| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37560 | παγέτες | πα-γέ-τες ουσ. (θηλ.) (οι): αστραφτερά φυλλαράκια από διάφορα υλικά (γυαλί, πλαστικό, μέταλλο) που ράβονται σε ύφασμα: στρας και ~. Φόρεμα κεντημένο με ~. [< γαλλ. paillettes] | |
| 37561 | παγετόπληκτος | , η, ο πα-γε-τό-πλη-κτος επίθ. (λόγ.): που υπέστη καταστροφές από παγετό: ~ες: περιοχές.|| (ως ουσ.) Οι ~οι (ενν. αγρότες, παραγωγοί). Βλ. -πληκτος. [< αγγλ. ice-stricken] | |
| 37562 | παγετός | πα-γε-τός ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. πτώση της θερμοκρασίας κάτω από το μηδέν, με αποτέλεσμα το πάγωμα του νερού στο φυσικό περιβάλλον: ολικός ~ (: όταν η θερμοκρασία διατηρείται επί ένα εικοσιτετράωρο κάτω από τους μηδέν βαθμούς Κελσίου). ~ ακτινοβολίας. Θα σημειωθεί ισχυρός ~ στα βορειοδυτικά. Ο ~ κατέστρεψε τα εσπεριδοειδή. Πβ. παγωνιά. Βλ. καύσωνας, ψύχος.|| Επικίνδυνη ολισθηρότητα των δρόμων από τον ~ό (πβ. πάγος). [< αρχ. παγετός] | |
| 37563 | παγετώδης | , ης, ες πα-γε-τώ-δης επίθ. {παγετώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που χαρακτηρίζεται από πολύ χαμηλή θερμοκρασία· που σχετίζεται με τον παγετό: ~εις: περιοχές.|| (ΓΕΩΛ.) ~ης: εποχή/περίοδος (= των παγετώνων). Βλ. μεσο~, μετα~, -ώδης. [< αρχ. παγετώδης ‘παγωμένος’] | |
| 37564 | παγετώνας | πα-γε-τώ-νας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΕΩΛ. μεγάλος όγκος πάγου που σχηματίστηκε από συσσωρευμένο χιόνι, κινείται με αργό και σταθερό ρυθμό και καλύπτει τεράστιες εκτάσεις της Γης, κυρ. στους πόλους της: ηπειρωτικός/ορεινός ~. Η ρωγμή του ~α. Πολικοί ~ες. Βλ. -ώνας. ● ΣΥΜΠΛ.: περίοδος/εποχές των παγετώνων & εποχή των πάγων: χρονικές περίοδοι της προϊστορίας της Γης κατά τις οποίες μεγάλες εκτάσεις της καλύπτονταν από παγετώνες. Βλ. Πλειστόκαινο. [< γαλλ. périodes glaciaires] [< γαλλ. glacier] | |
| 37565 | παγετωνικός | , ή, ό πα-γε-τω-νι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με τον παγετώνα: ~ή: εποχή/κοιλάδα (βλ. φιόρδ)/λίμνη. ~ό: κάλυμμα (: πάγος που ήταν ή είναι τμήμα παγετώνα· βλ. παγοκάλυμμα). [< γαλλ. glaciaire] | |
| 37566 | παγετωνολογία | πα-γε-τω-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. κλάδος που μελετά τον πάγο, τους παγετώνες και τις παγετώδεις περιοχές. Βλ. -λογία. [< αγγλ. glaciology, γαλλ. glaciologie] | |
| 37567 | παγίδα | πα-γί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ειδική κατασκευή για αιχμαλώτιση και συνήθ. εξόντωση ζώων, πουλιών ή εντόμων: κολλητικές ~ες (βλ. ξόβεργα). Οικολογικές ~ες. ~ες κατσαρίδων/για ποντίκια (βλ. ποντικο~, φάκα). Κυνήγι με ~ες (βλ. δόκανο).|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ αιθάλης/σωματιδίων (: σύστημα επεξεργασίας καυσαερίων σε πετρελαιοκίνητα οχήματα· βλ. φίλτρο). (ΦΥΣ.) ~ ιόντων. Βλ. δίχτυ, θηλιά, κιούρτος, βραχο~, εντομο~, ηχο~, ιχθυο~, μυγο~, ονειρο~, φωτο~, χρωμο~. 2. (μτφ.) οτιδήποτε αποσκοπεί στο να ξεγελάσει ή να παραπλανήσει κάποιον· καθετί δελεαστικό ή φαινομενικά αθώο και ασήμαντο, που ενέχει, όμως, πολλούς κινδύνους: έξυπνη/καλοστημένη/ύπουλη ~. Έπεσε/πιάστηκε στην ~ του (= στο αγκίστρι, στην απόχη, στα βρόχια, στα δίχτυα, στα πλοκάμια του· βλ. τσίμπησε το ψάρι). Ξέφυγε απ' την ~ του. Απέφυγε την ~. Πβ. απάτη, δόλος, κόλπο, κομπίνα, λούμπα, φενάκη.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Απάντηση/ερώτηση/πρόβλημα-~. Θέματα-~ες. Πβ. τρικλοποδιά.|| Διατροφικές/φορολογικές ~ες. Οι ~ες ενός συμβολαίου (βλ. ψιλά γράμματα). Ο τζόγος κρύβει μεγάλες/πολλές ~ες. Προσοχή στις ~ες του διαδικτύου! (ΑΘΛ., στο μπάσκετ:) Άμυνα με ~ες. 3. (μτφ.) ό,τι μπορεί να προκαλέσει ατύχημα (συνήθ. σημείο του οδοστρώματος) ή να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή κάποιου: δρόμος γεμάτος ~ες (π.χ. λακκούβες).|| ~ες θανάτου οι αφύλακτες (ενν. σιδηροδρομικές) διαβάσεις. 4. ΠΛΗΡΟΦ. τεχνική αντιμετώπισης σφαλμάτων. ● Υποκ.: παγιδούλα (η) ● ΦΡ.: στήνω ενέδρα/καρτέρι/παγίδα βλ. στήνω [< αρχ. παγίς, μεσν. παγίδα, γαλλ. piège 4: αγγλ. trap] | |
| 37568 | παγιδάκι | βλ. παϊδάκι | |
| 37569 | παγίδευση | πα-γί-δευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. στήσιμο παγίδας, ενέδρας: ~ εντόμων/πτηνών.|| (μτφ.) ~ αυτοκινήτου (: τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού). ~ (= παρακολούθηση) τηλεφώνου. 2. εγκλωβισμός: ~ της ακτινοβολίας/των ρύπων/των σωματιδίων. (ΙΑΤΡ.) ~ νεύρου. 3. (μτφ.) εξαπάτηση, παραπλάνηση: ~ των καταναλωτών. | |
| 37570 | παγιδευτικός | , ή, ό πα-γι-δευ-τι-κός επίθ.: που παγιδεύει: ~ή: ερώτηση. (ΙΑΤΡ.) ~ές: νευροπάθειες. [< μτγν. παγιδευτικός] | |
| 37571 | παγιδεύω | πα-γι-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {παγίδευ-σε, παγιδεύ-σει, -τηκα (λόγ.) -θηκα, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -μένος} 1. εγκλωβίζω: ~τηκαν στις φλόγες. ~μένοι στα ερείπια του κτιρίου. Ανθρακωρύχοι ~μένοι σε ορυχείο.|| Το διοξείδιο του άνθρακα ~ει την ηλιακή θερμότητα.|| (μτφ.) ~μένος σε έναν φαύλο κύκλο/σε μια κατάσταση χωρίς διέξοδο/σε μια συμβατική σχέση. 2. (μτφ.) τοποθετώ εκρηκτικά ή σύστημα παρακολούθησης· γενικότ. μπλοκάρω τη λειτουργία μηχανισμού προς ίδιον όφελος: Εξερράγη ~μένο δέμα/όχημα.|| ~μένο: τηλέφωνο (βλ. κοριός). Πβ. παρακολουθώ.|| ~μένο: ATM (: για υποκλοπή πιν). 3. (μτφ.) εξαπατώ, παραπλανώ: Κατάφερε να τον ~σει με τα ψέματά της. 4. πιάνω με παγίδα: Η αράχνη τρέφεται με έντομα που ~ει στον ιστό της. [< 1: γαλλ. piéger 2: γαλλ. ~, 1962, 3,4: μτγν. παγιδεύω] | |
| 37572 | παγίδι | βλ. παΐδι | |
| 37573 | παγιοποίηση | πα-γι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. παγίωση: ~ της δημοκρατίας/ειρήνης. Πβ. εδραίωση, σταθεροποίηση. 2. ΟΙΚΟΝ. μετατροπή χρηματικού ποσού σε πάγιο: ~ κεφαλαίων/περιουσίας. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. consolidation] | |
| 37574 | παγιοποιώ | [παγιοποιῶ] πα-γι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {παγιοποιεί ... | παγιοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (επίσ.) 1. παγιώνω. 2. ΟΙΚΟΝ. μετατρέπω χρηματικό ποσό σε πάγιο κεφάλαιο. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. consolider] | |
| 37575 | πάγιος | , α, ο πά-γι-ος επίθ. 1. αμετάβλητος, μόνιμος: ~ος: στόχος. ~α: εντολή (εξόφλησης λογαριασμών)/διαδικασία/θέση/κατάσταση/πολιτική/πρακτική/συνήθεια/τακτική. ~ο: αίτημα. ~ες: απόψεις/διατάξεις. Εργαζόμενοι που καλύπτουν ~ες και διαρκείς ανάγκες. 2. ΟΙΚΟΝ. (για χρηματικό ποσό) που βρίσκεται σε καθορισμένο ύψος, σταθερό: ~α: αντιμισθία (δικηγόρου)/αποζημίωση/προκαταβολή/χρέωση. ~ο: εισόδημα. ~ες: δαπάνες. ~α: έξοδα/τέλη. ● Ουσ.: πάγια (τα): ενν. περιουσιακά στοιχεία: τα ~ της εταιρείας (: εξοπλισμός, κτιριακές εγκαταστάσεις, οχήματα)., πάγιο (το): σταθερή χρέωση που προστίθεται σε λογαριασμούς κατανάλωσης. ● επίρρ.: πάγια & (λόγ.) παγίως ● ΣΥΜΠΛ.: πάγιο κεφάλαιο: ΟΙΚΟΝ. αυτό που επενδύεται σε γη, κτίρια, εγκαταστάσεις, μηχανικό εξοπλισμό και παραμένει στην κατοχή του ιδιοκτήτη του. [< αγγλ. fixed capital] [< 1: αρχ. πάγιος 2: γαλλ. consolidé] | |
| 21162 | παγιωμενη εκφραση | [ἰδιωτισμός] ι-δι-ω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (σπάν.): ΓΛΩΣΣ. στερεότυπη/παγιωμένη φράση ή έκφραση. ΣΥΝ. ιδιωματισμός (2) [< αρχ. ἰδιωτισμός, γαλλ. idiotisme, αγγλ. idiotism] | |
| 37576 | παγιώνω | πα-γι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {παγίω-σα, παγιώ-σει, παγιώ-θηκε, παγιω-θεί, -μένος, παγιών-οντας}: καθιστώ κάτι πάγιο, σταθεροποιώ, εδραιώνω: ~θηκε η διαφορά ανάμεσα στα δύο κόμματα (δηλ. στα ποσοστά τους). Οι τιμές στην αγορά δεν έχουν ακόμη ~θεί. ~μένη: κατάσταση. ~μένες: αντιλήψεις/απόψεις. ~μένα: συμφέροντα. ΣΥΝ. παγιοποιώ (1) ΑΝΤ. αλλάζω (1), μεταβάλλω ● ΣΥΜΠΛ.: στερεότυπη/παγιωμένη φράση/έκφραση & ιδιωματική έκφραση βλ. στερεότυπος [< μτγν. παγιῶ, γαλλ. affermir, consolider] | |
| 37577 | παγίωση | πα-γί-ω-ση ουσ. (θηλ.): σταθεροποίηση, εδραίωση: ~ της ασφάλειας/της δημοκρατίας/της διαφοράς (μεταξύ δύο υποψηφίων)/της κατάστασης/της παγκόσμιας ειρήνης. ΣΥΝ. παγιοποίηση (1), στερέωση (2) [< μεσν. παγίωσις] | |
| 37578 | παγκάκι | πα-γκά-κι ουσ. (ουδ.): κάθισμα, συνήθ. ξύλινο, με ή χωρίς ράχη, για περισσότερα από ένα άτομα, που βρίσκεται ή τοποθετείται κυρ. σε δημόσιους υπαίθριους χώρους. Βλ. πάγκος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ