[ὀχλοκρατεῖται] ο-χλο-κρα-τεί-ται ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (σπάν.-λόγ.): χειραγωγείται από τον όχλο: οχλοκρατούμενη: χώρα. Βλ. -κρατείται. [< μτγν. μτχ. ὀχλοκρατούμενος]
37497
οχλοκρατία
[ὀχλοκρατία] ο-χλο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. η εξουσία στα χέρια των μαζών ως εκτροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Βλ. -κρατία. [< μτγν. ὀχλοκρατία, γαλλ. ochloctratie, αγγλ. ochlocracy]
37498
οχλοκρατικός
, ή, ό [ὀχλοκρατικός] ο-χλο-κρα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με την οχλοκρατία: ~ή: βία/εκδήλωση. ~ές: επιθέσεις.[< αγγλ. ochlocratic(al)]
37499
όχλος
[ὄχλος] ό-χλος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.) 1. μεγάλο πλήθος που δρα μαζικά, αλλά χωρίς οργάνωση και συνήθ. ανεξέλεγκτα και βίαια: μαινόμενος/οργισμένος/χειραγωγούμενος ~. Οι κραυγές του ~ου (πβ. οχλαγωγία, οχλοβοή). Ο ~ όρμησε πάνω του να τον λιντσάρει. Πβ. αγέλη.|| (ΠΟΛΙΤ.) Κυριαρχία του ~ου (= οχλοκρατία).2. άνθρωποι ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων. Πβ. πλέμπα, συρφετός. ● ΣΥΜΠΛ.: ψυχολογία της μάζας/των μαζών/του όχλου βλ. μάζα [< αρχ. ὄχλος]
37500
όχου
[ὄχου] ό-χου επιφών.: δηλωτικό δυσαρέσκειας, στενοχώριας, καημού, απογοήτευσης, αγανάκτησης, αλλά και τρυφερότητας: ~ μας έπρηξες με τη φλυαρία σου! Πβ. ουφ, όφου, οχ.|| ~ το μωρέ το παιδάκι μου! Πβ. άχου. [< μεσν. όχου]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.