Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38060-38080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37470όφου[ὄφου] ό-φου επιφών. & ώφου (ιδιωμ.-συχνά επαναλαμβανόμενο): όχου, ουφ. [< μεσν. όχου]
37471οφρύς[ὀφρῦς] ο-φρύς ουσ. (θηλ.) {οφρύ-ος, -ύ | -ες, -ων} (λόγ.) 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. φρύδι. 2. η (καμπύλη) γραμμή που σχηματίζουν τα ανώτερα σημεία (οι κορυφές) ενός προεξέχοντος όγκου: (ΤΟΠΟΓΡ.) Η ~ του βουνού/βράχου/ορύγματος.|| (ΣΤΡΑΤ.) Στρατιωτική ~ (: το σημείο στα πρανή ενός υψώματος από το οποίο επιτυγχάνεται η καλύτερη παρατήρηση της περιοχής από το δεδομένο σημείο μέχρι τους πρόποδες). 3. ΒΟΤ. γένος φυτών της οικογένειας των ορχεοειδών. [< αρχ. ὀφρῦς]
37472οφσάιντ[ὀφσάιντ] οφ-σά-ιντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & οφ σάιντ: ΑΘΛ. αντικανονική θέση στην οποία βρίσκεται επιτιθέμενος ποδοσφαιριστής ακριβώς τη στιγμή που κάποιος συμπαίκτης του προωθεί την μπάλα προς την αντίπαλη εστία, ενώ ανάμεσα σε αυτόν και το αντίπαλο τέρμα υπάρχουν λιγότεροι από δύο αμυνόμενοι: καθαρό ~. Βγήκε ~. Υπόδειξη ~. Ο διαιτητής έδωσε/καταλόγισε ~. Το γκολ ήταν ~. Έσπασαν το τεχνικό/τεχνητό ~ (: τακτική κατά την οποία οι αμυνόμενοι κινούνται έτσι ώστε να υποδειχθεί σε θέση ~ αντίπαλος παίκτης).|| (μτφ.-προφ.) Καλά, εσύ είσαι ~ (: για κάποιον που λέει ή κάνει κάτι ανάρμοστο). [< αγγλ. offside]
37473όφσετ[ὄφσετ] όφ-σετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΥΠΟΓΡ. τυπογραφική μέθοδος κατά την οποία το προς εκτύπωση κείμενο φωτογραφίζεται αρχικά σε ειδικό φιλμ, που τοποθετείται πάνω σε φωτοευαίσθητη λιθογραφική πλάκα, για να αποτυπωθεί το περιεχόμενό του σε αυτή, και στη συνέχεια μεταφέρεται (αποτυπωμένο στην πλάκα) σε ελαστικό κύλινδρο, για να γίνει η εκτύπωσή του στο χαρτί. Βλ. λιθογραφία. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. η απόσταση από το κέντρο της ζάντας μέχρι το σημείο επαφής της με το μουαγιέ: αρνητικό/θετικό ~. [< αγγλ. offset , γαλλ. ~, 1932]
37474οφσόρ & οφ σορ[ὀφσόρ] οφ-σόρ επίθ. {άκλ.}: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: οφσόρ/οφ σορ εταιρεία: ΝΟΜ. εξωχώρια εταιρεία.
37475οφτός, ή, ό [ὀφτός] ο-φτός επίθ. (διαλεκτ.): (για φαγητά) ψητός: ~ή: πατάτα. ~ό: αρνί/κλέφτικο. Βλ. οπτός. [< αρχ. ὀπτός]
37476οχ & ωχ[ὄχ] επιφών.: δηλωτικό έντονου αρνητικού συναισθήματος: (πόνος) ~, χτύπησα το πόδι μου! Πβ. άουτς.|| (στενοχώρια) ~ βάσανα ...|| (αγανάκτηση, δυσφορία, δυσαρέσκεια) ~, δε μας αφήνεις στην ησυχία μας πρωί πρωί; Πβ. ουφ, όχου.|| (έκπληξη) ~, χίλια συγγνώμη, δεν το ήθελα!|| (ως ουσ.) Άρχισε τα ~ και τα αχ πάλι! ● ΦΡ.: (οχ) αμάν αμάν βλ. αμάν, οχ/ωχ, αδερφέ! βλ. αδελφός [< μεσν. οχ, λ. ηχομιμητ.]
37477οχαδερφισμός[ὀχαδερφισμός] ο-χα-δερ-φι-σμός ουσ. (αρσ.) & ωχαδερφισμός & ωχαδελφισμός & (σπάν.) οχαδελφισμός: στάση απάθειας και αδιαφορίας, αποποίηση ευθυνών: ~ και αποχή από τα κοινά. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ζαμανφουτισμός
37478ΟΧΕ(η): Ομοσπονδία Χειροσφαιρίσεως Ελλάδος.
37479οχεία[ὀχεία] ο-χεί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): γονιμοποίηση θηλυκού ζώου από το αρσενικό, ζευγάρωμα: φυσική ~ ή τεχνητή σπερματέγχυση. [< αρχ. ὀχεία]
37480όχεντρα[ὄχεντρα] ό-χε-ντρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): ΖΩΟΛ. οχιά. [< μεσν. όχεντρα]
37481οχετός[ὀχετός] ο-χε-τός ουσ. (αρσ.) 1. αποχετευτικό σύστημα ή βόθρος: ανοιχτός ~. Κιβωτοειδής/πλακοσκεπής/σωληνωτός ~. ~ αποβλήτων/ομβρίων (υδάτων). Πβ. λαγούμι, υπόνομος. 2. (μτφ.-μειωτ.) χείμαρρος απαξιωτικών σχολίων ή κατάσταση που χαρακτηρίζεται από σήψη, διαφθορά: ~ βωμολοχιών/κατηγοριών/λάσπης/συκοφαντιών/ψεμάτων. ~ μίσους εναντίον/κατά ... Βουτηγμένοι μέσα στα σκάνδαλα και στον ~ό της δημόσιας ζωής. Πβ. βόρβορος, βούρκος, χαβούζα.|| (για πρόσ.) Έχει στόμα-~ό. [< αρχ. ὀχετός]
37482οχεύει[ὀχεύει] ο-χεύ-ει ρ. (αμτβ.) {όχευσε} (επιστ.): (για αρσ. ζώο) ζευγαρώνει με θηλυκό. Πβ. βατεύει. [< αρχ. ὀχεύω]
37483όχημα[ὄχημα] ό-χη-μα ουσ. (ουδ.) {οχήμ-ατος | -ατα, -άτων} (επίσ.) 1. κάθε μέσο μεταφοράς ανθρώπων ή/και αντικειμένων, συνήθ. μηχανοκίνητο: διαστημικό/εναέριο/πλωτό/ρομποτικό/υποβρύχιο/χερσαίο ~. Βενζινοκίνητο/ηλεκτρικό/υβριδικό ~. Δημόσιο/ιδιωτικό (= ΙΧ)/κρατικό/μεταχειρισμένο/υπηρεσιακό ~. Απορριμματοφόρο/βυτιοφόρο/διασωστικό (βλ. ασθενοφόρο)/πυροσβεστικό/ρυμουλκούμενο/σιδηροδρομικό (= βαγόνι)/υδροφόρο ~. Εγκαταλελειμμένα/κλεμμένα ~ατα. Ανακύκλωση/απόσυρση ~άτων. ~ παντός εδάφους/πόλης/πολλαπλών χρήσεων. ~ τύπου ... Απαγόρευση διέλευσης/κυκλοφορίας/στάθμευσης ~άτων. Χειριστές βαρέων ~άτων. Πβ. τροχοφόρο.|| (ΣΤΡΑΤ.) Ερπυστριοφόρα/τεθωρακισμένα ~ατα. 2. {μόνο στον εν.} (μτφ.) μέσο για την προώθηση σκοπού: ~ ανάπτυξης (πβ. μοχλός)/εξέλιξης/επικοινωνίας.|| Πρόοδος με ~ την τεχνολογία.|| (ως παραθετικό σύνθ.) εργαλείο-~. ● ΣΥΜΠΛ.: ανατρεπόμενο όχημα/φορτηγό βλ. ανατρεπόμενος [< αρχ. ὄχημα ‘άμαξα, πλοίο’ 2: γαλλ. véhicule]
37484οχηματαγωγό[ὀχηματαγωγό] ο-χη-μα-τα-γω-γό ουσ. (ουδ.) 1. (επίσ.) πλοίο που μεταφέρει οχήματα ή και τους επιβάτες τους· φεριμπότ: επιβατηγό/φορτηγό-~. Ταχύπλοο ~.|| (ως επίθ.) ~ πλοίο (ακρ. Ο/Γ). ΣΥΝ. πορθμείο (2) 2. ΣΤΡΑΤ. πολεμικό πλοίο για μεταφορά στρατιωτικών δυνάμεων και αρμάτων μάχης. Πβ. αρματαγωγό. [< αγγλ. car ferry]
37485οχηματοπομπή[ὀχηματοπομπή] ο-χη-μα-το-πο-μπή ουσ. (θηλ.): πομπή οχημάτων: στρατιωτική ~. ~ του ΝΑΤΟ. Βλ. αυτοκινητοπομπή.
37486όχθη[ὄχθη] ό-χθη ουσ. (θηλ.) {οχθών} 1. λωρίδα ξηράς που περιβάλλει έκταση νερού ή βρίσκεται ακριβώς δίπλα σε αυτή: αμμώδης ~. Η ~ της λίμνης (= ακρολιμνιά)/του ποταμού (= ακροποταμιά)/του ρέματος. Κατά μήκος της ~ης. 2. (κατ' επέκτ.) πλευρά: Άλλαξε ομάδα και πέρασε στην αντίπερα ~ (: έγινε οπαδός της αντίπαλης ομάδας). [< 1: αρχ. ὄχθη]
37487όχθρηταβλ. έχθρητα
37488όχι[ὄχι] ό-χι επίρρ. 1. ως αρνητική απάντηση ή απόρριψη, διάψευση της σημασίας πρότασης, φράσης ή λέξης: -Ήρθε; -~ ακόμα. -Έχετε ξανασυναντηθεί; -~, δεν έτυχε. -Φεύγετε αύριο; -~, σήμερα. -Το πρόβλημα λύνεται με περισσότερα χρήματα; -Βεβαίως/οπωσδήποτε ~. ~ άλλα/πια ψέματα! (σε συνθήματα) ~ στη βία/στα ναρκωτικά! Ε, ~ και να μας κάνει ό,τι θέλει! Εξελίξεις ~ πάντα θετικές. Ταινία για παιδιά και ~ μόνο (: δηλ. και για μεγάλους). (εμφατ.) -Είναι επικίνδυνο; -~ βέβαια! ΑΝΤ. ναι (1) 2. ενισχύει το νόημα μιας αποφατικής πρότασης: ~, δεν πρόκειται ν' αλλάξω γνώμη! ~, κανένας δεν ξέρει τι συνέβη. (κ. ως επιφών.) ~, μη φύγεις! ~ προς Θεού, δεν ήθελα να σε προσβάλω. (δηλώνει έντονη απαγόρευση, αποτροπή) ~, ~, δεν πρέπει/μην το κάνεις! 3. ως ελλειπτική αποφατική πρόταση: -Προλαβαίνουμε; -Εννοείται/νομίζω/πιστεύω/φοβάμαι πως ~ (: πως δεν προλαβαίνουμε). Συμφωνείτε ή ~; Εάν όλα πάνε καλά, είμαστε εντάξει· εάν ~, τι θα κάνουμε; Θα το πω άσχετα με το αν είναι σωστό ή ~. Μπορείς να φύγεις. Ή μάλλον ~, περίμενε λίγο ακόμα. Να το αγοράσω, ναι ή ~; Αυτή είναι περιποίηση! ~ σαν τότε που περιμέναμε μία ώρα! Εδώ δεν μπορούσα τότε που εργαζόμουν, ~ τώρα που είμαι άνεργος (: πόσο μάλλον, πολύ περισσότερο). 4. σε σχήμα λιτότητας: -Πώς τα πήγες; -~ και τόσο καλά (: μέτρια). -Πεινάς; -~ πολύ (: έτσι κι έτσι). 5. σε αποφατική ή αντιθετική σύνδεση όρων ή προτάσεων αντίστοιχα: Το ζήτημα είναι κοινωνικό και ~ πολιτικό. Περασμένα και ~ ξεχασμένα. Δύσκολο, αλλά ~ (και) ακατόρθωτο. Χρειάζονται έργα, ~ μόνο λόγια. (με άρνηση και στα δύο σκέλη) ~ απολύσεις, αλλά ούτε και προσλήψεις. 6. (ως επιφών.) προς δήλωση έντονης δυσαρέσκειας, απογοήτευσης ή δυσάρεστης έκπληξης, συνήθ. για κάτι απρόοπτο: ~, πάλι τα ίδια. -Τα έμαθες; Χώρισαν! -~! Πβ. δεν το πιστεύω, μη μου το λες! 7. εκφράζει συμφωνία με το περιεχόμενο της αποφατικής πρότασης που διατύπωσε ο συνομιλητής: -Δεν υπάρχει πια φιλότιμο. -~ (= ναι, έχεις δίκιο, συμφωνώ). ● Ουσ.: όχι (το) 1. αρνητική απάντηση ή ψήφος: Δεν ξέρει να λέει ~ (= να αρνείται). Απάντησαν μ' ένα βροντερό/δυνατό/ηχηρό/κατηγορηματικό/σθεναρό ~. Τα ναι και τα ~ της δίαιτας (: όσα επιτρέπονται και όσα δεν επιτρέπονται αντιστοίχως).|| Τα ~ υπερίσχυσαν των ναι με διαφορά ... %. ΑΝΤ. ναι 2. ΙΣΤ. (με κεφαλ. το πρώτο ή όλα τα γράμματα) η απόρριψη, από τον τότε πρωθυπουργό της Ελλάδας Ιωάννη Μεταξά, του τελεσίγραφου της 28ης Οκτωβρίου 1940, με το οποίο η Ιταλία ζητούσε την ελεύθερη δίοδο των στρατιωτικών της δυνάμεων από την ελληνοαλβανική μεθόριο, γεγονός που σήμανε την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου: το ~ του '40. Το ελληνικό ~. Η επέτειος του ~. Ζήτω το ~! ● ΦΡ.: δε(ν) θα έλεγα όχι: δηλώνει ευγενική αποδοχή, συγκατάθεση: ~ ~ σε μια συνεργασία μαζί τους (: θα δεχόμουν να συνεργαστώ μαζί τους)., όχι και πάλι όχι (εμφατ.): ως επίμονη, κατηγορηματική άρνηση: ~ ~, δεν έρχομαι!, όχι μόνο ..., αλλά και: για να δηλωθεί εναντίωση ή έμφαση στο δεύτερο μέρος: Θέλουμε ~ λόγια, ~ πράξεις.|| Είναι ~ απρόσεκτος, ~ αυθάδης., όχι να ...: αντί να: Θέλω να σε βοηθήσω, ~ ~ σε εκμεταλλευτώ.|| (εκφράζει έντονη αποδοκιμασία για μια πράξη που έγινε ή πρόκειται να γίνει) Να κοιτάζεις τη δουλειά σου· ~ ~ κουτσομπολεύεις τον καθένα., όχι ότι/πως ... (προφ.) 1. όχι γιατί: Δεν πήγαμε στην εκδρομή· ~ ~ δεν θέλαμε, αλλά δεν μπορούσαμε. 2. για να δηλωθεί ότι κάτι ισχύει, έστω και αν δεν είναι τόσο έντονο ή φανερό: ~ ~ δεν τα ήξερα. Τα ήξερα, όμως κόμπλαρα.|| ~ ~ με νοιάζει δηλαδή, έτσι ρωτάω από περιέργεια., όχι που (προφ.): ως απόρριψη πιθανού ενδεχομένου: ~ ~ θα γλίτωνες/θα σ΄ άφηνε να μιλάς έτσι (: σιγά μην ...)!, όχι, ευχαριστώ (δεν θα πάρω)!: ως ευγενική αρνητική απάντηση σε πρόταση ή προσφορά ή ως έκφραση άρνησης, απόρριψης: -Θέλεις λίγο ακόμα; -~, ευχαριστώ! Βλ. παρακαλώ.|| Φαστ φουντ; ~ ~ (ΣΥΝ. να μου λείπει)!, πώς όχι;: βεβαίως: -Τον γνωρίζεις; -~ ~; Ήμασταν συμφοιτητές., ίσως ναι, ίσως όχι βλ. ίσως, και ναι και όχι βλ. και, όχι (για) να το παινευτώ, αλλά ... βλ. παινεύω, όχι (που) θα/σιγά μην κάτσω να (σκάσω) βλ. κάθομαι, όχι άλλο κάρβουνο! βλ. κάρβουνο, όχι αστεία βλ. αστείο, όχι Γιάννης, Γιαννάκης βλ. Γιάννης, όχι δα! βλ. δα, όχι κ(α)ι έτσι βλ. έτσι, όχι, παίζουμε! βλ. παίζω [< μεσν. όχι < αρχ. οὐχί]
37489οχιά[ὀχιά] ο-χιά ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. γένος δηλητηριωδών φιδιών (οικογ. Viperidae) με βαρύ σώμα και κοντή ουρά, που φέρουν δύο μυτερά δόντια στην άνω γνάθο: κόκκινη ~. Δάγκωμα/τσίμπημα ~ιάς. Βλ. αστρίτης, βόας, κόμπρα, κροταλίας, πύθωνας. ΣΥΝ. έχιδνα (1), όχεντρα 2. (μτφ.) ύπουλο και κακόβουλο πρόσωπο: Μην τον/την εμπιστεύεσαι, είναι ~ φαρμακερή! ● ΣΥΜΠΛ.: οχιά διμούτσουνη βλ. διμούτσουνος [< 1: αρχ. ἔχις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.