| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 37535 | οψιμότητα | [ὀψιμότητα] ο-ψι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του όψιμου: ~ του βλαστικού κύκλου. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. πρωιμότητα | |
| 37536 | οψίνη | [ὀψίνη] ο-ψί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. φωτοευαίσθητη πρωτεΐνη των κωνίων του αμφιβληστροειδούς χιτώνα. Βλ. ροδ~. [< αγγλ. opsin, 1951, γαλλ. opsine, πριν από το 1969] | |
| 37537 | οψιόν | [ὀψιόν] ο-ψιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. σύμβαση που παρέχει το δικαίωμα, αλλά όχι και την υποχρέωση, αγοράς ή πώλησης ενός εμπορεύματος, αγαθού ή χρηματοπιστωτικού μέσου σε συγκεκριμένη τιμή και σε καθορισμένη ημερομηνία ή πριν από αυτήν (με αντάλλαγμα ένα πριμ): ~ ανανέωσης/επέκτασης. Πβ. δικαίωμα προαίρεσης.|| (κατ' επέκτ., κυρ. για παίκτη ποδοσφαίρου, μπάσκετ) ~ αγοράς στο συμβόλαιο. [< γαλλ. option] | |
| 58755 | όψομαι | [ὄψομαι] ό-ψο-μαι ρ. (αμτβ.) (αρχαιοπρ.): θα δω. Κυρ. στις ● ΦΡ.: ας όψεται/όψονται: για να δηλωθεί ο υπεύθυνος ή η αιτία μιας αρνητικής κατάστασης: ας όψεται ο αίτιος. Έχουμε μήνες να ιδωθούμε. Ας όψεται η δουλειά. Πάλι ξενύχτησα χθες· ας όψονται οι κακές παρέες., οψόμεθα! (λόγ.) 1. θα δούμε, ας περιμένουμε: -Τι νομίζεις ότι θα γίνει; -Τι να σου πω, ~! ~ για τη συνέχεια. ΣΥΝ. ίδωμεν 2. (απειλητ.) (κάποια στιγμή) θα λογαριαστούμε, θα τα πούμε. [< μέλλ. του ρ. ὁρῶ] | |
| 37538 | π | 1. (πρόφ. πι) το δέκατο έκτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [p]: ~ κεφαλαίο (Π). ~ μικρό (π). Πβ. πι. Βλ. δίψηφος, σύμφωνο. 2. ογδοηκοστός: (συνήθ. με τόνο π΄/Π') Κεφάλαιο/εδάφιο ΠΔ΄(= ογδοηκοστό τέταρτο). 3. ΦΙΛΟΛ. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Π ή ,π:) ογδόντα χιλιάδες. [< αρχ. Π, μεσν. π] | |
| 37539 | π. | : πατήρ (συντομ. για κληρικό). | |
| 40048 | Π.Ε.Ρ.ΠΟ. | (η): Περιοχή Ειδικά Ρυθμιζόμενης Πολεοδόμησης. | |
| 39475 | Π.ΕΝ.Ε.Δ. | (το): Πρόγραμμα Ενίσχυσης Ερευνητικού Δυναμικού. | |
| 41188 | Π.Ο.Ε.ΔΗ.Ν. | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Δημοσίων Νοσοκομείων. | |
| 41191 | Π.Ο.Ε.ΣΥ. | (η): Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Συντακτών. | |
| 41763 | Π.ΟΜ.ΙΔ.Α. | (η): Πανελλήνιος Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων. | |
| 37540 | π1 | : ΜΑΘ. σταθερά που ορίζεται από το πηλίκο της περιφέρειας ενός κύκλου διά της διαμέτρου του και έχει τιμή κατά προσέγγιση 3,14159. | |
| 37541 | ΠΑ | 1. (η) Πολεμική Αεροπορία. 2. (το) Πανεπιστήμιο Αιγαίου. 3. (σε επίσημες γραπτές προσκλήσεις) Παρακαλώ Απαντήστε. | |
| 37542 | πα' | βλ. πηγαίνω | |
| 38136 | πα-ντε-ντε | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (στο κλασικό μπαλέτο) χορός ή τμήμα χορογραφίας για δύο χορευτές. [< γαλλ. pas de deux] | |
| 38227 | ΠΑ.ΠΕΙ. | (το): Πανεπιστήμιο Πειραιώς (πρώην ΑΒΣΠ). | |
| 39072 | ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ. | (η): Πανελλήνια Συνομοσπονδία Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών. | |
| 39089 | ΠΑ.Σ.ΠΑ. | (ο): Πανελλήνιος Σύλλογος Παραπληγικών. | |
| 37543 | πα1 | επιφών.: κυρ. στη ● ΦΡ.: ά πα-πα βλ. α [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 37544 | πα2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. ο πρώτος φθόγγος της βυζαντινής μουσικής κλίμακας που αντιστοιχεί στη νότα ρε της ευρωπαϊκής. Βλ. βου2, γα, δι, κε, ζω2, νη. | |