Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38000-38020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37406ουσιοεξάρτηση[οὐσιοεξάρτηση] ου-σι-ο-ε-ξάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.): εθισμός στη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών: πρόληψη της ~ης. Βλ. (απ)εξάρτηση, τοξικομανία, ψυχοτρόπες ουσίες. [< αγγλ. substance dependence]
37407ουσιώδης, ης, ες [οὐσιώδης] ου-σι-ώ-δης επίθ. {ουσιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)· ουσιωδ-έστερος, -έστατος} (λόγ.): σημαντικός, ουσιαστικός: (για πρόσ.) ~ης: μάρτυρας.|| ~ης: στόχος. ~ης: αλλαγή/διαφορά. ~ες: χαρακτηριστικό. ~εις: όροι. ~εις: πληροφορίες. ~η: ζητήματα/προβλήματα. Η άσκηση είναι ~ παράγοντας για τη διατήρηση της καλής φυσικής κατάστασης. Η συλλογή στοιχείων είναι ~ες μέρος της έρευνας. Το έργο του είναι ~ους (πβ. ζωτικής) σημασίας.|| (ως ουσ.) Το ~ες της ζωής (: η ουσία). Πβ. βασικός, θεμελιώδης, κύριος. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. ζουμερός (2), στοιχειώδης (1) ΑΝΤ. επουσιώδης ● επίρρ.: ουσιωδώς (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. οὐσιώδης]
37408ουστ[οὔστ] επιφών. (λαϊκό-μειωτ.): λέγεται όταν κάποιος θέλει να διώξει ζώο και κατ' επέκτ. ανεπιθύμητο πρόσωπο· γενικότ. για να εξορκίσουμε κάτι κακό: (β)ρε ~ από δω! Πβ. ξουτ, τζους. [< τουρκ. uşt]
37410ούτι[οὔτι] ού-τι ουσ. (ουδ.) {πληθ. ούτια}: ΜΟΥΣ. έγχορδο όργανο συγγενές προς το λαούτο, που έχει αχλαδόσχημο ηχείο και κοντό βραχίονα και παίζεται με πένα: αραβικό ~. Ακουστικό/ηλεκτρικό ~. [< τουρκ. ut]
37411ουτιδανός, ή, ό [οὐτιδανός] ου-τι-δα-νός επίθ. (λόγ.-μειωτ.): μηδαμινός, τιποτένιος: (για πρόσ.) ~ός: ανθρωπάκος.|| ~ή: συμπεριφορά. ΣΥΝ. ποταπός [< αρχ. οὐτιδανός]
37412ουτοπία[οὐτοπία] ου-το-πί-α ουσ. (θηλ.) {ουτοπιών} 1. καθετί που θεωρείται ιδανικό, αλλά είναι ανέφικτο: Είναι ~ να ελπίζει κανείς σε ένα καλύτερο αύριο; Πβ. μύθος, χίμαιρα. ΣΥΝ. φαντασιοκοπία 2. ΦΙΛΟΣ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. υποδειγματική, ιδεαλιστική κοινωνία: φιλελεύθερη ~. Βλ. αταξική κοινωνία, δυσ-, ευ-τοπία. [< αγγλ. utopia, 1516 (Th. More), γαλλ. utopie, 1532 < αρχ. οὐ τόπος]
37413ουτοπικός, ή, ό [οὐτοπικός] ου-το-πι-κός επίθ.: που θεωρείται ιδανικός, αλλά είναι ανέφικτος, απραγματοποίητος: ~ός: στόχος. ~ή: κατάσταση/κοινωνία/προσπάθεια. ~ό: μέλλον/σενάριο. ~ές: απόψεις/θεωρίες/ιδέες/προσδοκίες. ~ά: όνειρα/σχέδια. Φαντάζει ~ό να ... Όσο ~ό και αν ακούγεται/φαίνεται. Πβ. ανεδαφ-, εξωπραγματ-, χιμαιρ-ικός, ανεφάρμοστος, άπιαστος. Βλ. δυστοπικός.|| (για πρόσ.) ~ός: οραματιστής.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ό του εγχειρήματος. ● επίρρ.: ουτοπικά ● ΣΥΜΠΛ.: ουτοπικός σοσιαλισμός: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. μορφή σοσιαλισμού που βασίζεται στην υπόθεση ότι, αν τα μέσα παραγωγής περιέλθουν στα χέρια του κράτους ή των εργατών, τότε η ανεργία και η φτώχεια θα εξαλειφθούν. [< αγγλ. utopian socialism, περ. 1923] [< γαλλ. utopique, αγγλ. utopic, 1952]
37414ουτοπισμός[οὐτοπισμός] ου-το-πι-σμός ουσ. (αρσ.): κάθε ουτοπική άποψη ή θεωρία. Πβ. ανεδαφικότητα, ιδεαλισμός. [< αγγλ. utop(ian)ism]
37415ουτοπιστής[οὐτοπιστής] ου-το-πι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. ουτοπίστρια}: αυτός που δημιουργεί, οραματίζεται ή πιστεύει σε ουτοπίες: αιθεροβάμων ~.|| (ως επίθ., ΠΟΛΙΤ.) ~ές: σοσιαλιστές. Πβ. ιδεαλιστής, ονειροπόλος, ρομαντικός. [< αγγλ. utopist, γαλλ. utopiste]
37416ουτοπιστικός, ή, ό [οὐτοπιστικός] ου-το-πι-στι-κός επίθ.: ουτοπικός. Πβ. ιδεαλιστικός. ● επίρρ.: ουτοπιστικά [< αγγλ. utopistic]
37417ούτος, αύτη, τούτο[oὗτος, αὕτη, τοῦτο] ού-τος, αύ-τη, τού-το δεικτ. αντων. {τούτου (θηλ. ταύτης)| ούτοι (θηλ. αύται, ουδ. ταύτα), τούτων} (αρχαιοπρ.): αυτός, τούτος. ● ΦΡ.: διά ταύτα βλ. ταύτα, κατά ταύτα βλ. ταύτα, μετά ταύτα βλ. ταύτα, προς τούτο βλ. τούτος, προς τούτοις βλ. τούτος, ως εκ τούτου βλ. τούτος ● βλ. εντούτοις [< αρχ. oὗτος, αὕτη, τοῦτο]
37419ούτω(ς)[οὕτω(ς)] ού-τω(ς) επίρρ. (λόγ.): έτσι. Στις ● ΦΡ.: και ούτω καθεξής/καθ' εξής (συντομ. κ.ο.κ.): για αποφυγή επανάληψης στοιχείων που συνεχίζουν με όμοιο ή παραπλήσιο τρόπο ό,τι προαναφέρθηκε· κατά τον ίδιο τρόπο: Το ίδιο έγινε και την επόμενη μέρα και τη μεθεπόμενη ~ ~. Πβ. και πάει λέγοντας, και τράβα κορδέλα/κορδόνι. Βλ. και άλλα, και λοιπά. [< γερμ. und so weiter] , ούτω πως: περίπου με αυτόν τον τρόπο, κάπως έτσι: ~ ~ εξηγείται γιατί αρνήθηκε. ~ ~ προέκυψε ..., ούτως ειπείν (συχνά ειρων.): που λέει ο λόγος, για να το πούμε έτσι: Έκανε ένα, ~ ~, ασυνείδητο λάθος., ούτως εχόντων των πραγμάτων: έτσι όπως έχουν τα πράγματα, έτσι όπως είναι η κατάσταση: ~ ~, τίθεται πλέον το ερώτημα πώς θα κινηθούμε στη συνέχεια. Πβ. εν τοιαύτη περιπτώσει., ούτως ή άλλως βλ. άλλως [< αρχ. οὕτω(ς)]
37420ουφ[οὔφ] επιφών. δηλωτικό: 1. & οφ & (ιδιωμ.) όφου: αγανάκτησης, δυσφορίας: ~, βαρέθηκα/κουράστηκα. ~ ζέστη! ~, θα σκάσω! ~ πια, μ' έπρηξες! Πβ. όχου. Βλ. αμάν.|| (ως ουσ.) Άρχισαν τα ~ και τα οχ. 2. ανακούφισης: ~, μου έφυγε ένα βάρος/(τα είπα και) ξαλάφρωσα/πάει κι αυτό/πρόλαβα/τέλειωσα! [< λ. ηχομιμητ.]
37421ουφάδικο[οὐφάδικο] ου-φά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): χώρος με ηλεκτρονικά παιχνίδια (που λειτουργούσαν με την εισαγωγή μάρκας ή κέρματος σε ειδική σχισμή), φλιπεράκια ή/και μπιλιάρδο: το παλιό ~ της γειτονιάς. ~α που έγιναν ίντερνετ καφέ. Πβ. σφαιριστήριο. Βλ. -άδικο, μπλιμπλίκια.
37422ούφο[οὖφο] ού-φο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. αντικείμενο που δίνει την εντύπωση ότι κινείται ή αιωρείται στον ουρανό και θεωρείται από κάποιους παρατηρητές ότι είναι εξωγήινης προέλευσης· ιπτάμενος δίσκος. ΣΥΝ. ΑΤΙΑ 2. (μτφ.-μειωτ.) άτομο μειωμένης αντίληψης ή εκτός πραγματικότητας: Δεν κατάλαβε τίποτα το ~. Με κοίταγε σαν ~. Ζει στον κόσμο του το ~. Πβ. από άλλο πλανήτη, τζαζ. 3. (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.) ηλεκτρονικό παιχνίδι (συνήθ. με κερματοδέκτη): Έχει κόλλημα με τα ~. [< αμερικ. Unidentified Flying Object ‘άγνωστης ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο’, 1947, ακρ. UFO, 1953]
37423ουφολογία[οὐφολογία] ου-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. μελέτη της εξωγήινης ζωής και γενικότ. των εξωγήινων φαινομένων. 2. (ειρων.) άποψη που δεν ευσταθεί ή στερείται λογικής βάσης, με αποτέλεσμα να προκαλεί γέλιο: καταστροφολογίες και ~ες. Βλ. -λογία. [< 1: αμερικ. ufology, 1959, γαλλ. ufologie, 1972]
37424ουφολογικός, ή, ό [οὐφολογικός] ου-φο-λο-γι-κός επίθ. (συχνά ειρων.): που σχετίζεται με την ουφολογία: ~ές: θεωρίες. ~ά: περιοδικά/σενάρια. [< αμερικ. ufological, 1966]
37425ουφολόγος[οὐφολόγος] ου-φο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ερευνητής των ούφο: (ειρων.) τυχάρπαστοι ~οι. Βλ. -λόγος. [< αμερικ. ufologist, 1963, γαλλ. ufologue, 1974]
37426ουχί[οὐχί] ου-χί επίρρ. (λόγ.): όχι: (ειρων.-εμφατ.) Λόγια και ~ πράξεις.|| Αναστατώθηκε ~ άνευ λόγου. Συμβαίνει, ~ σπανίως, να ... [< αρχ. οὐχί]
37429οφ[ὄφ] επίρρ. {άκλ.} (προφ.): ρεπό: Έχω/πήρα τη μέρα ~ σήμερα. [< αγγλ. off]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.