| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2857 | αναγαλλίδα | [ἀναγαλλίδα] α-να-γαλ-λί-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) αναγαλλίς: ΒΟΤ. γένος ετήσιων φυτών (γένος Anagallis) της οικογένειας των πριμουλιδών, τα οποία φύονται κυρίως στην Ευρώπη, την Ασία και τη Νότια Αμερική, είναι μικρού ύψους με κόκκινα, ροζ ή μπλε άνθη.[< μτγν. ἀναγαλλίς ‘γλυκάνισο’, αγγλ. anagallis] | |
| 2858 | αναγγελία | [ἀναγγελία] α-ναγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): γνωστοποίηση, ανακοίνωση συμβάντος· κατ' επέκτ. το σχετικό έντυπο: δημόσια/επίσημη/πρώτη ~. ~ απόλυσης/γάμου/θανάτου/θυελλωδών ανέμων/πρόσληψης. (ΝΟΜ.) ~ αξιόποινης πράξης προς εισαγγελική Αρχή. Πβ. δημοσιοποίηση, (εξ)αγγελία, κοινοποίηση, προ~. [< μτγν. ἀναγγελία, γαλλ. annonce, notification] | |
| 2859 | αναγγέλλω | [ἀναγγέλλω] α-ναγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.) {ανήγγειλα (προφ.) ανάγγειλα, αναγγέλλ-εται, αναγγέλ-θηκε, μτχ. -θείς, -θείσα, -θέν} (λόγ.) 1. γνωστοποιώ, ανακοινώνω κάτι σε ευρύ κύκλο ανθρώπων, επίσημα ή μη: ~ ένα ευχάριστο γεγονός. Τους ανήγγειλε την απόφασή του να ... Δεν έχει αναγγείλει ακόμα την υποψηφιότητά του. ~θηκαν τα αποτελέσματα. ~θέν: μέτρο/πρόγραμμα δράσης. Αναβάλλεται η ~θείσα συνεδρίαση. Πβ. δημοσιο-, κοινο-ποιώ, εξαγγέλλω.|| (επίσ.) ~θηκε η άφιξή του. 2. προαναγγέλλω, προμηνύω: ~εται η έλευση μιας νέας εποχής. [< αρχ. ἀναγγέλλω, γαλλ. annoncer, notifier] | |
| 2860 | αναγγελτήριο | βλ. αγγελτήριο | |
| 2861 | αναγείρω | βλ. ανεγείρω | |
| 2862 | αναγέννηση | [ἀναγέννηση] α-να-γέν-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) νέα άνθιση, ακμή ύστερα από διάστημα στασιμότητας ή παρακμής: εθνική (πβ. παλιγγενεσία)/εκπαιδευτική/ηθική/κοινωνική/οικονομική/πνευματική/πολιτική/ψυχική ~. ~ των γραμμάτων και των τεχνών/του πολιτισμού. Πβ. ανα-βίωση, -ζωογόνηση, -νέωση, επανάκαμψη, ξανάνιωμα. 2. αναδημιουργία: οικιστική/πολεοδομική ~. ~ της φύσης την άνοιξη (= ξαναζωντάνεμα). Φυσική ~ δάσους (= φυσική αναδάσωση). 3. ΙΣΤ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) περίοδος της ευρωπαϊκής ιστορίας (14ος-17ος αι.), η οποία ξεκίνησε από την Ιταλία και είχε ως κύρια γνωρίσματά της την αναβίωση της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας (ανθρωπισμός), την έκρηξη της επιστημονικής γνώσης και την άνθιση των καλών τεχνών, της ποίησης και του θεάτρου. Βλ. διαφωτισμός, μεσαίωνας. 4. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. φυσιολογική ανανέωση ή αναπλήρωση φθαρμένων, κατεστραμμένων ή απωλεσθέντων τμημάτων ενός οργανισμού: ηπατική/ιστική/οστική ~. ~ άκρων/κυτταρίνης/νεύρων. Πβ. ανάπλαση. [< 1,4: γαλλ. régénération 2: μτγν. ἀναγέννησις 3: γαλλ. renaissance] | |
| 2863 | αναγεννησιακός | , ή, ό [ἀναγεννησιακός] α-να-γεν-νη-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Αναγέννηση: ~ός: καλλιτέχνης/ρυθμός. ~ή: αρχιτεκτονική/ζωγραφική/μουσική/πόλη/τέχνη. ~ό: θέατρο/πνεύμα. [< γαλλ. renaissant] | |
| 2864 | αναγεννητής | [ἀναγεννητής] α-να-γεν-νη-τής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που συμβάλλει στην αναγέννηση ενός τομέα του πνευματικού και καλλιτεχνικού κυρ. χώρου: ~ των γραμμάτων. Πβ. αναμορφωτής. 2. ΤΕΧΝΟΛ. εναλλάκτης θερμότητας μεγάλης χωρητικότητας. 3. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. επαναλήπτης. 4. ΧΗΜ. διάλυμα που αποκαθιστά τη δραστικότητα καταλύτη. [< γαλλ. régénérateur] | |
| 2865 | αναγεννητικός | , ή, ό [ἀναγεννητικός] α-να-γεν-νη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αναγέννηση: ~ός: ρόλος. ~ή: γεωργία/ικανότητα (των φυσικών πόρων)/προσπάθεια. ~ές: τάσεις. Φύσηξε ~ άνεμος. Πβ. ανα-ζωογονητικός, -νεωτικός, -παραγωγικός. ● ΣΥΜΠΛ.: αναγεννητική ιατρική & αναπαραγωγική ιατρική: ΙΑΤΡ. που χρησιμοποιεί βλαστοκύτταρα για την αποκατάσταση της λειτουργίας οργάνων ή ιστών. Βλ. βιοϊατρική. [< αγγλ. regenerative medicine] [< μτγν. ἀναγεννητικός, γαλλ. régénérateur] | |
| 2866 | αναγεννώ | [ἀναγεννῶ] α-να-γεν-νώ ρ. (μτβ.) {αναγενν-άς ... | αναγένν-ησε, -ιέται (λόγ. -άται), -ήθηκε, -ημένος}: κάνω κάτι να αποκτήσει ξανά την παλιά του ακμή ή ισχύ ή να αναδημιουργηθεί: Μεταρρυθμίσεις που θα ~ήσουν την κοινωνία. ~ιέται η αισιοδοξία/η χαμένη ελπίδα. Το καμένο δάσος ~ήθηκε. Νιώθω ~ημένος. Πβ. ανα-βιώνω, -ζωογονώ, -νεώνω, επανακάμτω, ξανανιώνω.|| (ΙΑΤΡ.) Η επιδερμίδα ~άται (πβ. αναπλάθεται). ● ΦΡ.: αναγεννάται/ξαναγεννιέται από την τέφρα του/τις στάχτες του βλ. τέφρα [< μτγν. ἀναγεννῶ, γαλλ. régénérer] | |
| 2867 | ανάγεται | βλ. ανάγω | |
| 2868 | αναγιγνώσκω | [ἀναγιγνώσκω] α-να-γι-γνώ-σκω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στον αόρ. ανέγνω-σα | αναγιγνώσκ-εται, αναγνώ-στηκε (λόγ. -σθηκε, -σθείς, -σθείσα, -σθέν), αναγιγνώσκ-οντας} (επίσ.): διαβάζω κείμενο συνήθ. μεγαλόφωνα, ενώπιον ακροατών· κάνω ανάγνωση: ~σε τη δικαστική απόφαση/το ψήφισμα (της Συγκλήτου). ~στηκε η εισήγησή του στην Επιτροπή.|| (γενικότ.) Ο χρήστης δεσμεύεται ότι έχει αναγνώσει και αποδεχθεί το περιεχόμενο των όρων. ~σθέντα: έγγραφα/μηνύματα. ● βλ. αναγνωσμένος [< αρχ. ἀναγιγνώσκω] | |
| 2869 | αναγκάζω | [ἀναγκάζω] α-να-γκά-ζω ρ. (μτβ.) {ανάγκα-σα, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος, αναγκάζ-οντας, -όμενος}: πιέζω, υποχρεώνω κάποιον να κάνει κάτι, συνήθ. παρά τη θέλησή του: Η κρισιμότητα της κατάστασης με ~ει να πάρω αμέσως αποφάσεις. Αν δεν θες να το κάνεις, κανένας δεν σε ~ει/δεν μπορεί να σε ~σει (= να σου το επιβάλει). Τον ~σαν σε παραίτηση. Μη με ~εις να σου μιλήσω άσχημα! Πβ. κατ~. ΣΥΝ. εξαναγκάζω, εξωθώ (1) ● βλ. αναγκασμένος [< αρχ. ἀναγκάζω, γαλλ. forcer] | |
| 2870 | αναγκαίος | , α, ο [ἀναγκαῖος] α-να-γκαί-ος επίθ. (λόγ.) 1. απαραίτητος: ~ος: έλεγχος. ~α: απόφαση/διευκρίνιση (για την κατανόηση του κειμένου)/παρέμβαση/προϋπόθεση (για την επιτυχία). ~ο: βήμα. ~ες: πληροφορίες. ~α: δικαιολογητικά/προσόντα. Ο ~ (= ελάχιστος) αριθμός προσωπικού. Κρίνεται ~α η ... Συμπληρώστε τα κενά, όπου είναι ~ο. Λήφθηκαν όλα τα ~α μέτρα. Πβ. βασικός. 2. αναγκαστικός, υποχρεωτικός: ~ος: εμβολιασμός/συμβιβασμός. ~α: (χειρουργική) επέμβαση. ~ες: διαπραγματεύσεις. ~α: έξοδα. Εκτιμώ/θεωρώ/κρίνω κάτι (ως) ~ο. Πβ. επιβεβλημένος. Βλ. προαιρετικός. ΣΥΝ. αναπόφευκτος ● Ουσ.: αναγκαία (τα) 1. τα απαραίτητα για την επιβίωση είδη: Ο μισθός δεν του φτάνει ούτε για τα ~. Πάρτε μαζί σας μόνο τα απολύτως ~. Πβ. απαιτούμενα, χρειαζούμενα. 2. οι απαιτούμενες ενέργειες: Έκανε όλα τα ~, για να τον σώσει. ● ΣΥΜΠΛ.: αναγκαία συνθήκη 1. (μτφ.) απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να γίνει κάτι· προαπαιτούμενο: Η παιδεία αποτελεί ~ ~ για την ανάπτυξη του ανθρώπου. Πβ. συνθήκη sine qua non. 2. ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. πρόταση η οποία πρέπει να είναι αληθής, προκειμένου να είναι αληθής μια άλλη πρόταση: ικανή και ~ ~. [< γαλλ. condition necessaire], αναγκαίο κακό & (σπάν.-ευφημ.) αναγκαίο καλό: για κάτι δυσάρεστο, αλλά συγχρόνως απαραίτητο (για την επίτευξη ενός σκοπού). [< αρχ. ἀναγκαῖος, γαλλ. nécessaire] | |
| 2871 | αναγκαιότητα | [ἀναγκαιότητα] α-να-γκαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του απαραίτητου, του λογικά επιβεβλημένου και αναπόφευκτου, που συσχετίζει με δεσμευτικό τρόπο γεγονότα, φαινόμενα, καταστάσεις: αδήριτη (βλ. ανάγκη)/εσωτερική/ηθική/κοινωνική/φυσική ~. (Γεγονός που) οδηγεί στην ~ … Η ~ της παιδείας/της προστασίας του περιβάλλοντος. Η ~ έκδοσης Προεδρικού Διατάγματος/του βιβλίου. || (ΦΙΛΟΣ.) Λογική ~ (: προτάσεις ή συμπεράσματα, π.χ. μαθηματικές και λογικές αποδείξεις, που δεχόμαστε αναγκαστικά ότι αληθεύουν). Βλ. -ότητα. [< μτγν. ἀναγκαιότης, γαλλ. nécessité] | |
| 2872 | αναγκασμένος | , η, ο [ἀναγκασμένος] α-να-γκα-σμέ-νος επίθ.: υποχρεωμένος: νομικώς ~ να ... Είμαι ~ος (= αναγκάζομαι) να κάνω δύο δουλειές, για να τα βγάλω πέρα. Δεν είσαι ~η να έρθεις, αν δεν θέλεις. ● βλ. αναγκάζω [< αρχ. ἠναγκασμένος] | |
| 2873 | αναγκασμός | [ἀναγκασμός] α-να-γκα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): εξαναγκασμός: μέσα ~ού. Κάνω κάτι εκ πεποιθήσεως/οικειοθελώς και όχι εξ ~ού/κατ' ~ό. Πβ. (κατα)πίεση, ψυχ~. ΣΥΝ. καταναγκασμός (1) [< μεσν. αναγκασμός] | |
| 2874 | αναγκαστικός | , ή, ό [ἀναγκαστικός] α-να-γκα-στι-κός επίθ.: υποχρεωτικός, επιβεβλημένος, αναγκαίος: ~ός: εγκλεισμός (ασθενούς)/περιορισμός/πλειστηριασμός/συµβιβασµός/χαρακτήρας (διάταξης). ~ή: απαλλοτρίωση (ακινήτων)/διακοπή/(ΟΙΚΟΝ.) εκκαθάριση/εκποίηση/επιλογή/λύση/ματαίωση (πτήσης)/νοσηλεία/παραίτηση/σίτιση (απεργού πείνας). ~ό: δάνειο. (ΝΟΜ.) ~ά: μέτρα. Πβ. αναπόφευκτος, εξ~, κατ~. Βλ. ψυχ~. ΑΝΤ. προαιρετικός ● επίρρ.: αναγκαστικά: Θα περάσεις ~ (= αναπόφευκτα) από εδώ, δεν υπάρχει άλλος δρόμος. ● ΣΥΜΠΛ.: αναγκαστική διαχείριση: ΝΟΜ. μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν έχει εξοφλήσει το χρέος του, κατά το οποίο ανατίθεται προσωρινά η διαχείριση του ακινήτου ή της επιχείρησής του σε πρόσωπο που ορίζεται από το δικαστήριο, μετά από υπόδειξη του δανειστή: τελεί υπό ~ ~. Καθεστώς ~ής ~ης. Στην εταιρεία έχει επιβληθεί ~ ~, γιατί βρίσκεται στα όρια της πτώχευσης., αναγκαστική εκτέλεση: ΝΟΜ. μορφή άμεσης εκτέλεσης δικαστικής απόφασης με κλητήρα και συμβολαιογράφο (π.χ. κατάσχεση, προσωπική κράτηση): ~ ~ (που στρέφεται) κατά του ... , αναγκαστική προσγείωση: προσγείωση αεροσκάφους συνήθ. σε διαφορετικό αεροδρόμιο προορισμού ή και (σε χώρο) εκτός αεροδρομίου: ασφαλής/ελεγχόμενη ~ ~. Το αεροπλάνο/το ελικόπτερο έκανε/πραγματοποίησε/υποχρεώθηκε σε ~ ~ λόγω σφοδρής κακοκαιρίας/προβλήματος στον κινητήρα.|| (μτφ.) ~ ~ στην πραγματικότητα., αναγκαστικός νόμος (ακρ. ΑΝ): ΝΟΜ. νόμος προσωρινής ισχύος., κανόνες αναγκαστικού Δικαίου & αναγκαστικό Δίκαιο: ΝΟΜ. κανόνες απαραβίαστοι με υποχρεωτική ισχύ, χωρίς δυνατότητα παρέκκλισης από τις διατάξεις τους με ιδιωτική βούληση. Βλ. Ενδοτικό Δίκαιο. [< λατ. ius cogens] , αναγκαστική κατάσχεση βλ. κατάσχεση, αναγκαστική πώληση βλ. πώληση, αναγκαστικό αίτιο βλ. αίτιο, αναγκαστικός γάμος βλ. γάμος [< αρχ. ἀναγκαστικός, γαλλ. forcé, obligatoire] | |
| 2875 | ανάγκη | [ἀνάγκη] α-νά-γκη ουσ. (θηλ.) {αναγκ-ών} 1. υποχρέωση που επιβάλλεται από τη φύση ή την κοινωνική ζωή· (ειδικότ.) αίσθηση κάποιας έλλειψης, η οποία πρέπει να ικανοποιηθεί οπωσδήποτε: άμεση/απόλυτη/επιτακτική/(κατ)επείγουσα/εσωτερική/ιατρική/ουσιαστική/πιεστική ~. ~ βοήθειας/επικοινωνίας/συνεργασίας. Ατομικές/βασικές/δημόσιες/επιχειρηματικές/καταναλωτικές/κοινωνικές/πάγιες και διαρκείς/πρόσθετες/προσωπικές/συναισθηματικές/ψυχικές/ψυχολογικές ~ες. Βιολογικές/σωματικές/φυσικές ~ες (: λήψης νερού και τροφής, ούρηση, αφόδευση, σεξ). Οι σημερινές/σύγχρονες ~ες της αγοράς/της νεολαίας. Ανάλυση/αντιμετώπιση/καθορισμός/καταγραφή (των) ~ών. Αναγνωρίζεται/γίνεται αντιληπτή η ~ βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης. Tόνισε την ~ εξεύρεσης λύσης/για διάλογο/να αποκατασταθεί το πρόβλημα. Αισθάνθηκε/ένιωσε την ~ να απολογηθεί. ...που τόσο πολύ έχουμε ~. Προϊόν που ανταποκρίνεται/ικανοποιεί/καλύπτει τις ~ες των καταναλωτών. Έχει μικρές/πολλές ~ες. Θα γίνουν προσλήψεις για τις ~ες του προγράμματος. Πβ. χρεία. 2. δύσκολη περίσταση, κρίσιμη κατάσταση: Στρατιωτική επέμβαση θα γίνει μόνο σε έσχατη ~. Σε καιρό ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: έκτακτης/άμεσης/πρώτης ανάγκης: για κρίσιμη κατάσταση: κλήσεις(/τηλέφωνα)/ομάδες/περιστατικά/υπηρεσίες ~ ~. Ασφαλής εκκένωση σχολικών κτιρίων σε περίπτωση ~ ~. [< αγγλ. emergency] , κατάσταση ανάγκης 1. περίπτωση κατά την οποία κάποιος χρειάζεται βοήθεια: Εξασφάλιση αξιοπρεπών όρων διαβίωσης για άτομα σε ~ ~. Το κινητό μπορεί να σας σώσει τη ζωή σε ~ ~. 2. ΝΟΜ. όταν κάποιος αναγκάζεται να διαπράξει αξιόποινη πράξη, για να αποτρέψει κάτι πολύ χειρότερο για αυτόν: Η απειλή κατά της ζωής κάποιου συνιστά ~ ~. [< αγγλ. case of emergency] , αδήριτη ανάγκη βλ. αδήριτος, βιοτικές ανάγκες βλ. βιοτικός, διερεύνηση αναγκών βλ. διερεύνηση, κατάσταση έκτακτης ανάγκης βλ. κατάσταση, λύση ανάγκης βλ. λύση, φώτα έκτακτης/επείγουσας ανάγκης βλ. φως ● ΦΡ.: (βρίσκομαι) σε (μεγάλη) ανάγκη: δεν έχω χρήματα ή γενικότ. χρειάζομαι βοήθεια: Εξασφάλιση τροφής και στέγης σε ανθρώπους που ~ονται ~. Πβ. στενότητα., (δεν) είναι ανάγκη να ...: (δεν) είναι απαραίτητο, (δεν) χρειάζεται: ~ ~ παραμείνουμε ενωμένοι. Δεν ~ ~ βιαστείς., (δεν) έχω την ανάγκη (κάποιου)/(δεν) έχω ανάγκη από (κάτι)/(δεν) τον έχω ανάγκη: (δεν) χρειάζομαι κάποιον ή κάτι: Δεν σ' έχω (καμία/καθόλου) ~! Παρέχουν βοήθεια σε όσους την έχουν ~., (μα) δεν ήταν ανάγκη!: ως τυπική απάντηση ευγένειας σε κάποιον που προσφέρει δώρο: -Σας έφερα λίγα γλυκά. -Ευχαριστώ, μα ~ ~!|| ~ ~ να μπείτε σε τόσο κόπο (= δεν χρειαζόταν)., (μα) ήταν ανάγκη;: ρητορική ερώτηση που εκφράζει λύπη για κάτι δυσάρεστο: ~ ~ να το αναφέρεις; Αφού ξέρεις πως την πειράζει ..., ανάγκα και (οι) θεοί πείθονται (αρχαιοπρ.): και οι πιο δυνατοί, οι πιο πείσμονες, υποχωρούν μπροστά σε μεγάλη πίεση ή ανυπέρβλητη δυσκολία: Δεν ήθελε να το κάνει, αλλά ~ ~., ανάγκη τον έχω; (προφ.): ρητορική ερώτηση που εκφράζει αδιαφορία για την άποψη κάποιου: Τι σε νοιάζει τι θα πει; ~ έχεις; (= σάμπως τον έχεις ~;), βρίσκομαι στην ανάγκη: αναγκάζομαι: Βρέθηκα ~ να δανειστώ χρήματα., είδη/αγαθά πρώτης ανάγκης & έκτακτης ανάγκης: τα απολύτως απαραίτητα (δηλ. τρόφιμα, ρούχα, φάρμακα, νερό): Ανθρωπιστική βοήθεια με είδη ~ ~ θα αποσταλεί στις πληγείσες περιοχές. [< γαλλ. choses de première nécessité] , κάνω την ανάγκη μου & πάω για την/προς ανάγκη μου (ευφημ.): ουρώ ή αφοδεύω: Το σκυλί έμαθε να κάνει ~ του έξω από το σπίτι. Πβ. κάνω (τα) κακά (μου), πάω/πηγαίνω προς νερού μου. [< γαλλ. faire les besoins] , κατ' ανάγκη(ν)/εξ ανάγκης (λόγ.): αναγκαστικά, λόγω έλλειψης άλλης δυνατότητας: Βρέθηκαν σ' αυτή τη δουλειά ~ ~ και όχι κατ' επιλογή. Η αλληλεγγύη στους συλληφθέντες δεν σημαίνει ~ ~ και ταύτιση μαζί τους. [< γαλλ. nécessairement] , ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται (παροιμ.): η πραγματική φιλία αποδεικνύεται, κρίνεται στις δύσκολες στιγμές., σε περίπτωση ανάγκης & σε περιπτώσεις ανάγκης & για/σε (μια) ώρα ανάγκης: αν χρειαστεί: οδηγίες/σχέδιο διάσωσης/χρήσιμες ιατρικές συμβουλές ~ ~. Παροχή βοήθειας ~ ~. ~ ~ επικοινωνήστε με .../καλέστε το .../χρησιμοποιήστε ...|| Έχω κάτι χρήματα στην άκρη ~ ~ (= σε περίπτωση που χρειαστούν). [< αγγλ. in case of emergency] , στην ανάγκη/εν ανάγκη: αν χρειαστεί, αν δεν γίνεται διαφορετικά: Ας κάνουμε μια κράτηση και ~ ~ την ακυρώνουμε. ~ ~ τηλεφωνήστε μου. [< γαλλ. au besoin] , τι ανάγκη έχει;/δεν έχει ανάγκη (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι δεν χρειάζεται στήριξη, βοήθεια: Τι ~ ~ αυτή; Θα τον βρει τον δρόμο της. Μην τον φοβάσαι αυτόν, δεν έχει ~!, υπάρχει άμεση/μεγάλη/(κατ)επείγουσα ανάγκη: χρειάζεται άμεσα, επειγόντως: ~ ~ για αίμα/να ληφθούν μέτρα προστασίας των δασών. ~ ~ εύρεσης μοσχεύματος. ~ ~ από εθελοντές., άτομα με ειδικές ανάγκες/ικανότητες/δεξιότητες βλ. ειδικός, κάνω την ανάγκη φιλοτιμία βλ. φιλοτιμία [< αρχ. ἀνάγκη, γαλλ. nécessité, besoin] | |
| 2876 | ανάγλυφος | , η, ο [ἀνάγλυφος] α-νά-γλυ-φος επίθ. 1. που είναι σκαλισμένος, σχεδιασμένος, δουλεμένος κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να προεξέχει από την επιφάνειά του: ~ος: κωδικός αριθμός κάρτας/χάρτης (: βλ. ανάγλυφο). ~η: αναπαράσταση/διακόσμηση/εικόνα/εκτύπωση (βλ. αναγλυφοτυπία)/μορφή/προτομή. ~ο: σύμβολο/σχέδιο. ~α: γράμματα. ~η γραφή (βλ. Μπράιγ). Οικόσημο με ~ο δικέφαλο αετό. Παραστάσεις ~ες σε μάρμαρο/ξύλο. Βλ. λείος. 2. (μτφ.) που αποδίδεται με ακρίβεια, ζωντάνια και εκφραστικότητα: ~η: διήγηση/περιγραφή. Μας έδωσε ~η την εικόνα της κατάστασης. Αφήγηση που αποτυπώνει με ~ο τρόπο την ατμόσφαιρα της εποχής. Πβ. γλαφυρός. ΣΥΝ. παραστατικός ● Ουσ.: ανάγλυφο (το) 1. ΚΑΛ.ΤΕΧΝ.-ΑΡΧΑΙΟΛ. γλυπτή απεικόνιση: αβαθές ή χαμηλό ~. Αναθηματικό/αρχιτεκτονικό/έκτυπο/ενεπίγραφο/επιτύμβιο/μαρμάρινο/ξύλινο/πέτρινο/πρόστυπο ~. Τα ~α του Παρθενώνα. Βλ. γλυπτό, λιθ~. 2. ΓΕΩΜΟΡΦ. οι ανωμαλίες του εδάφους, τα υψομετρικά και μορφολογικά του στοιχεία· ειδικότ. η τρισδιάστατη αναπαράστασή τους (σε χάρτη): ορεινό/γήινο/υποθαλάσσιο ~.|| Τοπογραφικό/ψηφιακό ~. [< γαλλ. anaglyphe, bas-relief] ● επίρρ.: ανάγλυφα [< μτγν. ἀνάγλυφος, γαλλ. en relief] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ