Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38040-38060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37450οφθαλμολόγος[ὀφθαλμολόγος] ο-φθαλ-μο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (παλαιότ.): οφθαλμίατρος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. ophtalmologue, ophtalmologiste, αγγλ. ophthalmologist]
37451οφθαλμόλουτρο[ὀφθαλμόλουτρο] ο-φθαλ-μό-λου-τρο ουσ. (ουδ.) (αργκό): κοίταγμα, συνήθ. στα κρυφά, όμορφου ή προκλητικού αντικειμένου, προσώπου, θεάματος: ~ μέσα από τα γυαλιά ηλίου. Κάνει ~ στην παραλία.|| ~ στις βιτρίνες. Πβ. ηδονοβλεψία, μπανιστήρι, οφθαλμολαγνεία, φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο. Βλ. -λουτρο.
37452οφθαλμοπάθεια[ὀφθαλμοπάθεια] ο-φθαλ-μο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε οφθαλμική πάθηση: ενδοκρινική/θυρεοειδική (: εκδήλωση αυτοάνοσου υπερθυρεοειδισμού) ~. Βλ. -πάθεια.
37453οφθαλμοπληγία[ὀφθαλμοπληγία] ο-φθαλ-μο-πλη-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παράλυση των μυών του οφθαλμού: εξωτερική/εσωτερική ~. [< αγγλ. ophthalmoplegia]
37454οφθαλμοπορνεία[ὀφθαλμοπορνεία] ο-φθαλ-μο-πορ-νεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): οφθαλμολαγνεία.
37455οφθαλμός[ὀφθαλμός] ο-φθαλ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ. μάτι. 2. ΒΟΤ. το μέρος του φυτού από όπου εκφύεται άνθος, φύλλο, βλαστός: ανθοφόρος ~. Πβ. κόμπος, (ρ)όζος. ΣΥΝ. μπουμπούκι (2) 3. ΤΥΠΟΓΡ. η ανάγλυφη επιφάνεια του γράμματος στο τυπογραφικό στοιχείο. ● ΣΥΜΠΛ.: βυθός του ματιού/του οφθαλμού βλ. βυθός, παντεπόπτης οφθαλμός βλ. Παντεπόπτης ● ΦΡ.: έχω προ οφθαλμών (κάτι): κοιτάζω ή έχω κατά νου κάτι: Ας έχουμε ~ το παράδειγμά του., οφθαλμός/οφθαλμό(ν) αντί οφθαλμού (και οδούς/οδόντα αντί οδόντος): για να δηλωθεί η ανταπόδοση κακού που υπέστη κάποιος, αντεκδίκηση. Πβ. μάχαιρα(ν) έδωσες, μάχαιρα(ν) θα λάβεις, μία σου και μία μου, πληρώνω κάποιον με το ίδιο νόμισμα., εν ριπή οφθαλμού βλ. ριπή, έστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ' ορά βλ. ορώ, με γυμνό μάτι/οφθαλμό βλ. γυμνός, χάρμα οφθαλμών βλ. χάρμα, ως κόρη(ν) οφθαλμού βλ. κόρη [< 1, 2: αρχ. ὀφθαλμός]
37456οφθαλμοσκόπηση[ὀφθαλμοσκόπηση] ο-φθαλ-μο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξέταση του ματιού με οφθαλμοσκόπιο: άμεση/έμμεση ~. Πβ. βυθοσκόπηση. Βλ. -σκόπηση. [< γαλλ. ophtalmoscopie, αγγλ. ophthalmoscopy]
37457οφθαλμοσκοπικός, ή, ό [ὀφθαλμοσκοπικός] ο-φθαλ-μο-σκο-πι-κός επίθ. (σπάν.): που γίνεται με οφθαλμοσκόπιο: (ΙΑΤΡ.) ~ή: εξέταση. ~ά: ευρήματα.|| ~ή: παρατήρηση. [< αγγλ. opthalmoscopic(al)]
37458οφθαλμοσκόπιο[ὀφθαλμοσκόπιο] ο-φθαλ-μο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. ειδικό όργανο εξέτασης του εσωτερικού του ματιού: άμεσο/έμμεσο ~. Βλ. -σκόπιο. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (σε φωτογραφική μηχανή) (οπτικό) σκόπευτρο το οποίο προβάλλει ό,τι περιλαμβάνεται στο κάδρο: ηλεκτρονικό ~. [< 1: γαλλ. ophtalmoscope, αγγλ. ophthalmoscope]
37459οφθαλμοφανής, ής, ές [ὀφθαλμοφανής] ο-φθαλ-μο-φα-νής επίθ. {οφθαλμοφανέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που γίνεται εύκολα και γρήγορα κατανοητός, χωρίς να χρειάζεται διευκρίνιση ή εξήγηση: ~ής: αδικία/διαφορά/λύση. ~ές: γεγονός/παράδειγμα/πρόβλημα. ~είς: συνέπειες. ~ή: λάθη/ψέματα. Κατά τρόπο ~ή. Είναι ~ές (πβ. ηλίου φαεινότερον) ότι/πως ...|| (ως ουσ.) Δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε το ~ές. Πβ. εξόφθαλμος, κατάφωρος, κραυγαλέος, ολοφάνερος, πασί-, πρό-δηλος. Βλ. -φανής. ● επίρρ.: οφθαλμοφανώς [-ῶς] [< αρχ. ὀφθαλμοφανής]
37460οφίδια[ὀφίδια] ο-φί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. υποτάξη ερπετών στην οποία ανήκουν τα φίδια. [< αρχ. ὀφίδιον 'φιδάκι']
37461οφικιάλιος[ὀφικιάλιος] ο-φι-κι-ά-λι-ος ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. (στο Βυζάντιο) αξιωματούχος (κυρ. του Πατριαρχείου)· (κατ' επέκτ., στις μέρες μας) τιμητικός τίτλος που απονέμουν τα Πατριαρχεία σε ευεργέτες τους, σε επιστήμονες και προσωπικότητες εγνωσμένου κύρους: (κ. ως επίθ.) ~οι: κληρικοί. [< μτγν. ὀφφικιάλιος < λατ. officialis ‘αξιωματούχος’]
37462οφίκιο[ὀφίκιο] ο-φί-κι-ο ουσ. (ουδ.) {οφικί-ου | -ων} & οφίτσιο: τιμητικός τίτλος ο οποίος απονέμεται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο· κατ' επέκτ. κάθε αξίωμα: (ΕΚΚΛΗΣ.) το ~ του αρχιμανδρίτη.|| (συνήθ. στον πληθ.-μειωτ.) Έταξαν/μοίρασαν θέσεις και ~α. [< μτγν. ὀφφίκιον < λατ. officium ‘υπηρεσία’]
37463οφιοειδής, ής, ές [ὀφιοειδής] ο-φι-ο-ει-δής επίθ. (λόγ.): φιδωτός: ~ής: κίνηση/πορεία. ~ές: μονοπάτι/σχήμα. ~ή: τρυπάνια. Πβ. ελικο-, κυματο-, σπειρο-ειδής, φιδίσιος. Βλ. -ειδής. [< μτγν. ὀφιοειδής]
37464οφιολιθικός, ή, ό [ὀφιολιθικός] ο-φι-ο-λι-θι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τον οφιόλιθο: ~ά: πετρώματα/συμπλέγματα. [< αγγλ. ophiolitic, 1909]
37465οφιόλιθος[ὀφιόλιθος] ο-φι-ό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΛ. ομάδα πυριγενών, μεταμορφωμένων πετρωμάτων που θεωρείται ότι σχηματίζονται από θαλάσσια ιζήματα και είναι πλούσια σε σίδηρο και μαγνήσιο. Βλ. γάββρος, περιδοτίτης, σερπεντίνης. [< γαλλ. ophiolithe, αγγλ. ophiolite]
37466οφιούχος[ὀφιοῦχος] ο-φι-ού-χος ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ο): ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. μεγάλος αστερισμός του ουράνιου Ισημερινού· θεωρείται από κάποιους το δέκατο τρίτο ζώδιο του ζωδιακού κύκλου, μεταξύ του Σκορπιού και του Τοξότη. Βλ. -ούχος1. [< νεολατ. Ophiuchus]
37467όφις[ὄφις] ό-φις ουσ. (αρσ.) 1. (αρχαιοπρ.) φίδι. 2. (στην Αγία Γραφή) αναπαράσταση του Σατανά ως φίδι που οδήγησε τους Πρωτόπλαστους στην πτώση. ● ΦΡ.: (γίνεσθε) φρόνιμοι ως οι όφεις (και ακέραιοι ως αι περιστεραί) (ΚΔ): ως προτροπή σε κάποιον να επιδεικνύει σύνεση και ηθική ακεραιότητα., ο όφις με εξηπάτησε/εξαπάτησε (ΠΔ) (ειρων.): για αποποίηση ευθυνών και μετάθεσή τους σε άλλον: Δεν φταίω. ~ ~. [< αρχ. ὄφις]
37468οφίς[ὀφίς] ο-φίς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κυρ. παλαιότ.): διάδρομος. Βλ. χολ. [< γαλλ. office]
37469οφίτσιοβλ. οφίκιο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.