΟΜ.) ~ αξιόποινης πράξης προς εισαγγελική Αρχή. Πβ. δημοσιοποίηση, (εξ)αγγελία, κοινοποίηση, προ~. [< μτγν. ἀναγγελία, γαλλ. annonce, notification] | |
| 2859 | αναγγέλλω | [ἀναγγέλλω] α-ναγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.) {ανήγγειλα (προφ.) ανάγγειλα, αναγγέλλ-εται, αναγγέλ-θηκε, μτχ. -θείς, -θείσα, -θέν} (λόγ.) 1. γνωστοποιώ, ανακοινώνω κάτι σε ευρύ κύκλο ανθρώπων, επίσημα ή μη: ~ ένα ευχάριστο γεγονός. Τους ανήγγειλε την απόφασή του να ... Δεν έχει αναγγείλει ακόμα την υποψηφιότητά του. ~θηκαν τα αποτελέσματα. ~θέν: μέτρο/πρόγραμμα δράσης. Αναβάλλεται η ~θείσα συνεδρίαση. Πβ. δημοσιο-, κοινο-ποιώ, εξαγγέλλω.|| (επίσ.) ~θηκε η άφιξή του. 2. προαναγγέλλω, προμηνύω: ~εται η έλευση μιας νέας εποχής. [< αρχ. ἀναγγέλλω, γαλλ. annoncer, notifier] | |
| 2860 | αναγγελτήριο | βλ. αγγελτήριο | |
| 2861 | αναγείρω | βλ. ανεγείρω | |
| 2862 | αναγέννηση | [ἀναγέννηση] α-να-γέν-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) νέα άνθιση, ακμή ύστερα από διάστημα στασιμότητας ή παρακμής: εθνική (πβ. παλιγγενεσία)/εκπαιδευτική/ηθική/κοινωνική/οικονομική/πνευματική/πολιτική/ψυχική ~. ~ των γραμμάτων και των τεχνών/του πολιτισμού. Πβ. ανα-βίωση, -ζωογόνηση, -νέωση, επανάκαμψη, ξανάνιωμα. 2. αναδημιουργία: οικιστική/πολεοδομική ~. ~ της φύσης την άνοιξη (= ξαναζωντάνεμα). Φυσική ~ δάσους (= φυσική αναδάσωση). 3. ΙΣΤ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) περίοδος της ευρωπαϊκής ιστορίας (14ος-17ος αι.), η οποία ξεκίνησε από την Ιταλία και είχε ως κύρια γνωρίσματά της την αναβίωση της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας (ανθρωπισμός), την έκρηξη της επιστημονικής γνώσης και την άνθιση των καλών τεχνών, της ποίησης και του θεάτρου. Βλ. διαφωτισμός, μεσαίωνας. 4. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. φυσιολογική ανανέωση ή αναπλήρωση φθαρμένων, κατεστραμμένων ή απωλεσθέντων τμημάτων ενός οργανισμού: ηπατική/ιστική/οστική ~. ~ άκρων/κυτταρίνης/νεύρων. Πβ. ανάπλαση. [< 1,4: γαλλ. régénération 2: μτγν. ἀναγέννησις 3: γαλλ. renaissance] | |
| 2863 | αναγεννησιακός | , ή, ό [ἀναγεννησιακός] α-να-γεν-νη-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Αναγέννηση: ~ός: καλλιτέχνης/ρυθμός. ~ή: αρχιτεκτονική/ζωγραφική/μουσική/πόλη/τέχνη. ~ό: θέατρο/πνεύμα. [< γαλλ. renaissant] | |
| 2864 | αναγεννητής | [ἀναγεννητής] α-να-γεν-νη-τής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που συμβάλλει στην αναγέννηση ενός τομέα του πνευματικού και καλλιτεχνικού κυρ. χώρου: ~ των γραμμάτων. Πβ. αναμορφωτής. 2. ΤΕΧΝΟΛ. εναλλάκτης θερμότητας μεγάλης χωρητικότητας. 3. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. επαναλήπτης. 4. ΧΗΜ. διάλυμα που αποκαθιστά τη δραστικότητα καταλύτη. [< γαλλ. régénérateur] | |
| 2865 | αναγεννητικός | , ή, ό [ἀναγεννητικός] α-να-γεν-νη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αναγέννηση: ~ός: ρόλος. ~ή: γεωργία/ικανότητα (των φυσικών πόρων)/προσπάθεια. ~ές: τάσεις. Φύσηξε ~ άνεμος. Πβ. ανα-ζωογονητικός, -νεωτικός, -παραγωγικός. ● ΣΥΜΠΛ.: αναγεννητική ιατρική & αναπαραγωγική ιατρική: ΙΑΤΡ. που χρησιμοποιεί βλαστοκύτταρα για την αποκατάσταση της λειτουργίας οργάνων ή ιστών. Βλ. βιοϊατρική. [< αγγλ. regenerative medicine] [< μτγν. ἀναγεννητικός, γαλλ. régénérateur] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ