| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37530 | όψη | [ὄψη] ό-ψη ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των ορατών εξωτερικών χαρακτηριστικών, μορφή, εμφάνιση: εσωτερική ~. Η γενική ~ του οικοδομήματος. Η αρχιτεκτονική ~ οικισμού. Πανοραμική ~ του νησιού. Με τα έργα η γειτονιά άλλαξε ~ και εκμοντερνίστηκε. Βελτίωση της όψης του κήπου/σπιτιού.|| (μτφ.) Η βραδινή ~ της πόλης.|| Κρέμα που δίνει λεία/ομοιόμορφη ~ στην επιδερμίδα.|| Πλακάκια με ~ ξύλου. 2. εμφανής πλευρά, επιφάνεια: κύρια/μπροστινή (= κάτοψη)/πλαϊνή ~. Ανατολική/βόρεια/δυτική/νότια ~ του ναού. Η κοινή ~ των κερμάτων ευρώ. Ανάπλαση της όψης του κτιρίου. Οι όροι του εισιτηρίου αναγράφονται στην οπίσθια ~ του. Βλ. πρόσοψη. 3. (μτφ.) οπτική γωνία, διάσταση: Η άγνωστη/αθέατη/κρυφή ~ των γεγονότων. Όψεις της ιστορίας/της οικονομίας/του πολιτισμού. Οι αντιφατικές όψεις του προβλήματος. Προσπάθησε να δεις την καλή ~ των πραγμάτων. Πβ. πτυχή. 4. έκφραση του προσώπου, ύφος: άγρια/αποκρουστική/γαλήνια/θλιβερή/θλιμμένη/κουρασμένη ~. Χάθηκε το χαμόγελο από την ~ του. Πβ. θωριά, κοψιά. 5. (στην αισθητική οδοντιατρική) λεπτή επικάλυψη που συγκολλάται στην πρόσθια επιφάνεια δοντιού ή δοντιών με σκοπό τη διόρθωση του σχήματος ή/και τη λεύκανση: (ολο)κεραμικές όψεις. ~ πορσελάνης/ρητίνης. 6. ΠΛΗΡΟΦ. εικονικός πίνακας, υποσύνολο της βάσης δεδομένων. 7. ΓΛΩΣΣ. ποιόν ενεργείας: συνοπτική (ρηματική) ~. ΣΥΝ. άποψη (4), τρόπος (5) 8. ΑΣΤΡΟΛ. η απόσταση μεταξύ δύο πλανητών υπολογισμένη σε μοίρες του ζωδιακού κύκλου. ● ΣΥΜΠΛ.: λογαριασμός όψεως βλ. λογαριασμός ● ΦΡ.: διπλής όψης/όψεως & δύο όψεων: που έχει ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από τις δύο πλευρές: αντίγραφο/αφίσα/εκτύπωση/μαξιλάρι/μπουφάν/σάρωση ~ ~. Πβ. μπρος πίσω, ντουμπλ φας., εκ πρώτης όψεως/όψης (λόγ.): με μια πρώτη, επιφανειακή ματιά, όπως φαίνεται: Το πρόβλημα δεν είναι τόσο μεγάλο όσο μοιάζει ~ ~. ~ ~ δείχνει απότομος, αλλά κατά βάθος είναι ευγενικός., εξ όψεως (λόγ.): εμφανισιακά· με μια πρώτη ματιά: Τον γνωρίζω μόνο ~ ~ (= φατσικά), αλλά δεν έχουμε μιλήσει.|| Οι δύο έννοιες συνδεέονται άμεσα μεταξύ τους, ~ ~ μόνο διαφέρουν. Βλ. εξ ακοής., η άλλη όψη/πλευρά βλ. άλλος, η μια/η άλλη όψη/πλευρά του νομίσματος βλ. νόμισμα, νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν βλ. νίπτω, οι δύο/διαφορετικές όψεις/πλευρές του (ίδιου) νομίσματος βλ. νόμισμα [< αρχ. ὄψις ‘όραση, θέα, εμφάνιση, οπτασία’, γαλλ. aspect, face, 6: αγγλ. view] | |
| 37531 | οψιανός | [ὀψιανός] ο-ψι-α-νός ουσ. (αρσ.) & οψιδιανός: ΟΡΥΚΤ. σκουρόχρωμο ηφαιστειογενές πέτρωμα υαλώδους υφής που δημιουργείται από τη στερεοποίηση μάγματος και χρησιμοποιόταν ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους κυρ. για την κατασκευή εργαλείων και όπλων: μαύρος ~. [< μτγν. ὀψιανός < λατ. obsidianus lapis < ανθρ. Obsius] | |
| 37532 | οψιγενής | , ής, ές [ὀψιγενής] ο-ψι-γε-νής επίθ. (λόγ.): που δημιουργήθηκε ή εμφανίστηκε εκ των υστέρων ή καθυστερημένα: (ΝΟΜ.) Στη δίκη προσκομίστηκαν νεότερα, ~ή στοιχεία. (ΛΟΓΙΣΤ.) ~ή γεγονότα οικονομικής κατάστασης (: που ανέκυψαν µετά την ηµεροµηνία π.χ. ισολογισµού). Πβ. μεταγενέστερος. Βλ. -γενής. [< μεσν. οψιγενής] | |
| 37533 | οψιμαθής | , ής, ές [ὀψιμαθής] ο-ψι-μα-θής επίθ. (αρχαιοπρ.): που απέκτησε κάποιες γνώσεις σε μεγάλη ηλικία. Βλ. -μαθής. [< αρχ. ὀψιμαθής] | |
| 37534 | όψιμος | , η, ο [ὄψιμος] ό-ψι-μος επίθ. 1. που συμβαίνει ή εκδηλώνεται μετά από την αναμενόμενη χρονική στιγμή ή περίοδο, καθυστερημένα: ~η: ανακάλυψη/ανησυχία/έναρξη. ~ο: καλοκαίρι. ~ες: αντιδράσεις/επιπλοκές.|| (ειρων.) ~η: ευαισθησία. ~ο: ενδιαφέρον.|| (μειωτ., για πρόσ.) ~οι: αγωνιστές/επαναστάτες (πβ. νεόκοπος, νεοφανής). Παρουσιάζονται ως ~οι σωτήρες.|| (ειδικότ., για καρπούς που ωρίμασαν αργά) ~η: ποικιλία (πορτοκαλιών· ΑΝΤ. πρώιμος). ~ες: πατάτες. (κατ' επέκτ.) ~η: σπορά. Ορεινές και ~ες περιοχές. ΑΝΤ. πρόωρος 2. που εμφανίζεται κατά την τελευταία φάση μιας εποχής ή περιόδου καλλιτεχνικής δημιουργίας: ~ος: Μεσαίωνας. ~η: αρχαιότητα/Ενετοκρατία.|| Τα ~α έργα του ποιητή ... ΣΥΝ. ύστερος ● επίρρ.: όψιμα & (λόγ.) οψίμως [< αρχ. ὄψιμος] | |
| 37535 | οψιμότητα | [ὀψιμότητα] ο-ψι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του όψιμου: ~ του βλαστικού κύκλου. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. πρωιμότητα | |
| 37536 | οψίνη | [ὀψίνη] ο-ψί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. φωτοευαίσθητη πρωτεΐνη των κωνίων του αμφιβληστροειδούς χιτώνα. Βλ. ροδ~. [< αγγλ. opsin, 1951, γαλλ. opsine, πριν από το 1969] | |
| 37537 | οψιόν | [ὀψιόν] ο-ψιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. σύμβαση που παρέχει το δικαίωμα, αλλά όχι και την υποχρέωση, αγοράς ή πώλησης ενός εμπορεύματος, αγαθού ή χρηματοπιστωτικού μέσου σε συγκεκριμένη τιμή και σε καθορισμένη ημερομηνία ή πριν από αυτήν (με αντάλλαγμα ένα πριμ): ~ ανανέωσης/επέκτασης. Πβ. δικαίωμα προαίρεσης.|| (κατ' επέκτ., κυρ. για παίκτη ποδοσφαίρου, μπάσκετ) ~ αγοράς στο συμβόλαιο. [< γαλλ. option] | |
| 58755 | όψομαι | [ὄψομαι] ό-ψο-μαι ρ. (αμτβ.) (αρχαιοπρ.): θα δω. Κυρ. στις ● ΦΡ.: ας όψεται/όψονται: για να δηλωθεί ο υπεύθυνος ή η αιτία μιας αρνητικής κατάστασης: ας όψεται ο αίτιος. Έχουμε μήνες να ιδωθούμε. Ας όψεται η δουλειά. Πάλι ξενύχτησα χθες· ας όψονται οι κακές παρέες., οψόμεθα! (λόγ.) 1. θα δούμε, ας περιμένουμε: -Τι νομίζεις ότι θα γίνει; -Τι να σου πω, ~! ~ για τη συνέχεια. ΣΥΝ. ίδωμεν 2. (απειλητ.) (κάποια στιγμή) θα λογαριαστούμε, θα τα πούμε. [< μέλλ. του ρ. ὁρῶ] | |
| 37538 | π | 1. (πρόφ. πι) το δέκατο έκτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [p]: ~ κεφαλαίο (Π). ~ μικρό (π). Πβ. πι. Βλ. δίψηφος, σύμφωνο. 2. ογδοηκοστός: (συνήθ. με τόνο π΄/Π') Κεφάλαιο/εδάφιο ΠΔ΄(= ογδοηκοστό τέταρτο). 3. ΦΙΛΟΛ. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Π ή ,π:) ογδόντα χιλιάδες. [< αρχ. Π, μεσν. π] | |
| 37539 | π. | : πατήρ (συντομ. για κληρικό). | |
| 40048 | Π.Ε.Ρ.ΠΟ. | (η): Περιοχή Ειδικά Ρυθμιζόμενης Πολεοδόμησης. | |
| 39475 | Π.ΕΝ.Ε.Δ. | (το): Πρόγραμμα Ενίσχυσης Ερευνητικού Δυναμικού. | |
| 41188 | Π.Ο.Ε.ΔΗ.Ν. | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Δημοσίων Νοσοκομείων. | |
| 41191 | Π.Ο.Ε.ΣΥ. | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Συντακτών. | |
| 41763 | Π.ΟΜ.ΙΔ.Α. | (η): Πανελλήνιος Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων. | |
| 37540 | π1 | : ΜΑΘ. σταθερά που ορίζεται από το πηλίκο της περιφέρειας ενός κύκλου διά της διαμέτρου του και έχει τιμή κατά προσέγγιση 3,14159. | |
| 37541 | ΠΑ | 1. (η) Πολεμική Αεροπορία. 2. (το) Πανεπιστήμιο Αιγαίου. 3. (σε επίσημες γραπτές προσκλήσεις) Παρακαλώ Απαντήστε. | |
| 37542 | πα' | βλ. πηγαίνω | |
| 38136 | πα-ντε-ντε | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (στο κλασικό μπαλέτο) χορός ή τμήμα χορογραφίας για δύο χορευτές. [< γαλλ. pas de deux] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ