| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37545 | πααίνω | βλ. παγαίνω | |
| 37546 | πάβλοβα | πά-βλο-βα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό από την Αυστραλία που αποτελείται από ένα μεγάλο κομμάτι μαρέγκας, γεμισμένο με κρέμα σαντιγί και γαρνιρισμένο με φρούτα. [< αγγλ. pavlova, 1927, ρωσ. ανθρ. A. Pavlova] | |
| 37547 | παγ- | & πάγ- βλ. παν- | |
| 37548 | παγαίνω | πα-γαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μόνο στο θ. του ενεστ.} & πααίνω (λαϊκό): πηγαίνω. [< μεσν. παγαίνω] | |
| 37549 | παγάκια | πα-γά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. παγάκι}: μικρά κομμάτια πάγου, συνήθ. σε σχήμα κύβου, που παγώνουν στην κατάψυξη, σε ειδικές θήκες: σακούλες για ~. Το ούζο πίνεται σκέτο, με νερό ή ~. Βλ. παγοθήκη, παγοκυψέλες. | |
| 37550 | παγάνα | πα-γά-να ουσ. (θηλ.) 1. ομαδικό και οργανωμένο κυνήγι θηραμάτων ή σπανιότ. καταδίωξη και παγίδευση ανθρώπων: Έστησαν ~ και περίμεναν. Βλ. καρτέρι. ΣΥΝ. παγανιά 2. (συνεκδ.) ομάδα κυνηγών που οργανώνουν τη σχετική δραστηριότητα ή συμμετέχουν σε αυτή. | |
| 37551 | παγανιά | πα-γα-νιά ουσ. (θηλ.): (λαϊκό) παγάνα. ● ΦΡ.: βγαίνω/στήνω παγανιά (προφ.): καταδιώκω κάποιον ή κάτι και κατ' επέκτ. επιδιώκω μεθοδευμένα την επίτευξη στόχου. [< μεσν. παγανέα] | |
| 37552 | παγανισμός | πα-γα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. ειδωλολατρία. Βλ. -ισμός, νεο~, πολυθεϊσμός. [< γαλλ. paganisme] | |
| 37553 | παγανιστής | πα-γα-νι-στής ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. παγανίστρια}: οπαδός του παγανισμού. Πβ. ειδωλολάτρης, πολυθεϊστής. Βλ. νεο~. [< αγγλ. paganist] | |
| 37554 | παγανιστικός | , ή, ό πα-γα-νι-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον παγανισμό: ~ός: ναός/χορός. ~ή: εορτή/θεότητα/λατρεία/παράδοση/τελετή. ~ές: θρησκείες. ~ά: έθιμα. Πβ. ειδωλολατρ-, πολυθεϊστ-ικός. Βλ. νεο~. ● επίρρ.: παγανιστικά [< αγγλ. paganistic, 1933] | |
| 37555 | παγανό | πα-γα-νό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & παγανός (ο): ΛΑΟΓΡ. καλικάντζαρος. [< μτγν. παγανός 'χωρικός'] | |
| 37556 | παγαπόντης | βλ. μπαγαπόντης | |
| 37557 | παγαποντιά | βλ. μπαγαποντιά | |
| 37558 | παγερός | , ή, ό πα-γε-ρός επίθ. 1. πολύ κρύος, παγωμένος: ~ός: αέρας/χειμώνας. ~ή: νύχτα. Βλ. -ερός. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη συναισθηματικότητας, ψυχρός, απαθής: ~ός: άνθρωπος (= ασυγκίνητος).|| ~ή: αδιαφορία (= απόλυτη)/ατμόσφαιρα/ματιά/υποδοχή. ~ό: βλέμμα/ύφος/χαμόγελο. Στην αίθουσα είχε απλωθεί ~ή σιωπή (: δεν μιλούσε κανείς). ΑΝΤ. εγκάρδιος ● επίρρ.: παγερά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: (μτφ.) Το όλο ζήτημα με αφήνει ~ αδιάφορο. [< 1: μτγν. παγερός, γαλλ. glacial] | |
| 37559 | παγερότητα | πα-γε-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του παγερού. Βλ. -ότητα. | |
| 37560 | παγέτες | πα-γέ-τες ουσ. (θηλ.) (οι): αστραφτερά φυλλαράκια από διάφορα υλικά (γυαλί, πλαστικό, μέταλλο) που ράβονται σε ύφασμα: στρας και ~. Φόρεμα κεντημένο με ~. [< γαλλ. paillettes] | |
| 37561 | παγετόπληκτος | , η, ο πα-γε-τό-πλη-κτος επίθ. (λόγ.): που υπέστη καταστροφές από παγετό: ~ες: περιοχές.|| (ως ουσ.) Οι ~οι (ενν. αγρότες, παραγωγοί). Βλ. -πληκτος. [< αγγλ. ice-stricken] | |
| 37562 | παγετός | πα-γε-τός ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. πτώση της θερμοκρασίας κάτω από το μηδέν, με αποτέλεσμα το πάγωμα του νερού στο φυσικό περιβάλλον: ολικός ~ (: όταν η θερμοκρασία διατηρείται επί ένα εικοσιτετράωρο κάτω από τους μηδέν βαθμούς Κελσίου). ~ ακτινοβολίας. Θα σημειωθεί ισχυρός ~ στα βορειοδυτικά. Ο ~ κατέστρεψε τα εσπεριδοειδή. Πβ. παγωνιά. Βλ. καύσωνας, ψύχος.|| Επικίνδυνη ολισθηρότητα των δρόμων από τον ~ό (πβ. πάγος). [< αρχ. παγετός] | |
| 37563 | παγετώδης | , ης, ες πα-γε-τώ-δης επίθ. {παγετώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που χαρακτηρίζεται από πολύ χαμηλή θερμοκρασία· που σχετίζεται με τον παγετό: ~εις: περιοχές.|| (ΓΕΩΛ.) ~ης: εποχή/περίοδος (= των παγετώνων). Βλ. μεσο~, μετα~, -ώδης. [< αρχ. παγετώδης ‘παγωμένος’] | |
| 37564 | παγετώνας | πα-γε-τώ-νας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΕΩΛ. μεγάλος όγκος πάγου που σχηματίστηκε από συσσωρευμένο χιόνι, κινείται με αργό και σταθερό ρυθμό και καλύπτει τεράστιες εκτάσεις της Γης, κυρ. στους πόλους της: ηπειρωτικός/ορεινός ~. Η ρωγμή του ~α. Πολικοί ~ες. Βλ. -ώνας. ● ΣΥΜΠΛ.: περίοδος/εποχές των παγετώνων & εποχή των πάγων: χρονικές περίοδοι της προϊστορίας της Γης κατά τις οποίες μεγάλες εκτάσεις της καλύπτονταν από παγετώνες. Βλ. Πλειστόκαινο. [< γαλλ. périodes glaciaires] [< γαλλ. glacier] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ