Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38080-38100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37490οχλαγωγία[ὀχλαγωγία] ο-χλα-γω-γί-α ουσ. (θηλ.): έντονος θόρυβος που προκαλείται από ομιλίες, φωνές ή κραυγές συγκεντρωμένου πλήθους: η ~ της πόλης. Πβ. καλαμπαλίκι. ΣΥΝ. οχλοβοή, χάβρα (1), χλαπαταγή [< μτγν. ὀχλαγωγία]
37491οχλαγωγικός, ή, ό [ὀχλαγωγικός] ο-χλα-γω-γι-κός επίθ. (σπάν.): που σχετίζεται με την οχλαγωγία: ~ές: εκδηλώσεις.
37492οχληρός, ή, ό [ὀχληρός] ο-χλη-ρός επίθ. (λόγ.): ενοχλητικός, δυσάρεστος: ~ός: ήχος. ~ές: παρεμβάσεις/συνέπειες. Χρονοβόρα και ~ή διαδικασία.|| (για πρόσ.) Βρίσκω ~ή την παρουσία του. Πβ. φορτικός. Βλ. -ηρός. [< αρχ. ὀχληρός]
37493οχληρότητα[ὀχληρότητα] ο-χλη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): ενοχλητικότητα. Βλ. -ότητα.
37494όχληση[ὄχληση] ό-χλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) ενόχληση που προκαλείται στον άνθρωπο, κυρ. από εισροή ρύπων ή περιβαλλοντική επιβάρυνση: έντονη ~. Αισθητική/ηχητική (βλ. ηχορύπανση)/κυκλοφοριακή ~. Πηγή ~ης. Ελαχιστοποίηση της ~ης. Βιομηχανίες/δραστηριότητες/μονάδες μέσης/υψηλής/χαμηλής ~ης. 2. ΝΟΜ. ειδοποίηση προς φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή φορέα να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του: έγγραφη (: με εξώδικο)/τηλεφωνική ~. Επιστολή ~ης. ~ για καταβολή χρέους. ● ΣΥΜΠΛ.: οπτική όχληση βλ. οπτικός [< αρχ. ὄχλησις ‘στενοχώρια, ανία’, αγγλ. disturbance]
37495οχλοβοή[ὀχλοβοή] ο-χλο-βο-ή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): οχλαγωγία.
37496οχλοκρατείται[ὀχλοκρατεῖται] ο-χλο-κρα-τεί-ται ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (σπάν.-λόγ.): χειραγωγείται από τον όχλο: οχλοκρατούμενη: χώρα. Βλ. -κρατείται. [< μτγν. μτχ. ὀχλοκρατούμενος]
37497οχλοκρατία[ὀχλοκρατία] ο-χλο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. η εξουσία στα χέρια των μαζών ως εκτροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Βλ. -κρατία. [< μτγν. ὀχλοκρατία, γαλλ. ochloctratie, αγγλ. ochlocracy]
37498οχλοκρατικός, ή, ό [ὀχλοκρατικός] ο-χλο-κρα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με την οχλοκρατία: ~ή: βία/εκδήλωση. ~ές: επιθέσεις.[< αγγλ. ochlocratic(al)]
37499όχλος[ὄχλος] ό-χλος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.) 1. μεγάλο πλήθος που δρα μαζικά, αλλά χωρίς οργάνωση και συνήθ. ανεξέλεγκτα και βίαια: μαινόμενος/οργισμένος/χειραγωγούμενος ~. Οι κραυγές του ~ου (πβ. οχλαγωγία, οχλοβοή). Ο ~ όρμησε πάνω του να τον λιντσάρει. Πβ. αγέλη.|| (ΠΟΛΙΤ.) Κυριαρχία του ~ου (= οχλοκρατία). 2. άνθρωποι ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων. Πβ. πλέμπα, συρφετός. ● ΣΥΜΠΛ.: ψυχολογία της μάζας/των μαζών/του όχλου βλ. μάζα [< αρχ. ὄχλος]
37500όχου[ὄχου] ό-χου επιφών.: δηλωτικό δυσαρέσκειας, στενοχώριας, καημού, απογοήτευσης, αγανάκτησης, αλλά και τρυφερότητας: ~ μας έπρηξες με τη φλυαρία σου! Πβ. ουφ, όφου, οχ.|| ~ το μωρέ το παιδάκι μου! Πβ. άχου. [< μεσν. όχου]
37501οχτα-, οχτά-βλ. οκτα-
37502οχταγωνικός, ή, ό βλ. οκταγωνικός
37503οχτάγωνος, η, ο βλ. -γωνος, οκτα-
37504οχτάδαβλ. οκτάδα
37505οχτακοσάρηςβλ. οκτακοσάρης
37506οχτακοσάριβλ. οκτακοσάρι
37507οχτακόσια& οχτακόσα βλ. οκτακόσια
37508οχτακόσιοι& οχτακόσοι βλ. οκτακόσιοι
37509οχτακοσιοστός, ή, ό βλ. οκτακοσιοστός

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.