| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 38227 | ΠΑ.ΠΕΙ. | (το): Πανεπιστήμιο Πειραιώς (πρώην ΑΒΣΠ). | |
| 39072 | ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ. | (η): Πανελλήνια Συνομοσπονδία Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών. | |
| 39089 | ΠΑ.Σ.ΠΑ. | (ο): Πανελλήνιος Σύλλογος Παραπληγικών. | |
| 37543 | πα1 | επιφών.: κυρ. στη ● ΦΡ.: ά πα-πα βλ. α [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 37544 | πα2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. ο πρώτος φθόγγος της βυζαντινής μουσικής κλίμακας που αντιστοιχεί στη νότα ρε της ευρωπαϊκής. Βλ. βου2, γα, δι, κε, ζω2, νη. | |
| 37545 | πααίνω | βλ. παγαίνω | |
| 37546 | πάβλοβα | πά-βλο-βα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό από την Αυστραλία που αποτελείται από ένα μεγάλο κομμάτι μαρέγκας, γεμισμένο με κρέμα σαντιγί και γαρνιρισμένο με φρούτα. [< αγγλ. pavlova, 1927, ρωσ. ανθρ. A. Pavlova] | |
| 37547 | παγ- | & πάγ- βλ. παν- | |
| 37548 | παγαίνω | πα-γαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μόνο στο θ. του ενεστ.} & πααίνω (λαϊκό): πηγαίνω. [< μεσν. παγαίνω] | |
| 37549 | παγάκια | πα-γά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. παγάκι}: μικρά κομμάτια πάγου, συνήθ. σε σχήμα κύβου, που παγώνουν στην κατάψυξη, σε ειδικές θήκες: σακούλες για ~. Το ούζο πίνεται σκέτο, με νερό ή ~. Βλ. παγοθήκη, παγοκυψέλες. | |
| 37550 | παγάνα | πα-γά-να ουσ. (θηλ.) 1. ομαδικό και οργανωμένο κυνήγι θηραμάτων ή σπανιότ. καταδίωξη και παγίδευση ανθρώπων: Έστησαν ~ και περίμεναν. Βλ. καρτέρι. ΣΥΝ. παγανιά 2. (συνεκδ.) ομάδα κυνηγών που οργανώνουν τη σχετική δραστηριότητα ή συμμετέχουν σε αυτή. | |
| 37551 | παγανιά | πα-γα-νιά ουσ. (θηλ.): (λαϊκό) παγάνα. ● ΦΡ.: βγαίνω/στήνω παγανιά (προφ.): καταδιώκω κάποιον ή κάτι και κατ' επέκτ. επιδιώκω μεθοδευμένα την επίτευξη στόχου. [< μεσν. παγανέα] | |
| 37552 | παγανισμός | πα-γα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. ειδωλολατρία. Βλ. -ισμός, νεο~, πολυθεϊσμός. [< γαλλ. paganisme] | |
| 37553 | παγανιστής | πα-γα-νι-στής ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. παγανίστρια}: οπαδός του παγανισμού. Πβ. ειδωλολάτρης, πολυθεϊστής. Βλ. νεο~. [< αγγλ. paganist] | |
| 37554 | παγανιστικός | , ή, ό πα-γα-νι-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον παγανισμό: ~ός: ναός/χορός. ~ή: εορτή/θεότητα/λατρεία/παράδοση/τελετή. ~ές: θρησκείες. ~ά: έθιμα. Πβ. ειδωλολατρ-, πολυθεϊστ-ικός. Βλ. νεο~. ● επίρρ.: παγανιστικά [< αγγλ. paganistic, 1933] | |
| 37555 | παγανό | πα-γα-νό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & παγανός (ο): ΛΑΟΓΡ. καλικάντζαρος. [< μτγν. παγανός 'χωρικός'] | |
| 37556 | παγαπόντης | βλ. μπαγαπόντης | |
| 37557 | παγαποντιά | βλ. μπαγαποντιά | |
| 37558 | παγερός | , ή, ό πα-γε-ρός επίθ. 1. πολύ κρύος, παγωμένος: ~ός: αέρας/χειμώνας. ~ή: νύχτα. Βλ. -ερός. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη συναισθηματικότητας, ψυχρός, απαθής: ~ός: άνθρωπος (= ασυγκίνητος).|| ~ή: αδιαφορία (= απόλυτη)/ατμόσφαιρα/ματιά/υποδοχή. ~ό: βλέμμα/ύφος/χαμόγελο. Στην αίθουσα είχε απλωθεί ~ή σιωπή (: δεν μιλούσε κανείς). ΑΝΤ. εγκάρδιος ● επίρρ.: παγερά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: (μτφ.) Το όλο ζήτημα με αφήνει ~ αδιάφορο. [< 1: μτγν. παγερός, γαλλ. glacial] | |
| 37559 | παγερότητα | πα-γε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του παγερού. Βλ. -ότητα. | |