Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38180-38200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37579παγκάριπα-γκά-ρι ουσ. (ουδ.): έπιπλο για την πώληση κεριών στην είσοδο χριστιανικών ναών, στο οποίο υπάρχει σχισμή, για να ρίχνουν τα χρήματα οι πιστοί· συνεκδ. τα χρήματα που υπάρχουν μέσα σε αυτό: Έκλεψαν το ~ (= τα λεφτά). [< μεσν. παγκάριον]
37580παγκίτηςπα-γκί-της ουσ. (αρσ.) (αθλητική αργκό): αναπληρωματικός παίκτης ομάδας. Βλ. -ίτης1.
37581πάγκοινος, η, ο πά-γκοι-νος επίθ. (λόγ.): που είναι κοινός σε όλους ή αφορά όλους: ~η: διαπίστωση. ● επίρρ.: παγκοίνως: Είναι ~ γνωστό ότι ... (: το γνωρίζουν οι πάντες). [< μτγν. παγκοίνως] [< αρχ. πάγκοινος]
37582παγκορασίδεςπα-γκο-ρα-σί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) (συνήθ. με κεφαλ. Π): ΑΘΛ. ηλικιακή κατηγορία κατάταξης αθλούμενων κοριτσιών, πριν από τις κορασίδες. Βλ. παμ-, προ-παίδες.
37583πάγκοςπά-γκος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) μπάγκος 1. στενόμακρη κατασκευή που μοιάζει με τραπέζι: μαρμάρινος/ξύλινος/χτιστός ~ κουζίνας/μπάνιου. ~ με νεροχύτη/νιπτήρα. ~ εξυπηρέτησης (πελατών). Ο ~ της ρεσεψιόν. Απολύμανση των εργαστηριακών ~ων. Οι (υπαίθριοι) ~οι της λαϊκής/των μικροπωλητών. Βλ. μπάρα. 2. κάθισμα σαν μακρόστενη σανίδα, προορισμένο για να κάθονται πολλά άτομα. Βλ. παγκάκι. 3. ΑΘΛ. (σε γήπεδο) οι θέσεις που προορίζονται για τους αναπληρωματικούς ή για τους παίκτες που έχουν βγει από το παιχνίδι, για τον προπονητή, τους βοηθούς του και τους γιατρούς· συνεκδ. τα συγκεκριμένα άτομα: (για προπονητή:) Κενός/ορφανός/χήρεψε ο ~ της Εθνικής. Ετοιμάζεται να καθίσει στον ~ο της ... Αποχωρεί από τον ~ο.|| Σκόραρε και ξεσήκωσε τον ~ο. Η ομάδα έχει ισχυρό ~ο/βάθος στον ~ο/βάθος ~ου (: πολλούς και καλούς αναπληρωματικούς). Βλ. παγκίτης. 4. ΓΥΜΝ. όργανο γυμναστικής με τη μορφή συνήθ. μακρόστενου καθίσματος, στο οποίο ξαπλώνει ο αθλούμενος, για να γυμνάσει τους μυς του: επικλινής/ίσιος/οριζόντιος ~. ~ άρσης βαρών (με ορθοστάτες)/για ασκήσεις ποδιών/κοιλιακών και ραχιαίων. Βλ. δοκός.|| (παραολυμπιακό άθλημα:) Άρση Βαρών σε ~ο. 5. ΝΑΥΤ. (λαϊκό) αμμώδες ή βραχώδες υποθαλάσσιο ύβωμα. Πβ. ξέρα, σύρτις, ύφαλος. ● ΣΥΜΠΛ.: πάγκος εργασίας: ειδικά εξοπλισμένος πάγκος, που προορίζεται κυρ. για μηχανολογικές επισκευές ή ξυλουργικές εργασίες: μεταλλικός/φορητός ~ ~. ~ ~ με συρτάρια και ντουλάπια. [< αγγλ. work bench] ● ΦΡ.: γυαλίζει/ζεσταίνει τον πάγκο βλ. γυαλίζω, κάθε κατεργάρης στον πάγκο του βλ. κατεργάρης, κατεργάρα, σκουπίζει τον πάγκο βλ. σκουπίζω [< 1,2: μεσν. πάγκος 3: αγγλ. bench, 1912, 4: αγγλ. ~ 5: ιταλ. banco]
37584παγκοσμιοποίησηπα-γκο-σμι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. πολυδιάστατο σύνολο κοινωνικών διεργασιών μέσω των οποίων μετασχηματίζονται οι υπάρχουσες δομές, με αποτέλεσμα τη δημιουργία, την εξάπλωση και την ενδυνάμωση διεθνών δικτύων δραστηριότητας, αλληλεπίδρασης και άσκησης της εξουσίας. Βλ. παγκόσμιο/πλανητικό χωριό. || εναλλακτική ~ [< γαλλ. altermondialisation, 2002]. 2. ΟΙΚΟΝ. διαμόρφωση ενός παγκόσμιου επενδυτικού περιβάλλοντος, μιας ενιαίας παγκόσμιας αγοράς. Πβ. διεθνοποίηση. Βλ. αντι~. ΑΝΤ. τοπικοποίηση (2) 3. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. οικουμενική διάδοση πολιτισμικών στοιχείων και ιδεών· δημιουργία μιας παγκόσμιας κουλτούρας. Βλ. -ποίηση, πολυπολιτισμικότητα. [< αγγλ. globalization, 1961, γαλλ. globalisation, 1968]
37585παγκοσμιοποιητήςπα-γκο-σμι-ο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που προωθεί την παγκοσμιοποίηση. [< αγγλ. globalist, γαλλ. globaliste, 1998]
37586παγκοσμιοποιώ[παγκοσμιοποιῶ] πα-γκο-σμι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {παγκοσμιοποιεί ... | παγκοσμιοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας, συνήθ. μεσοπαθ.}: καθιστώ κάτι παγκόσμιο, προωθώ την παγκοσμιοποίηση: Η γνώση/επικοινωνία ~είται. ~ημένος: κόσμος/καπιταλισμός/φιλελευθερισμός. ~ημένη: αγορά/εποχή/κοινωνία/οικονομία. ~ημένο: περιβάλλον/σύστημα. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. globalize, 1962, γαλλ. globaliser, 1965]
37587παγκόσμιος, α/ος, ο πα-γκό-σμι-ος επίθ. {(λόγ. γεν. αρσ. κ. θηλ.) -ίου}: που αφορά όλη την υφήλιο, δηλ. όλα (ή τα περισσότερα) κράτη της Γης, ή όλο το Σύμπαν: ~ος: διαγωνισμός (π.χ. ρομποτικής)/συναγερμός. ~α: αγορά/απειλή/ασφάλεια/γεωγραφία/διάσκεψη/δύναμη (πβ. υπερδύναμη)/εκστρατεία (για την εκπαίδευση)/επιτυχία/καταστροφή/κρίση/οικονομία/Ομοσπονδία (π.χ. Στίβου)/πρεμιέρα (ταινίας)/συμφωνία. ~ο: κίνημα/κλίμα/πρόβλημα/συνέδριο/σύστημα/φαινόμενο/φεστιβάλ. ~οι: θεσμοί/κίνδυνοι. ~ες: ανακατατάξεις/εξαγωγές/εξελίξεις/επιχειρήσεις. ~ Οργανισμός Εμπορίου (ακρ. ΠΟΕ)/Τουρισμού (ακρ. ΠΟΤ)/Υγείας (ακρ. ΠΟΥ). Ο ~ ανταγωνισμός/κινηματογράφος/πληθυσμός (: του πλανήτη). Στα ~α χρονικά. Αλλαγή του ~ου χάρτη. Κορυφαία γεγονότα της ~ας Ιστορίας. Καλλιτέχνης ~ίου φήμης. Τα ~α αποθέματα πετρελαίου. Πβ. διεθνής, οικουμενικός.|| ~ες: αξίες. Η ~α γλώσσα του σώματος. Πβ. πανανθρώπινος.|| (ΑΘΛ.) ~ος: πρωταθλητής. ~ο: μετάλλιο/κύπελλο. ~οι: αγώνες. Κάτοχος του ~ίου ρεκόρ. Τρίτος στην ~α κατάταξη. Βλ. πανευρωπαϊκός.|| (ΙΣΤ.) Ο Α' (: 1914-1918)/Β' (: 1939-1945) ~ Πόλεμος.|| (ΦΥΣ.) Νόμος της ~ας Έλξης. ΑΝΤ. εθνικός, τοπικός (1) ● επίρρ.: παγκόσμια & παγκοσμίως: πρώτοι ~ίως σε πωλήσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: Παγκόσμια (Η)μέρα/Παγκόσμια Εβδομάδα/Παγκόσμιο Έτος: που είναι αφιερωμένη/ο σε συγκεκριμένο θέμα ή πρόσωπο και κατά τη διάρκειά της/του πραγματοποιούνται σχετικές εκδηλώσεις σε διεθνές επίπεδο: ~ Ημέρα Βιβλίου/κατά του έιτζ/Περιβάλλοντος. ~ Εβδομάδα Δράσης για την εκπαίδευση. ~ο Έτος Φυσικής. [< αγγλ. World Day/International Week/International Year] , παγκόσμιος χρόνος/παγκόσμια ώρα: ΓΕΩΓΡ. -ΑΣΤΡΟΝ. ώρα Γκρίνουιτς. [< αγγλ. Universal Time (UT)] , παγκόσμια πόλη βλ. πόλη, Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών βλ. συμβούλιο, παγκόσμιο/πλανητικό χωριό βλ. χωριό, παγκόσμιος ιστός βλ. ιστός, υπερθέρμανση/θέρμανση του πλανήτη βλ. υπερθέρμανση ● ΦΡ.: σε παγκόσμιο επίπεδο/σε παγκόσμια κλίμακα: παγκοσμίως: Συνεργασία που προωθείται σε ~ο επίπεδο. Αλλαγές σε ~α κλίμακα. [< μτγν. παγκόσμιος, γαλλ. universel]
37588παγκοσμιότηταπα-γκο-σμι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του παγκόσμιου, η οικουμενικότητα θεσμού, ιδέας, κατάστασης. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. τοπικότητα (1) [< γαλλ. universalité]
37589παγκράτιοπα-γκρά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {παγκρατίου}: ΑΡΧ. αρχαιοελληνικό αθλητικό αγώνισμα, συνδυασμός πάλης και πυγμαχίας. || (ΑΘΛ.) Σύγχρονο ~ (: χωρίς επικίνδυνες λαβές). [< αρχ. παγκράτιον, γαλλ. pancrace, αγγλ. pancratium]
37590πάγκρεαςπά-γκρε-ας ουσ. (ουδ.) {παγκρέατος}: ΑΝΑΤ. μεγάλος, επιμήκης αδένας που βρίσκεται κάτω και πίσω από το στομάχι, ανάμεσα στη σπλήνα και το δωδεκαδάκτυλο· εκκρίνει το παγκρεατικό υγρό στο έντερο και δύο ορμόνες, την ινσουλίνη και τη γλυκαγόνη, στο αίμα. ● ΣΥΜΠΛ.: νησίδια του Λάνγκερχανς/νησίδια του παγκρέατος/(παγκρεατικά) νησίδια βλ. νησίδιο [< αρχ. πάγκρεας, γαλλ. pancréas, αγγλ. pancreas]
37591παγκρεατεκτομήπα-γκρε-α-τε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μερική ή ολική χειρουργική αφαίρεση του παγκρέατος. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. pancréatectomie, αγγλ. pancreatectomy]
37592παγκρεατικός, ή, ό πα-γκρε-α-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το πάγκρεας: ~ός: καρκίνος. ~ή: ανεπάρκεια/αρτηρία. ~ό: υγρό. ~ά: ένζυμα (βλ. αμυλάση, λιπάση, χυμοθρυψίνη)/κύτταρα. ~ές: εκκρίσεις/ορμόνες (βλ. γλυκαγόνη, ινσουλίνη). ● ΣΥΜΠΛ.: νησίδια του Λάνγκερχανς/νησίδια του παγκρέατος/(παγκρεατικά) νησίδια βλ. νησίδιο [< γαλλ. pancréatique, αγγλ. pancreatic]
37593παγκρεατίνηπα-γκρε-α-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ουσία από το πάγκρεας χοίρου ή βοδιού που περιέχει ένζυμα (κυρ. αμυλάση, πρωτεάση και θρυψίνη), τα οποία βοηθούν στην πέψη. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. pancréatine, αγγλ. pancreatin]
37594παγκρεατίτιδαπα-γκρε-α-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του παγκρέατος: νεκρωτική/οξεία (αιμορραγική)/χρόνια ~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. pancréatite, αγγλ. pancreatitis]
37595παγκρήτιος, α/ος, ο πα-γκρή-τι-ος επίθ. (λόγ.) & παγκρητικός: που σχετίζεται με όλη την Κρήτη ή όλους τους Κρητικούς: ~ος: όμιλος/σύλλογος. ~α: ένωση. Παγκρητική ομοσπονδία.
37596παγκύπριος, α/ος, ο πα-γκύ-πρι-ος επίθ. (λόγ.) & (σπανιότ.) παγκυπριακός: που σχετίζεται με όλη την Κύπρο ή όλους τους Κυπρίους: ~ος: σύλλογος. ~α: ένωση/ομοσπονδία/οργάνωση.
37597παγκυτταροπενίαπα-γκυτ-τα-ρο-πε-νί-α ουσ. (θηλ.) & παγκυτοπενία: ΙΑΤΡ. παθολογική ελάττωση του αριθμού όλων των έμμορφων στοιχείων του αίματος (ερυθρών, λευκών αιμοσφαιρίων και αιμοπεταλίων). [< αγγλ. pancytopenia, περ. 1941]
37598παγοαναρρίχησηπα-γο-α-ναρ-ρί-χη-ση ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. σπορ που περιλαμβάνει αναρρίχηση σε βράχους καλυμμένους με πάγο ή παγωμένους καταρράκτες. [< αγγλ. ice climbing]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.