| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37515 | οχτιά | [ὀχτιά] ο-χτιά ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): όχθη. | |
| 37516 | όχτος | [ὄχτος] ό-χτος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-λογοτ.) & (λόγ.) όχθος 1. ύψωμα γης. Βλ. αντέρεισμα, γήλοφος, πρανές. 2. όχθη. [< αρχ. ὄχθος] | |
| 37517 | οχτρεύομαι | βλ. εχθρεύομαι | |
| 37518 | οχτρός | βλ. εχθρός | |
| 37519 | οχτώ | βλ. οκτώ | |
| 37520 | οχτωβριανός | , ή, ό βλ. οκτωβριανός | |
| 37521 | οχυρό | [ὀχυρό] ο-χυ-ρό ουσ. (ουδ.) 1. σύνολο οικοδομικών έργων για την άμυνα και προστασία περιοχής με στρατηγική σημασία ή φυσικά οχυρωμένη θέση: ~ των ανταρτών. Πόλη-~. Πβ. μετερίζι, προ-μαχώνας, -πύργιο, ταμπούρι.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ.) Απόρθητο ~. Αρχαίο/βυζαντινό/ελληνιστικό/μεσαιωνικό ~. Είσοδος/στοές/τείχη ~ού. Βομβαρδισμός/κατάληψη/παράδοση/πολιορκία/πτώση ~ού. Πβ. κάστρο, φρούριο.|| (μτφ.) Ο σέντερ φορ έσπασε το ~ της αντίπαλης ομάδας. 2. (μτφ.) τομέας ή πεδίο δράσης στο οποίο κυριαρχεί κάποιος: το ισχυρό ~ της γραφειοκρατίας. Γυναίκες που κατάφεραν να γκρεμίσουν τα λεγόμενα ανδρικά ~ά. ● ΦΡ.: το τελευταίο οχυρό/κάστρο (μτφ.): για πρόσωπο ή πράγμα που έχει απομείνει, που παραμένει ενεργό, ενώ τα υπόλοιπα έχουν υποχωρήσει ή καταρρεύσει: ~ ~ αντίστασης. Έπεσε και ~ ~ του συντηρητισμού. [< 1: ουδ. του αρχ. επίθ. ὀχυρός] | |
| 37522 | οχυρός | , ή, ό [ὀχυρός] ο-χυ-ρός επίθ.: (για κτίσμα ή μέρος) που είναι προστατευμένο και ασφαλές εξαιτίας της οχύρωσής του: ~ός: λόφος/οικισμός/πύργος. ~ό: κάστρο/καταφύγιο/σημείο/ύψωμα/φρούριο. ~ές: πόλεις. ~ά: τείχη. Φυσικά ~ή θέση. ΑΝΤ. ανοχύρωτος (2) [< αρχ. ὀχυρός ‘ισχυρός, ασφαλής’] | |
| 37523 | οχυρότητα | [ὀχυρότητα] ο-χυ-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυνατότητα οχύρωσης: η ~ της θέσης/του τείχους/της τοποθεσίας/του φρουρίου. Περιοχή που προσφέρει φυσική ~. Βλ. -ότητα. [< αρχ. ὀχυρότης ‘ισχυρή, ασφαλής θέση’] | |
| 37524 | οχύρωμα | [ὀχύρωμα] ο-χύ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {οχυρώμ-ατος | -ατα, -άτων}: κάθε οχυρωματικό έργο, οχυρό: πρόχειρο ~. ~ της πόλης. Πβ. οχύρωση, προπύργιο, τείχισμα. [< αρχ. ὀχύρωμα] | |
| 37525 | οχυρωματικός | , ή, ό [ὀχυρωματικός] ο-χυ-ρω-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την οχύρωση ή/και τα οχυρώματα: ~ός: περίβολος/πύργος. ~ή: γραμμή/κατασκευή/προστασία/τεχνική. ~ές: θέσεις. ~ά: έργα/τείχη. ΣΥΝ. οχυρωτικός ● Ουσ.: οχυρωματική (η) (παλαιότ.): ενν. τέχνη ή αρχιτεκτονική: βυζαντινή ~. | |
| 37526 | οχυρώνω | [ὀχυρώνω] ο-χυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {οχύρω-σε, οχυρώ-θηκε, -μένος, οχυρών-οντας} 1. (παλαιότ.) ενισχύω θέση, στρατηγικής συνήθ. σημασίας, με οχυρωματικά έργα, ώστε να αποτρέψω εισβολή. Πβ. (περι)τειχίζω. 2. (μτφ.) εφοδιάζω με τα κατάλληλα μέσα, για να διαφυλάξω κάτι σημαντικό ή πολύτιμο: Η καλή διατροφή ~ει τον οργανισμό ενάντια στους ιούς. Η χώρα ~θηκε, για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση. Πβ. θωρακίζω, οπλίζω. ● Παθ.: οχυρώνομαι 1. προστατεύομαι πίσω από οχυρό ή γενικότ. από σημείο που μου παρέχει ασφάλεια: Ο φόβος τούς έκανε να ~θούν στα σπίτια τους (πβ. ταμπουρώνομαι). ~μένος: οικισμός. ~μένο: κάστρο/φρούριο. Φυσικά ~μένη τοποθεσία. 2. (μτφ., + πίσω από) χρησιμοποιώ κάτι ως δικαιολογία ή πρόφαση προκειμένου να διασφαλίσω τη θέση μου ή να αμυνθώ: ~θηκε πίσω από το επιχείρημα ότι ... [< 1: μτγν. ὀχυρῶ] | |
| 37527 | οχύρωση | [ὀχύρωση] ο-χύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του οχυρώνω και συνεκδ. το σύνολο των οχυρωματικών έργων: αμυντική/ισχυρή/φυσική ~. ~ της ακρόπολης/του κάστρου/του λόφου/της πόλης/των συνόρων/του φρουρίου. ~ με τείχη (= περιτείχιση). Πβ. οχύρωμα.|| (ΙΣΤ.-ΑΡΧΑΙΟΛ.) Βυζαντινές/ενετικές/μεσαιωνικές ~ώσεις. Ερείπια ~ης.|| (μτφ.) ~ του οργανισμού ενάντια στο άγχος. Πβ. ενίσχυση, θωράκιση. [< μτγν. ὀχύρωσις] | |
| 37528 | οχυρωτικός | , ή, ό [ὀχυρωτικός] ο-χυ-ρω-τι-κός επίθ. (σπάν.): οχυρωματικός. [< μτγν. ὀχυρωτικός] | |
| 37529 | οψέποτε | [ὀψέποτε] ο-ψέ-πο-τε επίρρ. (σπάν.-λόγ.) : οποιαδήποτε στιγμή στο μέλλον: Θα προχωρήσουμε ~ αυτό κριθεί σκόπιμο. [< μτγν. φρ. ὀψέ ποτε] | |
| 37530 | όψη | [ὄψη] ό-ψη ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των ορατών εξωτερικών χαρακτηριστικών, μορφή, εμφάνιση: εσωτερική ~. Η γενική ~ του οικοδομήματος. Η αρχιτεκτονική ~ οικισμού. Πανοραμική ~ του νησιού. Με τα έργα η γειτονιά άλλαξε ~ και εκμοντερνίστηκε. Βελτίωση της όψης του κήπου/σπιτιού.|| (μτφ.) Η βραδινή ~ της πόλης.|| Κρέμα που δίνει λεία/ομοιόμορφη ~ στην επιδερμίδα.|| Πλακάκια με ~ ξύλου. 2. εμφανής πλευρά, επιφάνεια: κύρια/μπροστινή (= κάτοψη)/πλαϊνή ~. Ανατολική/βόρεια/δυτική/νότια ~ του ναού. Η κοινή ~ των κερμάτων ευρώ. Ανάπλαση της όψης του κτιρίου. Οι όροι του εισιτηρίου αναγράφονται στην οπίσθια ~ του. Βλ. πρόσοψη. 3. (μτφ.) οπτική γωνία, διάσταση: Η άγνωστη/αθέατη/κρυφή ~ των γεγονότων. Όψεις της ιστορίας/της οικονομίας/του πολιτισμού. Οι αντιφατικές όψεις του προβλήματος. Προσπάθησε να δεις την καλή ~ των πραγμάτων. Πβ. πτυχή. 4. έκφραση του προσώπου, ύφος: άγρια/αποκρουστική/γαλήνια/θλιβερή/θλιμμένη/κουρασμένη ~. Χάθηκε το χαμόγελο από την ~ του. Πβ. θωριά, κοψιά. 5. (στην αισθητική οδοντιατρική) λεπτή επικάλυψη που συγκολλάται στην πρόσθια επιφάνεια δοντιού ή δοντιών με σκοπό τη διόρθωση του σχήματος ή/και τη λεύκανση: (ολο)κεραμικές όψεις. ~ πορσελάνης/ρητίνης. 6. ΠΛΗΡΟΦ. εικονικός πίνακας, υποσύνολο της βάσης δεδομένων. 7. ΓΛΩΣΣ. ποιόν ενεργείας: συνοπτική (ρηματική) ~. ΣΥΝ. άποψη (4), τρόπος (5) 8. ΑΣΤΡΟΛ. η απόσταση μεταξύ δύο πλανητών υπολογισμένη σε μοίρες του ζωδιακού κύκλου. ● ΣΥΜΠΛ.: λογαριασμός όψεως βλ. λογαριασμός ● ΦΡ.: διπλής όψης/όψεως & δύο όψεων: που έχει ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από τις δύο πλευρές: αντίγραφο/αφίσα/εκτύπωση/μαξιλάρι/μπουφάν/σάρωση ~ ~. Πβ. μπρος πίσω, ντουμπλ φας., εκ πρώτης όψεως/όψης (λόγ.): με μια πρώτη, επιφανειακή ματιά, όπως φαίνεται: Το πρόβλημα δεν είναι τόσο μεγάλο όσο μοιάζει ~ ~. ~ ~ δείχνει απότομος, αλλά κατά βάθος είναι ευγενικός., εξ όψεως (λόγ.): εμφανισιακά· με μια πρώτη ματιά: Τον γνωρίζω μόνο ~ ~ (= φατσικά), αλλά δεν έχουμε μιλήσει.|| Οι δύο έννοιες συνδεέονται άμεσα μεταξύ τους, ~ ~ μόνο διαφέρουν. Βλ. εξ ακοής., η άλλη όψη/πλευρά βλ. άλλος, η μια/η άλλη όψη/πλευρά του νομίσματος βλ. νόμισμα, νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν βλ. νίπτω, οι δύο/διαφορετικές όψεις/πλευρές του (ίδιου) νομίσματος βλ. νόμισμα [< αρχ. ὄψις ‘όραση, θέα, εμφάνιση, οπτασία’, γαλλ. aspect, face, 6: αγγλ. view] | |
| 37531 | οψιανός | [ὀψιανός] ο-ψι-α-νός ουσ. (αρσ.) & οψιδιανός: ΟΡΥΚΤ. σκουρόχρωμο ηφαιστειογενές πέτρωμα υαλώδους υφής που δημιουργείται από τη στερεοποίηση μάγματος και χρησιμοποιόταν ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους κυρ. για την κατασκευή εργαλείων και όπλων: μαύρος ~. [< μτγν. ὀψιανός < λατ. obsidianus lapis < ανθρ. Obsius] | |
| 37532 | οψιγενής | , ής, ές [ὀψιγενής] ο-ψι-γε-νής επίθ. (λόγ.): που δημιουργήθηκε ή εμφανίστηκε εκ των υστέρων ή καθυστερημένα: (ΝΟΜ.) Στη δίκη προσκομίστηκαν νεότερα, ~ή στοιχεία. (ΛΟΓΙΣΤ.) ~ή γεγονότα οικονομικής κατάστασης (: που ανέκυψαν µετά την ηµεροµηνία π.χ. ισολογισµού). Πβ. μεταγενέστερος. Βλ. -γενής. [< μεσν. οψιγενής] | |
| 37533 | οψιμαθής | , ής, ές [ὀψιμαθής] ο-ψι-μα-θής επίθ. (αρχαιοπρ.): που απέκτησε κάποιες γνώσεις σε μεγάλη ηλικία. Βλ. -μαθής. [< αρχ. ὀψιμαθής] | |
| 37534 | όψιμος | , η, ο [ὄψιμος] ό-ψι-μος επίθ. 1. που συμβαίνει ή εκδηλώνεται μετά από την αναμενόμενη χρονική στιγμή ή περίοδο, καθυστερημένα: ~η: ανακάλυψη/ανησυχία/έναρξη. ~ο: καλοκαίρι. ~ες: αντιδράσεις/επιπλοκές.|| (ειρων.) ~η: ευαισθησία. ~ο: ενδιαφέρον.|| (μειωτ., για πρόσ.) ~οι: αγωνιστές/επαναστάτες (πβ. νεόκοπος, νεοφανής). Παρουσιάζονται ως ~οι σωτήρες.|| (ειδικότ., για καρπούς που ωρίμασαν αργά) ~η: ποικιλία (πορτοκαλιών· ΑΝΤ. πρώιμος). ~ες: πατάτες. (κατ' επέκτ.) ~η: σπορά. Ορεινές και ~ες περιοχές. ΑΝΤ. πρόωρος 2. που εμφανίζεται κατά την τελευταία φάση μιας εποχής ή περιόδου καλλιτεχνικής δημιουργίας: ~ος: Μεσαίωνας. ~η: αρχαιότητα/Ενετοκρατία.|| Τα ~α έργα του ποιητή ... ΣΥΝ. ύστερος ● επίρρ.: όψιμα & (λόγ.) οψίμως [< αρχ. ὄψιμος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ