Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [38040-38060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37435οφείλω[ὀφείλω] ο-φεί-λω ρ. (μτβ.) {όφειλα, οφειλ-όταν (λόγ.) οφείλ-ετο, -όμενος} ΣΥΝ. χρωστώ 1. πρέπει να δώσω ή να επιστρέψω χρηματικό ποσό: Πόσα/τι σας ~; ~ει στην τράπεζα ... ευρώ. 2. έχω ηθική ή άλλη υποχρέωση, έχω καθήκον να κάνω κάτι: Μου ~εις μια απάντηση/εξήγηση/συγγνώμη. Δεν ~ τίποτα και σε κανέναν. Πρέπει να ξεκουραστείς, το ~εις στον εαυτό σου. ~ να δηλώσω/επισημάνω/προσθέσω/πω/υπογραμμίσω ότι ... ~ να ομολογήσω/παραδεχθώ ότι έκανα λάθος. ~ να της αναγνωρίσω ότι είναι η μόνη που τολμάει. ~εις να σέβεσαι τους κανόνες/να τηρείς τις υποσχέσεις σου. Κάθε καταναλωτής ~ει να γνωρίζει τα δικαιώματά του. Κάντε ό,τι νομίζετε, εγώ όφειλα να σας ενημερώσω. Όφειλες να με είχες προειδοποιήσει. Έπραξε ως/όπως όφειλε (= έπρεπε).|| (για φοιτητή) ~ει ένα μάθημα (: πρέπει να εξεταστεί σε αυτό και να το περάσει), για να πάρει το πτυχίο του. 3. αναγνωρίζω σε κάποιον το καλό που μου έκανε· αποδίδω: ~ στους γονείς μου πάρα πολλά/τα πάντα. Του ~ ευγνωμοσύνη/ένα (μεγάλο) ευχαριστώ. Με την ~όμενη τιμή.|| Η πόλη ~ει την ονομασία της ... Την επιτυχία του την ~ει στην εργατικότητά του. ● Παθ.: οφείλεται: έχει ως αιτία, προκαλείται από: Ασθένεια που ~ σε μικρόβιο. Πού/σε τι ~ το δυστύχημα; Το σφάλμα ~ αποκλειστικά σε λάθος εκτίμηση. Η βλάβη δεν ~ σε αμέλεια. Η παρανόηση ~όταν στο γεγονός ότι ...|| Η προαγωγή της ~ στη σκληρή δουλειά. ● ΦΡ.: ως μη όφειλε & ως μη ώφειλε/ώφελε (λόγ.): για κάτι που δεν έπρεπε να είχε/έχει συμβεί, αλλά συνέβη: Έκρυψε, ~ ~, την αλήθεια. [< αρχ. ὀφείλω]
37436όφελος[ὄφελος] ό-φε-λος ουσ. (ουδ.) {οφέλ-ους | -η}: καθετί που ωφελεί: ηθικό/πνευματικό/υλικό/ψυχικό ~. Άμεσο/έμμεσο/πολλαπλασιαστικό ~. Άντληση ~ους. Αναπτυξιακά/δυνητικά/εμπορικά/επιχειρηματικά/θεραπευτικά/θετικά/ιατρικά/κοινωνικά/περιβαλλοντικά/πολιτικά/πρακτικά/τεχνολογικά/χρηματικά ~η. Μεγιστοποίηση του ~ους. Μέτρα με στόχο το κοινό ~ (= συμφέρον). Τα ~η του γέλιου/της γυμναστικής/της υγιεινής διατροφής. Προκύπτει ~ για τους πολίτες. Αποκόμισε τεράστια ~η από το ταξίδι του στο ... Πβ. απολαβή.|| (ΟΙΚΟΝ.) Αναμενόμενο/μηδενικό ~. Ετήσιο/καθαρό οικονομικό ~ της τάξεως των/ύψους ... ευρώ. Πωλήσεις με αμοιβαίο ~. Ανάλυση κόστους-~ους.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αθέμιτο ~. Εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση για προσωπικό ~ και κέρδος. ΑΝΤ. ζημιά (2) ● οφέλη (τα): πλεονεκτήματα: παρέχουν/προσκομίζουν/προσφέρουν/συνεπάγονται πολλαπλά ~. Τα ~ της προσφοράς/συνεργασίας. Πβ. αγαθά, καλά. ● ΣΥΜΠΛ.: αντισταθμιστικά/ανταποδοτικά οφέλη βλ. αντισταθμιστικός ● ΦΡ.: ποιο το όφελος/(προς) τι το όφελος;: δεν έχει νόημα: Είτε του μιλήσω είτε όχι, ~ ~; Αφού δεν πρόκειται να με ακούσει. Πβ. ποιος ο λόγος να ...;, προς/για/σε όφελος κάποιου: με σκοπό το καλό, την ωφέλεια κάποιου: ~ ~ της πατρίδας. Έργα υποδομής σε ~ του πολίτη. Δίκαιη λύση προς ~ όλων., ίδιον όφελος/συμφέρον βλ. ίδιος1 [< αρχ. ὄφελος ‘ωφέλεια, πλεονέκτημα’, αγγλ. benefit]
37437οφθαλμαπάτη[ὀφθαλμαπάτη] ο-φθαλ-μα-πά-τη ουσ. (θηλ.): οπτική εμπειρία κατά την οποία δημιουργείται η εσφαλμένη, παραπλανητική εντύπωση στον παρατηρητή ότι αυτό που αντιλαμβάνεται είναι πραγματικό· συνεκδ. αυτό που προκαλεί την οπτική απάτη: Η τεχνική της ~ης (: από ταχυδακτυλουργό). Βλ. αυταπάτη, παρανόηση, ψευδαίσθηση.|| (μτφ., πλάνη:) Ζει στην ~ του καταναλωτισμού. [< αγγλ. optical illusion]
37438οφθαλμία[ὀφθαλμία] ο-φθαλ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οξεία φλεγμονή του οφθαλμού: γονοκοκκική/νεογνική/συμπαθητική ~. Βλ. επιπεφυκίτιδα, ξηρ~. [< αρχ. ὀφθαλμία, γαλλ. ophtalmie, αγγλ. ophthalmia]
37439οφθαλμιατρείο[ὀφθαλμιατρεῖο] ο-φθαλ-μι-α-τρεί-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. ιατρείο εξοπλισμένο με τα απαραίτητα εργαλεία και μηχανήματα για τη διάγνωση και θεραπεία των οφθαλμολογικών παθήσεων.
37440οφθαλμιατρική[ὀφθαλμιατρική] ο-φθαλ-μι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. οφθαλμολογία. Βλ. -ιατρική.
37441οφθαλμιατρικός, ή, ό [ὀφθαλμιατρικός] ο-φθαλ-μι-α-τρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. οφθαλμολογικός. Βλ. -ιατρικός.
37442οφθαλμίατρος[ὀφθαλμίατρος] ο-φθαλ-μί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικός στην οφθαλμολογία: χειρουργός ~. Βλ. -ίατρος, οπτικός, οπτομέτρης. ΣΥΝ. οφθαλμολόγος
37443οφθαλμικός, ή, ό [ὀφθαλμικός] ο-φθαλ-μι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον οφθαλμό: ~ός: ερεθισμός. ~ή: πίεση (βλ. γλαύκωμα). ~ό: έκκριμα/κολλύριο. ~οί: φακοί. ~ές: αλλεργίες/βλάβες/διαταραχές/κινήσεις/λοιμώξεις/παθήσεις/σταγόνες. ~ά: επιθέματα/σκευάσματα. Βλ. ενδοφθάλμιος, εξόφθαλμος, οπτικός, οφθαλμολογικός. ● ΣΥΜΠΛ.: οφθαλμικός κόγχος: ΑΝΑΤ. κοιλότητα που σχηματίζεται από τα οστά του κρανίου, μέσα στην οποία προφυλάσσεται ο οφθαλμικός βολβός. [< μτγν. ὀφθαλμικός, γαλλ. ophtalmique, αγγλ. ophthalmic]
37444οφθαλμο- & οφθαλμ-& οφθαλμό- (λόγ.): το ουσιαστικό οφθαλμός ως α' συνθετικό: (μτφ.) οφθαλμο-φανής. Οφθαλμ-απάτη.|| Οφθαλμό-λουτρο.|| Οφθαλμ-ιατρείο.|| Οφθαλμο-λογία. Οφθαλμο-σκόπιο.
37445οφθαλμοκινητικός, ή, ό [ὀφθαλμοκινητικός] ο-φθαλ-μο-κι-νη-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τις κινήσεις των οφθαλμών: ~ό: σύστημα. ~οί: μύες. ~ές: διαταραχές. ~ά: νεύρα. [< αγγλ. oculomotor, γαλλ. oculomoteur, 1903]
37446οφθαλμολαγνεία[ὀφθαλμολαγνεία] ο-φθαλ-μο-λα-γνεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ηδονοβλεψία. Πβ. μπανιστήρι, οφθαλμόλουτρο, παίρνω/κάνω μάτι. Βλ. -λαγνεία.
37447οφθαλμολάγνος[ὀφθαλμολάγνος] ο-φθαλ-μο-λά-γνος επίθ./ουσ. (σπάν.-λόγ.): που σχετίζεται με την οφθαλμολαγνεία: ~οι: θεατές. Πβ. ηδονοβλεψίας, μπανιστηρτζής. Βλ. -λάγνος.
37448οφθαλμολογία[ὀφθαλμολογία] ο-φθαλ-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ο): ΙΑΤΡ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την ανατομία των οφθαλμών καθώς και τη διάγνωση και αντιμετώπιση των οφθαλμικών παθήσεων: αισθητική/παιδική ~. Βλ. διαθλαστική χειρουργική, τηλε~, -λογία. ΣΥΝ. οφθαλμιατρική [< γαλλ. ophtalmologie, αγγλ. ophthalmology]
37449οφθαλμολογικός, ή, ό [ὀφθαλμολογικός] ο-φθαλ-μο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την οφθαλμολογία ή τον οφθαλμολόγο: ~ός: έλεγχος. ~ή: εξέταση/επέμβαση. ~ό: ιατρείο (= οφθαλμιατρείο). ~ές: διαταραχές/παθήσεις. ~ό και διαθλαστικό κέντρο. Βλ. οπτ-, οφθαλμ-ικός.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα νοσοκομείου ή κλινικής). ΣΥΝ. οφθαλμιατρικός [< γαλλ. ophtalmologique, αγγλ. ophthalmologic(al)]
37450οφθαλμολόγος[ὀφθαλμολόγος] ο-φθαλ-μο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (παλαιότ.): οφθαλμίατρος. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. ophtalmologue, ophtalmologiste, αγγλ. ophthalmologist]
37451οφθαλμόλουτρο[ὀφθαλμόλουτρο] ο-φθαλ-μό-λου-τρο ουσ. (ουδ.) (αργκό): κοίταγμα, συνήθ. στα κρυφά, όμορφου ή προκλητικού αντικειμένου, προσώπου, θεάματος: ~ μέσα από τα γυαλιά ηλίου. Κάνει ~ στην παραλία.|| ~ στις βιτρίνες. Πβ. ηδονοβλεψία, μπανιστήρι, οφθαλμολαγνεία, φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο. Βλ. -λουτρο.
37452οφθαλμοπάθεια[ὀφθαλμοπάθεια] ο-φθαλ-μο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε οφθαλμική πάθηση: ενδοκρινική/θυρεοειδική (: εκδήλωση αυτοάνοσου υπερθυρεοειδισμού) ~. Βλ. -πάθεια.
37453οφθαλμοπληγία[ὀφθαλμοπληγία] ο-φθαλ-μο-πλη-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παράλυση των μυών του οφθαλμού: εξωτερική/εσωτερική ~. [< αγγλ. ophthalmoplegia]
37454οφθαλμοπορνεία[ὀφθαλμοπορνεία] ο-φθαλ-μο-πορ-νεί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): οφθαλμολαγνεία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.