Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [38020-38040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37412ουτοπία[οὐτοπία] ου-το-πί-α ουσ. (θηλ.) {ουτοπιών} 1. καθετί που θεωρείται ιδανικό, αλλά είναι ανέφικτο: Είναι ~ να ελπίζει κανείς σε ένα καλύτερο αύριο; Πβ. μύθος, χίμαιρα. ΣΥΝ. φαντασιοκοπία 2. ΦΙΛΟΣ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. υποδειγματική, ιδεαλιστική κοινωνία: φιλελεύθερη ~. Βλ. αταξική κοινωνία, δυσ-, ευ-τοπία. [< αγγλ. utopia, 1516 (Th. More), γαλλ. utopie, 1532 < αρχ. οὐ τόπος]
37413ουτοπικός, ή, ό [οὐτοπικός] ου-το-πι-κός επίθ.: που θεωρείται ιδανικός, αλλά είναι ανέφικτος, απραγματοποίητος: ~ός: στόχος. ~ή: κατάσταση/κοινωνία/προσπάθεια. ~ό: μέλλον/σενάριο. ~ές: απόψεις/θεωρίες/ιδέες/προσδοκίες. ~ά: όνειρα/σχέδια. Φαντάζει ~ό να ... Όσο ~ό και αν ακούγεται/φαίνεται. Πβ. ανεδαφ-, εξωπραγματ-, χιμαιρ-ικός, ανεφάρμοστος, άπιαστος. Βλ. δυστοπικός.|| (για πρόσ.) ~ός: οραματιστής.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ό του εγχειρήματος. ● επίρρ.: ουτοπικά ● ΣΥΜΠΛ.: ουτοπικός σοσιαλισμός: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. μορφή σοσιαλισμού που βασίζεται στην υπόθεση ότι, αν τα μέσα παραγωγής περιέλθουν στα χέρια του κράτους ή των εργατών, τότε η ανεργία και η φτώχεια θα εξαλειφθούν. [< αγγλ. utopian socialism, περ. 1923] [< γαλλ. utopique, αγγλ. utopic, 1952]
37414ουτοπισμός[οὐτοπισμός] ου-το-πι-σμός ουσ. (αρσ.): κάθε ουτοπική άποψη ή θεωρία. Πβ. ανεδαφικότητα, ιδεαλισμός. [< αγγλ. utop(ian)ism]
37415ουτοπιστής[οὐτοπιστής] ου-το-πι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. ουτοπίστρια}: αυτός που δημιουργεί, οραματίζεται ή πιστεύει σε ουτοπίες: αιθεροβάμων ~.|| (ως επίθ., ΠΟΛΙΤ.) ~ές: σοσιαλιστές. Πβ. ιδεαλιστής, ονειροπόλος, ρομαντικός. [< αγγλ. utopist, γαλλ. utopiste]
37416ουτοπιστικός, ή, ό [οὐτοπιστικός] ου-το-πι-στι-κός επίθ.: ουτοπικός. Πβ. ιδεαλιστικός. ● επίρρ.: ουτοπιστικά [< αγγλ. utopistic]
37417ούτος, αύτη, τούτο[oὗτος, αὕτη, τοῦτο] ού-τος, αύ-τη, τού-το δεικτ. αντων. {τούτου (θηλ. ταύτης)| ούτοι (θηλ. αύται, ουδ. ταύτα), τούτων} (αρχαιοπρ.): αυτός, τούτος. ● ΦΡ.: διά ταύτα βλ. ταύτα, κατά ταύτα βλ. ταύτα, μετά ταύτα βλ. ταύτα, προς τούτο βλ. τούτος, προς τούτοις βλ. τούτος, ως εκ τούτου βλ. τούτος ● βλ. εντούτοις [< αρχ. oὗτος, αὕτη, τοῦτο]
37419ούτω(ς)[οὕτω(ς)] ού-τω(ς) επίρρ. (λόγ.): έτσι. Στις ● ΦΡ.: και ούτω καθεξής/καθ' εξής (συντομ. κ.ο.κ.): για αποφυγή επανάληψης στοιχείων που συνεχίζουν με όμοιο ή παραπλήσιο τρόπο ό,τι προαναφέρθηκε· κατά τον ίδιο τρόπο: Το ίδιο έγινε και την επόμενη μέρα και τη μεθεπόμενη ~ ~. Πβ. και πάει λέγοντας, και τράβα κορδέλα/κορδόνι. Βλ. και άλλα, και λοιπά. [< γερμ. und so weiter] , ούτω πως: περίπου με αυτόν τον τρόπο, κάπως έτσι: ~ ~ εξηγείται γιατί αρνήθηκε. ~ ~ προέκυψε ..., ούτως ειπείν (συχνά ειρων.): που λέει ο λόγος, για να το πούμε έτσι: Έκανε ένα, ~ ~, ασυνείδητο λάθος., ούτως εχόντων των πραγμάτων: έτσι όπως έχουν τα πράγματα, έτσι όπως είναι η κατάσταση: ~ ~, τίθεται πλέον το ερώτημα πώς θα κινηθούμε στη συνέχεια. Πβ. εν τοιαύτη περιπτώσει., ούτως ή άλλως βλ. άλλως [< αρχ. οὕτω(ς)]
37420ουφ[οὔφ] επιφών. δηλωτικό: 1. & οφ & (ιδιωμ.) όφου: αγανάκτησης, δυσφορίας: ~, βαρέθηκα/κουράστηκα. ~ ζέστη! ~, θα σκάσω! ~ πια, μ' έπρηξες! Πβ. όχου. Βλ. αμάν.|| (ως ουσ.) Άρχισαν τα ~ και τα οχ. 2. ανακούφισης: ~, μου έφυγε ένα βάρος/(τα είπα και) ξαλάφρωσα/πάει κι αυτό/πρόλαβα/τέλειωσα! [< λ. ηχομιμητ.]
37421ουφάδικο[οὐφάδικο] ου-φά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): χώρος με ηλεκτρονικά παιχνίδια (που λειτουργούσαν με την εισαγωγή μάρκας ή κέρματος σε ειδική σχισμή), φλιπεράκια ή/και μπιλιάρδο: το παλιό ~ της γειτονιάς. ~α που έγιναν ίντερνετ καφέ. Πβ. σφαιριστήριο. Βλ. -άδικο, μπλιμπλίκια.
37422ούφο[οὖφο] ού-φο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. αντικείμενο που δίνει την εντύπωση ότι κινείται ή αιωρείται στον ουρανό και θεωρείται από κάποιους παρατηρητές ότι είναι εξωγήινης προέλευσης· ιπτάμενος δίσκος. ΣΥΝ. ΑΤΙΑ 2. (μτφ.-μειωτ.) άτομο μειωμένης αντίληψης ή εκτός πραγματικότητας: Δεν κατάλαβε τίποτα το ~. Με κοίταγε σαν ~. Ζει στον κόσμο του το ~. Πβ. από άλλο πλανήτη, τζαζ. 3. (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.) ηλεκτρονικό παιχνίδι (συνήθ. με κερματοδέκτη): Έχει κόλλημα με τα ~. [< αμερικ. Unidentified Flying Object ‘άγνωστης ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο’, 1947, ακρ. UFO, 1953]
37423ουφολογία[οὐφολογία] ου-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. μελέτη της εξωγήινης ζωής και γενικότ. των εξωγήινων φαινομένων. 2. (ειρων.) άποψη που δεν ευσταθεί ή στερείται λογικής βάσης, με αποτέλεσμα να προκαλεί γέλιο: καταστροφολογίες και ~ες. Βλ. -λογία. [< 1: αμερικ. ufology, 1959, γαλλ. ufologie, 1972]
37424ουφολογικός, ή, ό [οὐφολογικός] ου-φο-λο-γι-κός επίθ. (συχνά ειρων.): που σχετίζεται με την ουφολογία: ~ές: θεωρίες. ~ά: περιοδικά/σενάρια. [< αμερικ. ufological, 1966]
37425ουφολόγος[οὐφολόγος] ου-φο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ερευνητής των ούφο: (ειρων.) τυχάρπαστοι ~οι. Βλ. -λόγος. [< αμερικ. ufologist, 1963, γαλλ. ufologue, 1974]
37426ουχί[οὐχί] ου-χί επίρρ. (λόγ.): όχι: (ειρων.-εμφατ.) Λόγια και ~ πράξεις.|| Αναστατώθηκε ~ άνευ λόγου. Συμβαίνει, ~ σπανίως, να ... [< αρχ. οὐχί]
37429οφ[ὄφ] επίρρ. {άκλ.} (προφ.): ρεπό: Έχω/πήρα τη μέρα ~ σήμερα. [< αγγλ. off]
37430οφ δι ρέκορντ[ὄφ δί ρέκορντ] οφ δι ρέ-κορντ επίρρ. {άκλ.} & οφ δε ρέκορντ: εμπιστευτικά ή ανεπίσημα: Ανέφερε ~ ότι ...|| (ως επίθ.) ~ δήλωση/συζήτηση. [< αγγλ. off the record, γαλλ. ~]
37431οφ τόπικ & οφτόπικ[ὄφ τόπικ] οφ τό-πικ επίρρ. (νεαν. αργκό): (σε διαδικτυακό χώρο) εκτός θέματος: Βγήκες/είσαι ~.|| (ως επίθ.) ~ ερώτηση/ποστ/συζήτηση. ΑΝΤ. ον τόπικ & οντόπικ [< αγγλ. off topic]
37432οφειλέτης[ὀφειλέτης] ο-φει-λέ-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. οφειλέτρια, οφειλέτις}: ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που οφείλει χρηματικό ποσό: ενυπόθηκος ~. Ληξιπρόθεσμοι ~ες. Η περιουσία/πιστοληπτική ικανότητα/υπερημερία/(α)φερεγγυότητα του ~η. Απαλλαγή του ~η από τα χρέη του. Κήρυξη ~η σε κατάσταση πτώχευσης. ~ες δανείων. ~ες του Δημοσίου/ΙΚΑ. Πβ. πιστούχος. Βλ. υπόχρεος.|| (ως επίθ.) ~ης: έμπορος. ~τρια: εταιρεία. ΣΥΝ. δανειολήπτης, χρεοφειλέτης, χρεώστης ΑΝΤ. δανειστής, πιστωτής [< αρχ. ὀφειλέτης, ὀφειλέτις]
37433οφειλή[ὀφειλή] ο-φει-λή ουσ. (θηλ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} οφειλόμενο χρηματικό ποσό φυσικού ή νομικού προσώπου, χρέος: ανείσπρακτη/ανεξόφλητη/απαιτητή/τρέχουσα ~. Ασφαλιστική/τελωνειακή/φορολογική ~. Απόδοση/απόσβεση/διαγραφή/διακανονισμός/καταβολή/πληρωμή/ρύθμιση/τακτοποίηση/υπόλοιπο (της) ~ής. Βεβαίωση μη ~ής. ~ές προς/σε πιστωτές/ταμεία/τράπεζες. ~ές δημοσίου/πιστωτικών καρτών. Ληξιπρόθεσμες ~ές νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Συσσωρευμένες ~ές της τάξεως των/ύψους ... ευρώ. Αποπληρωμή ~ών σε δόσεις. Δάνειο μεταφοράς ~ών. 2. (μτφ.) αίσθηση ηθικής υποχρέωσης, ευγνωμοσύνης, καθήκοντος: ~ σεβασμού. [< 1: αρχ. ὀφειλή]
37434οφειλόμενος, η, ο [ὀφειλόμενος] ο-φει-λό-με-νος επίθ. 1. που οφείλει κάποιος· απαιτούμενος ή απαραίτητος: ~ος: φόρος. ~η: αποζημίωση. ~ο: κεφάλαιο/τίμημα/υπόλοιπο/χρέος. ~οι: μισθοί/τόκοι. ~ες: δόσεις/εισφορές/συνδρομές. ~α: έξοδα/μισθώματα/τέλη (κυκλοφορίας).|| (σε εκπαιδευτικό ίδρυμα:) ~α: μαθήματα (: που χρωστάει φοιτητής, για να ολοκληρώσει τις σπουδές του).|| ~η: ευγνωμοσύνη/υπακοή/υποχρέωση. Του απέδωσαν τον ~ο (: δέοντα, πρέποντα) σεβασμό. Του έδωσα την ~η απάντηση/εξήγηση/συγγνώμη. (ΝΟΜ.) Οι εκ του νόμου ~ες ενέργειες. 2. που οφείλεται σε, προκαλείται από κάτι: Λοίμωξη ~η σε ιό. Ηχορύπανση ~η σε οχήματα. ● Ουσ.: οφειλόμενα (τα): χρωστούμενα χρήματα: είσπραξη/εξόφληση/επιστροφή/καταβολή των ~ένων. Πληρωμή των ~ένων στους δικαιούχους.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.