Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38100-38120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37510οχτάκωπος, η, ο βλ. οκτάκωπος
37511οχτάμηνος, η, ο βλ. οκτάμηνος
37512οχτάρια[ὀχτάρια] ο-χτά-ρια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. οχτάρι} & οκτάρια (προφ.): το ζιγκ-ζαγκ: Ο οδηγός έχασε τον έλεγχο και το αμάξι έκανε ~ στον δρόμο. [< μεσν. οκτάρι 'μέτρο χωρητικότητας']
37513οχτασύλλαβος, η, ο βλ. οκτασύλλαβος
37514οχτάωρος, η, ο βλ. οκτάωρος
37515οχτιά[ὀχτιά] ο-χτιά ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): όχθη.
37516όχτος[ὄχτος] ό-χτος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-λογοτ.) & (λόγ.) όχθος 1. ύψωμα γης. Βλ. αντέρεισμα, γήλοφος, πρανές. 2. όχθη. [< αρχ. ὄχθος]
37517οχτρεύομαιβλ. εχθρεύομαι
37518οχτρόςβλ. εχθρός
37519οχτώβλ. οκτώ
37520οχτωβριανός, ή, ό βλ. οκτωβριανός
37521οχυρό[ὀχυρό] ο-χυ-ρό ουσ. (ουδ.) 1. σύνολο οικοδομικών έργων για την άμυνα και προστασία περιοχής με στρατηγική σημασία ή φυσικά οχυρωμένη θέση: ~ των ανταρτών. Πόλη-~. Πβ. μετερίζι, προ-μαχώνας, -πύργιο, ταμπούρι.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ.) Απόρθητο ~. Αρχαίο/βυζαντινό/ελληνιστικό/μεσαιωνικό ~. Είσοδος/στοές/τείχη ~ού. Βομβαρδισμός/κατάληψη/παράδοση/πολιορκία/πτώση ~ού. Πβ. κάστρο, φρούριο.|| (μτφ.) Ο σέντερ φορ έσπασε το ~ της αντίπαλης ομάδας. 2. (μτφ.) τομέας ή πεδίο δράσης στο οποίο κυριαρχεί κάποιος: το ισχυρό ~ της γραφειοκρατίας. Γυναίκες που κατάφεραν να γκρεμίσουν τα λεγόμενα ανδρικά ~ά. ● ΦΡ.: το τελευταίο οχυρό/κάστρο (μτφ.): για πρόσωπο ή πράγμα που έχει απομείνει, που παραμένει ενεργό, ενώ τα υπόλοιπα έχουν υποχωρήσει ή καταρρεύσει: ~ ~ αντίστασης. Έπεσε και ~ ~ του συντηρητισμού. [< 1: ουδ. του αρχ. επίθ. ὀχυρός]
37522οχυρός, ή, ό [ὀχυρός] ο-χυ-ρός επίθ.: (για κτίσμα ή μέρος) που είναι προστατευμένο και ασφαλές εξαιτίας της οχύρωσής του: ~ός: λόφος/οικισμός/πύργος. ~ό: κάστρο/καταφύγιο/σημείο/ύψωμα/φρούριο. ~ές: πόλεις. ~ά: τείχη. Φυσικά ~ή θέση. ΑΝΤ. ανοχύρωτος (2) [< αρχ. ὀχυρός ‘ισχυρός, ασφαλής’]
37523οχυρότητα[ὀχυρότητα] ο-χυ-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυνατότητα οχύρωσης: η ~ της θέσης/του τείχους/της τοποθεσίας/του φρουρίου. Περιοχή που προσφέρει φυσική ~. Βλ. -ότητα. [< αρχ. ὀχυρότης ‘ισχυρή, ασφαλής θέση’]
37524οχύρωμα[ὀχύρωμα] ο-χύ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {οχυρώμ-ατος | -ατα, -άτων}: κάθε οχυρωματικό έργο, οχυρό: πρόχειρο ~. ~ της πόλης. Πβ. οχύρωση, προπύργιο, τείχισμα. [< αρχ. ὀχύρωμα]
37525οχυρωματικός, ή, ό [ὀχυρωματικός] ο-χυ-ρω-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την οχύρωση ή/και τα οχυρώματα: ~ός: περίβολος/πύργος. ~ή: γραμμή/κατασκευή/προστασία/τεχνική. ~ές: θέσεις. ~ά: έργα/τείχη. ΣΥΝ. οχυρωτικός ● Ουσ.: οχυρωματική (η) (παλαιότ.): ενν. τέχνη ή αρχιτεκτονική: βυζαντινή ~.
37526οχυρώνω[ὀχυρώνω] ο-χυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {οχύρω-σε, οχυρώ-θηκε, -μένος, οχυρών-οντας} 1. (παλαιότ.) ενισχύω θέση, στρατηγικής συνήθ. σημασίας, με οχυρωματικά έργα, ώστε να αποτρέψω εισβολή. Πβ. (περι)τειχίζω. 2. (μτφ.) εφοδιάζω με τα κατάλληλα μέσα, για να διαφυλάξω κάτι σημαντικό ή πολύτιμο: Η καλή διατροφή ~ει τον οργανισμό ενάντια στους ιούς. Η χώρα ~θηκε, για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση. Πβ. θωρακίζω, οπλίζω. ● Παθ.: οχυρώνομαι 1. προστατεύομαι πίσω από οχυρό ή γενικότ. από σημείο που μου παρέχει ασφάλεια: Ο φόβος τούς έκανε να ~θούν στα σπίτια τους (πβ. ταμπουρώνομαι). ~μένος: οικισμός. ~μένο: κάστρο/φρούριο. Φυσικά ~μένη τοποθεσία. 2. (μτφ., + πίσω από) χρησιμοποιώ κάτι ως δικαιολογία ή πρόφαση προκειμένου να διασφαλίσω τη θέση μου ή να αμυνθώ: ~θηκε πίσω από το επιχείρημα ότι ... [< 1: μτγν. ὀχυρῶ]
37527οχύρωση[ὀχύρωση] ο-χύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του οχυρώνω και συνεκδ. το σύνολο των οχυρωματικών έργων: αμυντική/ισχυρή/φυσική ~. ~ της ακρόπολης/του κάστρου/του λόφου/της πόλης/των συνόρων/του φρουρίου. ~ με τείχη (= περιτείχιση). Πβ. οχύρωμα.|| (ΙΣΤ.-ΑΡΧΑΙΟΛ.) Βυζαντινές/ενετικές/μεσαιωνικές ~ώσεις. Ερείπια ~ης.|| (μτφ.) ~ του οργανισμού ενάντια στο άγχος. Πβ. ενίσχυση, θωράκιση. [< μτγν. ὀχύρωσις]
37528οχυρωτικός, ή, ό [ὀχυρωτικός] ο-χυ-ρω-τι-κός επίθ. (σπάν.): οχυρωματικός. [< μτγν. ὀχυρωτικός]
37529οψέποτε[ὀψέποτε] ο-ψέ-πο-τε επίρρ. (σπάν.-λόγ.) : οποιαδήποτε στιγμή στο μέλλον: Θα προχωρήσουμε ~ αυτό κριθεί σκόπιμο. [< μτγν. φρ. ὀψέ ποτε]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.