| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37366 | ουρία | [οὐρία] ου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αζωτούχο προϊόν του μεταβολισμού των πρωτεϊνών (σύμβ. CO(NH2)2), το οποίο συντίθεται στο ήπαρ και απεκκρίνεται από τους νεφρούς: αυξημένη ~ στο αίμα (πβ. ουραιμία). Διάσπαση/κύκλος της ~ας. Βλ. γλυκοζ~, κρεατινίνη, ουρεάση, ουρικό (οξύ), πρωτεϊν~.|| (στις γεωργικές καλλιέργειες) Ψεκασμός με ~. [< γαλλ. urée, αγγλ. urea] | |
| 37369 | ουριδίνη | [οὐριδίνη] ου-ρι-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. νουκλεοσίδιο της ουρακίλης (σύμβ. C9H12N2O6)που αποτελεί δομικό συστατικό του RNA: διφωσφορική ~. Βλ. αδενοσίνη, ινοσίνη. [< αγγλ. uridine, 1911, γαλλ. ~] | |
| 37370 | ουρικός | , ή, ό [οὐρικός] ου-ρι-κός επίθ. ΦΥΣΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.: που σχετίζεται με τα ούρα, την ούρηση ή το ουρικό οξύ: ~ή: ακράτεια/μόλυνση/νεφροπάθεια/νόσος. ~ό: άζωτο/σύστημα. ~οί: τόφοι. ~ές: λοιμώξεις. ~ά: άλατα/προβλήματα. ● ΣΥΜΠΛ.: ουρική αρθρίτιδα (επίσ.): ποδάγρα., ουρικό (οξύ): αζωτούχο, κρυσταλλικό προϊόν του μεταβολισμού των πρωτεϊνών και ιδ. των πουρινών (σύμβ. C5H4N4O3) που βρίσκεται στο αίμα και απεκκρίνεται στα ούρα. [< γαλλ. urique, αγγλ. uric] | |
| 37371 | ούριος | , α, ο [οὔριος] ού-ρι-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ούριος άνεμος 1. ευνοϊκός, κυρ. για πλεύση ιστιοφόρου πλοίου: Πνέει/φυσά ~ ~. Πβ. πρίμος2. 2. (μτφ.) θετική συγκυρία ή εξέλιξη: Ούριος εμπορικός/επενδυτικός ~. Δεν πνέουν ~οι ~οι στην αγορά ακινήτων. Η νέα χρονιά ξεκίνησε με ~ο ~ο (: με καλές προοπτικές). [< 1: αρχ. οὔριος] | |
| 37372 | ουρλιάζω | [οὐρλιάζω] ουρ-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {ούρλια-ζα, -ξα, ουρλιάζ-οντας}: βγάζω πολύ δυνατή, διαπεραστική και συνήθ. μακρόσυρτη κραυγή: (για ζώο) Ο λύκος ~ζε απειλητικά όλη τη νύχτα.|| (για πρόσ.) ~ξε από οργή/πόνο/τρόμο/φρίκη/χαρά. ~ξε πανικόβλητος. Έκλαιγε και ~ζε υστερικά.|| (μτφ.) ~ουν ενάντια στον πόλεμο (: διαμαρτύρονται έντονα). Πβ. ξελαρυγγιάζομαι, ξεφωνίζω, σκούζω, ωρύομαι. ΣΥΝ. κραυγάζω (1), στριγκλίζω & στριγγλίζω, τσιρίζω ● ουρλιάζει (μτφ.): βγάζει έντονο, παρατεταμένο ήχο, συνήθ. συριστικό: Ο άνεμος ~ζε (= σφύριζε) μανιασμένα.|| ~ζαν οι σειρήνες του ασθενοφόρου. Βλ. βουίζει. [< μεσν. ουριάζω < αρχ. ὠρύομαι] | |
| 37374 | ουρο- & ουρό- & ουρ- | : το ουσιαστικό ούρα ως α' συνθετικό λέξεων: ουρο-καλλιέργεια. Ουρό-λιθος. Ουρ-αιμία.|| (με αναφορά στο ουροποιητικό σύστημα) Ουρο-λοίμωξη. | |
| 37375 | ουρογεννητικός | , ή, ό [οὐρογεννητικός] ου-ρο-γεν-νη-τι-κός επίθ. & ουροποιογεννητικός: ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με τις λειτουργίες της ούρησης και της αναπαραγωγής: ~ή: ατροφία/ογκολογία/οδός. Λοιμώξεις του ~ού συστήματος (π.χ. κυστίτιδα). [< γαλλ. urogénital, αγγλ. urogenital] | |
| 37376 | ουρογραφία | [οὐρογραφία] ου-ρο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινογραφία οποιουδήποτε τμήματος του ουροποιητικού συστήματος: ενδοφλέβια/μαγνητική ~. Βλ. κυστεο-, πυελο-γραφία. [< αγγλ. urography, 1925, γαλλ. urographie, πριν από το 1947] | |
| 37377 | ουρογυναικολογία | [οὐρογυναικολογία] ου-ρο-γυ-ναι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική ειδικότητα της ουρολογίας και της γυναικολογίας που σχετίζεται με τη θεραπεία της πρόπτωσης του κόλπου, προβλημάτων ακράτειας και γενικότ. διαταραχών στο περίνεο της γυναίκας. [< αγγλ. urogynecology, 1989] | |
| 37378 | ουροδελή | [οὐροδελῆ] ου-ρο-δε-λή ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. τάξη αμφιβίων με ουρά. Βλ. σαλαμάνδρα, τρίτωνας. ΣΥΝ. κερκοφόρος ΑΝΤ. άνουρα [< γαλλ. urodèles, αγγλ. urodele < αρχ. οὐρὰ + δῆλος ‘ορατός’] | |
| 37379 | ουροδοχείο | [οὐροδοχεῖο] ου-ρο-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): δοχείο ούρησης. Πβ. γιογιό1, καθίκι, πάπια. ΣΥΝ. δοχείο νυκτός [< μτγν. οὐροδοχεῖον] | |
| 37380 | ουροδόχος | , ος, ο [οὐροδόχος] ου-ρο-δό-χος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ουροδόχος κύστη & κύστη: ΑΝΑΤ. κοίλο, μυώδες όργανο που βρίσκεται στην πυελική κοιλότητα και χρησιμεύει στην προσωρινή αποθήκευση των ούρων, πριν αποβληθούν από τον οργανισμό μέσω της ουρήθρας: καρκίνος/κένωση/φλεγμονή (= κυστίτιδα) της ~ου ~ης. Πέτρες στην ~ο ~. Βλ. -δόχος. Σύνδρομο υπερδραστήριας/υπερλειτουργικής κύστης. ΣΥΝ. φούσκα (4) [< μτγν. οὐροδόχος] | |
| 37381 | ουροκαθετήρας | [οὐροκαθετήρας] ου-ρο-κα-θε-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. καθετήρας για τα ούρα. [< αγγλ. urinary catheter] | |
| 37382 | ουροκαλλιέργεια | [οὐροκαλλιέργεια] ου-ρο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαγνωστικό, εργαστηριακό τεστ για ανίχνευση μικροβίων στα ούρα. Βλ. -καλλιέργεια. [< αγγλ. urine culture] | |
| 37383 | ουρολαγνεία | [οὐρολαγνεία] ου-ρο-λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. σεξουαλική παρέκκλιση κατά την οποία η λειτουργία της ούρησης προκαλεί ερωτική διέγερση. Βλ. κοπρολαγνεία, -λαγνεία. [< αγγλ. urolagnia, 1906, γαλλ. urolagnie, πριν από το 1962] | |
| 37384 | ουρολάγνος | [οὐρολάγνος] ου-ρο-λά-γνος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. πρόσωπο που επιδίδεται σε ουρολαγνεία. Βλ. κοπρολάγνος, -λάγνος. | |
| 37385 | ουρολιθίαση | [οὐρολιθίαση] ου-ρο-λι-θί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λιθίαση του ουροποιητικού συστήματος. [< αγγλ. urolithiasis, γαλλ. urolithiase] | |
| 37386 | ουρόλιθος | [οὐρόλιθος] ου-ρό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ων (λόγ.) -ίθων, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. σκληρή μάζα που σχηματίζεται από συγκέντρωση αλάτων σε τμήμα του ουροποιητικού συστήματος. Βλ. λιθοτριψία. [< γαλλ. urolithe, αγγλ. urolith] | |
| 37387 | ουρολογία | [οὐρολογία] ου-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ο): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη διάγνωση και αντιμετώπιση των παθήσεων του ουροποιητικού συστήματος και ειδικότ. με τις διαταραχές του ανδρικού γεννητικού συστήματος: ενδοσκοπική/λαπαροσκοπική/παιδιατρική/ρομποτική ~.|| Γυναικολογική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. urologie, αγγλ. urology] | |
| 37388 | ουρολογικός | , ή, ό [οὐρολογικός] ου-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ουρολογία ή τον ουρολόγο: ~ός: καρκίνος. ~ή: εξέταση. ~ές: επεμβάσεις/παθήσεις. ~ό-ανδρολογικό κέντρο.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα νοσοκομείου ή κλινικής). [< γαλλ. urologique, αγγλ. urologic(al)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ