Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [37980-38000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37384ουρολάγνος[οὐρολάγνος] ου-ρο-λά-γνος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. πρόσωπο που επιδίδεται σε ουρολαγνεία. Βλ. κοπρολάγνος, -λάγνος.
37385ουρολιθίαση[οὐρολιθίαση] ου-ρο-λι-θί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λιθίαση του ουροποιητικού συστήματος. [< αγγλ. urolithiasis, γαλλ. urolithiase]
37386ουρόλιθος[οὐρόλιθος] ου-ρό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ων (λόγ.) -ίθων, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. σκληρή μάζα που σχηματίζεται από συγκέντρωση αλάτων σε τμήμα του ουροποιητικού συστήματος. Βλ. λιθοτριψία. [< γαλλ. urolithe, αγγλ. urolith]
37387ουρολογία[οὐρολογία] ου-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ο): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη διάγνωση και αντιμετώπιση των παθήσεων του ουροποιητικού συστήματος και ειδικότ. με τις διαταραχές του ανδρικού γεννητικού συστήματος: ενδοσκοπική/λαπαροσκοπική/παιδιατρική/ρομποτική ~.|| Γυναικολογική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. urologie, αγγλ. urology]
37388ουρολογικός, ή, ό [οὐρολογικός] ου-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ουρολογία ή τον ουρολόγο: ~ός: καρκίνος. ~ή: εξέταση. ~ές: επεμβάσεις/παθήσεις. ~ό-ανδρολογικό κέντρο.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα νοσοκομείου ή κλινικής). [< γαλλ. urologique, αγγλ. urologic(al)]
37389ουρολόγος[οὐρολόγος] ου-ρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός με ειδικότητα στην ουρολογία: χειρουργός ~-ανδρολόγος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. urologue, αγγλ. urologist]
37390ουρολοίμωξη[οὐρολοίμωξη] ου-ρο-λοί-μω-ξη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μόλυνση οποιουδήποτε τμήματος του ουροποιητικού συστήματος: υποτροπιάζουσα ~. Βλ. κυστίτιδα.
37391ουροποιητικός, ή, ό [οὐροποιητικός] ου-ρο-ποι-η-τι-κός επίθ. ΦΥΣΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.: που σχετίζεται με την παραγωγή ούρων: ~ή: λειτουργία/οδός. ~ές: διαταραχές. ~ά: όργανα. Βλ. -ποιητικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ουροποιητικό σύστημα & (προφ.) ουροποιητικό: το σύνολο των οργάνων παραγωγής και απέκκρισης ούρων: ανώτερο (: νεφρά, ουρητήρες)/κατώτερο (: ουροδόχος κύστη, ουρήθρα) ~ ~. Λιθίαση (= ουρολιθίαση)/λοιμώξεις/παθήσεις του ~ού ~ατος. Βλ. γεννητικό σύστημα. [< αγγλ. urinary system] [< γαλλ. uropoétique]
37392ουροποιογεννητικός, ή, ό: βλ. ουρογεννητικός
37393ουροσυλλέκτης[οὐροσυλλέκτης] ου-ρο-συλ-λέ-κτης ουσ. (αρσ.) ΙΑΤΡ. 1. κυπελλάκι για τη συλλογή ούρων προκειμένου να σταλούν για ανάλυση. 2. ειδικός σάκος στον οποίο συλλέγονται τα ούρα ασθενούς που έχει ακράτεια ή βρίσκεται σε κατάκλιση: ~ κνήμης/μηρού.|| ~ κλίνης. Βλ. ουροδοχείο.
37394ουροφόρος, ος, ο [οὐροφόρος] ου-ρο-φό-ρος επίθ.: ΦΥΣΙΟΛ. που μεταφέρει τα ούρα: ~ος: οδός. ~ο: σωληνάριο (: μέρος του νεφρώνα). Βλ. -φόρος. [< γαλλ. urinifère]
37395ουρώ[οὐρῶ] ου-ρώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {-είς ... | ούρ-ησα} (επίσ.) 1. αποβάλλω ούρα από την ουρήθρα. Πβ. πάω/πηγαίνω προς νερού μου. Βλ. αφοδεύω, κάνω την ανάγκη μου. ΣΥΝ. κατουρώ (1) 2. απεκκρίνω μαζί με τα ούρα: ~ησε αίμα. [< αρχ. οὐρῶ]
37397ους[οὖς] ουσ. (ουδ.) {ωτ-ός | ώτ-α, -ων} (αρχαιοπρ.): αυτί: Το έσω ~. Εμβοές ~ων. Απευθύνομαι/μιλάω σε/εις ώτα μη ακουόντων (: σε άτομα που δεν μου δίνουν σημασία). ● ΣΥΜΠΛ.: πτερύγιο του αυτιού βλ. πτερύγιο ● ΦΡ.: βρίσκει ευήκοον ους: εισακούεται: Ευελπιστούν ότι οι εκκλήσεις τους θα βρουν ~ ~ και στήριξη. Οι προτάσεις μας δεν βρήκαν ευήκοα ώτα., ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω: ας καταλάβει εκείνος που είναι σε θέση να καταλάβει: Εγώ σας προειδοποίησα, από κει και πέρα, ~ ~. ΣΥΝ. ο νοών νοείτω, τείνει ευήκοον ους: είναι διατεθειμένος να ακούσει: ~ ~ στις συμβουλές μας. Δεν έτειναν ~ στα αιτήματα των εργαζομένων. [< αρχ. οὖς]
37399ουσία[οὐσία] ου-σί-α ουσ. (θηλ.) {ουσι-ών} 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} κάθε υλικό σώμα που βρίσκεται συνήθ. σε αέρια ή υγρή κατάσταση και έχει συγκεκριμένη χημική σύσταση: ανόργανες/οργανικές/φυσικές/φυτικές/χημικές ~ες. Δραστικές/ενεργές/θρεπτικές ~ες. Αντικαρκινικές/αντιμικροβιακές/(αντι)οξειδωτικές/πτητικές/συγκολλητικές/φαρμακευτικές/ψυκτικές ~ες. Ιδιότητες/μεταφορά ~ών. ~ες του αέρα/του εδάφους/του νερού. Συγκέντρωση ~ας σε διάλυμα. Χορήγηση ~ας σε ασθενή. Διατροφή πλούσια σε λιπαρές ~ες (= λιπαρά).|| Αλλεργιογόνες/απαγορευμένες/δηλητηριώδεις/εθιστικές/εκρηκτικές/επιβλαβείς/επικίνδυνες/εύφλεκτες/καρκινογόνες/μεταλλαγμένες/ναρκωτικές (= ναρκωτικά)/παραισθησιογόνες/πρόσθετες/ραδιενεργές/ρυπαντικές/συντηρητικές (= συντηρητικά)/τοξικές/ύποπτες ~ες. Ανίχνευση διεγερτικών ~ών στο αίμα. 2. {μόνο στον εν.} το πιο κεντρικό, ζωτικό στοιχείο ή νόημα· γενικότ. σημασία, σπουδαιότητα: η ~ (= καρδιά) του θέματος/όρου/προβλήματος. Η ~ είναι ότι κατάλαβε το λάθος του. (προφ.) Άσε τις λεπτομέρειες και μπες στην ~ (: στο ζουμί, ψητό, ψαχνό).|| Η ~ της γνώσης/ζωής/τέχνης. Η ~ του κειμένου/ποιήματος. Λόγια χωρίς ~ (= ανούσια). Αναζητά τη βαθύτερη ~ (πβ. πεμπτ~) των πραγμάτων.|| Διάλογος/έργο/μέτρα/συνάντηση (άνευ) ~ας. 3. ΦΙΛΟΣ. -ΘΕΟΛ. η αναλλοίωτη σύνθεση των όντων: άφθαρτη ~. Η ~ του Σύμπαντος/της ύπαρξης. Η άκτιστη ~ του Θεού. 4. {κυρ. στον πληθ.} (προφ.-μτφ., για τρόφιμα) θρεπτικό συστατικό: Το κρέας έχασε όλες τις ~ες του.ουσίες (οι) (προφ.): εξαρτησιογόνες ουσίες και ιδ. ναρκωτικά: κατάχρηση ~ών. Θεραπεία απεξάρτησης από ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκή ουσία: ΑΝΑΤ. περιοχή του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού που αποτελείται από τους νευράξονες των νευρικών κυττάρων. Βλ. φαιά ουσία., αναβολικά στεροειδή βλ. στεροειδής, γλυκαντικές ουσίες/ύλες βλ. γλυκαντικός, δικαστήριο της ουσίας βλ. δικαστήριο, εξαρτησιογόνες ουσίες βλ. εξαρτησιογόνος, θεμέλια ουσία βλ. θεμέλιος, σκιαγραφική ουσία βλ. σκιαγραφικός, φαιά ουσία βλ. φαιός, φυτορ(ρ)υθμιστική ουσία βλ. φυτορρυθμιστικός, χολοχρωστικές ουσίες βλ. χολοχρωστικός ● ΦΡ.: επί της ουσίας (λόγ.) 1. σε ό,τι αφορά τα βασικότερα στοιχεία ενός θέματος: Συζητώ ~ ~.|| Πρέπει να γίνουν αλλαγές ~ ~ (= πραγματικές, ουσιαστικές). 2. στην ουσία: Το ζήτημα θεωρείται τυπικά και ~ ~ λήξαν. ~ ~ και επί της αρχής έχει δίκιο. Μιλάμε, ~ ~ , για μια υπόθεση που ... ΣΥΝ. στην πραγματικότητα 3. σχετικά με το περιεχόμενο: τροποποίηση ~ ~ της διάταξης. 4. ΝΟΜ. εξέταση των πραγματικών περιστατικών μιας υπόθεσης με παρουσίαση όλων των αποδεικτικών μέσων: ~ ~ εκδίκαση της υπόθεσης. Κρίση της ενστάσεως ~ ~. Το δικαστήριο δικάζει ~ ~ (= δικαστήριο της ουσίας)., μία είναι η ουσία: ένα πράγμα μόνο ενδιαφέρει και είναι σημαντικό: ~ ~· τελικά δεν θα έρθει/το πρόβλημα δεν λύνεται., στην ουσία & (λόγ.) κατ' ουσία(ν): αν κάτι εξεταστεί στις πραγματικές του διαστάσεις, ουσιαστικά: Η κατηγορία είναι ~ ~ αβάσιμη. Το όνειρό του έμεινε ~ ~ ανεκπλήρωτο. Πβ. κατά βάθος, κατά βάση, στην πραγματικότητα., κενός περιεχομένου βλ. κενός [< 1,4: γαλλ. substance 2,3: αρχ. οὐσία]
37400ουσιαστικό[οὐσιαστικό] ου-σι-α-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. κλιτό μέρος του λόγου που φανερώνει πρόσωπο, ζώο ή πράγμα, έννοια, ενέργεια, κατάσταση, ιδιότητα: σύνθετο ~. ~ αρσενικού/θηλυκού/ουδέτερου γένους (: αρσενικό/θηλυκό/ουδέτερο ~). Αριθμός/κατάληξη/πτώση του ~ού. Το ~ ως αντικείμενο/κατηγορούμενο/υποκείμενο του ρήματος. Το άρθρο μπαίνει μπροστά από το ~. Επίθετα που προσδιορίζουν ~ά. Παραγωγή/σχηματισμός ~ών. Βλ. (κοινό/κύριο) όνομα, προσηγορικό. ● ΣΥΜΠΛ.: αφηρημένο ουσιαστικό βλ. αφηρημένος, ιδιόκλιτα ουσιαστικά βλ. ιδιόκλιτος, περιληπτικό όνομα/ουσιαστικό βλ. περιληπτικός, συγκεκριμένο ουσιαστικό βλ. συγκεκριμένος [< γαλλ. substantif, γερμ. Substantiv]
37401ουσιαστικοποιημένος, η, ο [οὐσιαστικοποιημένος] ου-σι-α-στι-κο-ποι-η-μέ-νος επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που έχει ουσιαστικοποιηθεί: ~η: μετοχή (π.χ. ο αιτών). ~ο: επίθετο (π.χ. η γλυπτική, ενν. τέχνη).
37402ουσιαστικοποίηση[οὐσιαστικοποίηση] ου-σι-α-στι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του ουσιαστικοποιώ: ~ της δημοκρατίας/του ελέγχου/της λειτουργίας (του συμβουλίου)/του ρόλου.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ επιθέτου (π.χ. ο φυσικός)/μετοχής (π.χ. ο πεινασμένος). Βλ. -ποίηση. [< γερμ. Substantivierung]
37403ουσιαστικοποιώ[οὐσιαστικοποιῶ] ου-σι-α-στι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | ουσιαστικοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. προσδίδω σε κάτι ουσιαστικό χαρακτήρα: Η ενεργοποίηση της κριτικής σκέψης ~εί τη μάθηση. 2. ΓΛΩΣΣ. προσδίδω σε μέρος του λόγου τη λειτουργία του ουσιαστικού: Οι μετοχές ~ούνται, όταν συντάσσονται με άρθρο. Βλ. -ποιώ.
37404ουσιαστικός, ή, ό [οὐσιαστικός] ου-σι-α-στι-κός επίθ. 1. που έχει ουσία, νόημα, βαρύτητα· σημαντικός: ~ός: διάλογος/ρόλος. ~ή: βοήθεια/λύση. ~ό: έργο (υποδομής)/ερώτημα/ζήτημα. Η κατάστασή του δεν παρουσίασε ~ή βελτίωση. Δεν αναμένεται ~ή αύξηση στο κόστος. Μέτρα χωρίς ~ό αποτέλεσμα. Σε ~ό βαθμό. Το νομοσχέδιο κατατέθηκε χωρίς ~ές αλλαγές. Ικανοποίηση ~ών (= βασικών, στοιχειωδών) δικαιωμάτων. Η συμφωνία τροποποιήθηκε ώστε να αποκτήσει ~ότερο περιεχόμενο.|| (ως ουσ.) Δεν ειπώθηκε τίποτα το ~ό στη συνάντηση. Πβ. ουσιώδης. ΑΝΤ. επουσιώδης 2. πραγματικός, αληθινός: ~ός: έλεγχος. ~ό: ενδιαφέρον. ~ά: προσόντα. Διενεργήθηκε ~ή αξιολόγηση των υποψηφίων. Μια ~ή σχέση εμπιστοσύνης αναπτύχθηκε ανάμεσά τους. ~ές προϋποθέσεις συμμετοχής στον διαγωνισμό.|| (για πρόσ.) Υπήρξε ο ~ αρωγός της προσπάθειας. ΑΝΤ. τυπικός (4) ● επίρρ.: ουσιαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] 1. στην ουσία, στην πραγματικότητα: ~, το θέμα έχει λήξει. Τα στοιχεία είναι ~ ανύπαρκτα. Πβ. ούτε λίγο ούτε πολύ. 2. με ουσιαστικό τρόπο: Συνέβαλε ~ στην επίλυση του προβλήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: Ουσιαστικό Ποινικό Δίκαιο βλ. ποινικός, ουσιαστικός νόμος βλ. νόμος [< μτγν. οὐσιαστικός 'συστατικός', γαλλ. substantiel]
37405ουσιαστικότητα[οὐσιαστικότητα] ου-σι-α-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ουσιώδους, του αξιόλογου ή αυτού που έχει ουσία: η ~ του διαλόγου. Η βαρύτητα και η ~ του έργου της. Βλ. -ότητα, σημασία, υπόσταση. [< γαλλ. substantialité]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.