Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38140-38160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38227ΠΑ.ΠΕΙ.(το): Πανεπιστήμιο Πειραιώς (πρώην ΑΒΣΠ).
39072ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ.(η): Πανελλήνια Συνομοσπονδία Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών.
39089ΠΑ.Σ.ΠΑ.(ο): Πανελλήνιος Σύλλογος Παραπληγικών.
37543πα1επιφών.: κυρ. στη ● ΦΡ.: ά πα-πα βλ. α [< λ. ηχομιμητ.]
37544πα2ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. ο πρώτος φθόγγος της βυζαντινής μουσικής κλίμακας που αντιστοιχεί στη νότα ρε της ευρωπαϊκής. Βλ. βου2, γα, δι, κε, ζω2, νη.
37545πααίνωβλ. παγαίνω
37546πάβλοβαπά-βλο-βα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό από την Αυστραλία που αποτελείται από ένα μεγάλο κομμάτι μαρέγκας, γεμισμένο με κρέμα σαντιγί και γαρνιρισμένο με φρούτα. [< αγγλ. pavlova, 1927, ρωσ. ανθρ. A. Pavlova]
37547παγ-& πάγ- βλ. παν-
37548παγαίνωπα-γαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μόνο στο θ. του ενεστ.} & πααίνω (λαϊκό): πηγαίνω. [< μεσν. παγαίνω]
37549παγάκιαπα-γά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. παγάκι}: μικρά κομμάτια πάγου, συνήθ. σε σχήμα κύβου, που παγώνουν στην κατάψυξη, σε ειδικές θήκες: σακούλες για ~. Το ούζο πίνεται σκέτο, με νερό ή ~. Βλ. παγοθήκη, παγοκυψέλες.
37550παγάναπα-γά-να ουσ. (θηλ.) 1. ομαδικό και οργανωμένο κυνήγι θηραμάτων ή σπανιότ. καταδίωξη και παγίδευση ανθρώπων: Έστησαν ~ και περίμεναν. Βλ. καρτέρι. ΣΥΝ. παγανιά 2. (συνεκδ.) ομάδα κυνηγών που οργανώνουν τη σχετική δραστηριότητα ή συμμετέχουν σε αυτή.
37551παγανιάπα-γα-νιά ουσ. (θηλ.): (λαϊκό) παγάνα. ● ΦΡ.: βγαίνω/στήνω παγανιά (προφ.): καταδιώκω κάποιον ή κάτι και κατ' επέκτ. επιδιώκω μεθοδευμένα την επίτευξη στόχου. [< μεσν. παγανέα]
37552παγανισμόςπα-γα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. ειδωλολατρία. Βλ. -ισμός, νεο~, πολυθεϊσμός. [< γαλλ. paganisme]
37553παγανιστήςπα-γα-νι-στής ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. παγανίστρια}: οπαδός του παγανισμού. Πβ. ειδωλολάτρης, πολυθεϊστής. Βλ. νεο~. [< αγγλ. paganist]
37554παγανιστικός, ή, ό πα-γα-νι-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον παγανισμό: ~ός: ναός/χορός. ~ή: εορτή/θεότητα/λατρεία/παράδοση/τελετή. ~ές: θρησκείες. ~ά: έθιμα. Πβ. ειδωλολατρ-, πολυθεϊστ-ικός. Βλ. νεο~. ● επίρρ.: παγανιστικά [< αγγλ. paganistic, 1933]
37555παγανόπα-γα-νό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & παγανός (ο): ΛΑΟΓΡ. καλικάντζαρος. [< μτγν. παγανός 'χωρικός']
37556παγαπόντηςβλ. μπαγαπόντης
37557παγαποντιάβλ. μπαγαποντιά
37558παγερός, ή, ό πα-γε-ρός επίθ. 1. πολύ κρύος, παγωμένος: ~ός: αέρας/χειμώνας. ~ή: νύχτα. Βλ. -ερός. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη συναισθηματικότητας, ψυχρός, απαθής: ~ός: άνθρωπος (= ασυγκίνητος).|| ~ή: αδιαφορία (= απόλυτη)/ατμόσφαιρα/ματιά/υποδοχή. ~ό: βλέμμα/ύφος/χαμόγελο. Στην αίθουσα είχε απλωθεί ~ή σιωπή (: δεν μιλούσε κανείς). ΑΝΤ. εγκάρδιος ● επίρρ.: παγερά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: (μτφ.) Το όλο ζήτημα με αφήνει ~ αδιάφορο. [< 1: μτγν. παγερός, γαλλ. glacial]
37559παγερότηταπα-γε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του παγερού. Βλ. -ότητα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.