| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37584 | παγκοσμιοποίηση | πα-γκο-σμι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. πολυδιάστατο σύνολο κοινωνικών διεργασιών μέσω των οποίων μετασχηματίζονται οι υπάρχουσες δομές, με αποτέλεσμα τη δημιουργία, την εξάπλωση και την ενδυνάμωση διεθνών δικτύων δραστηριότητας, αλληλεπίδρασης και άσκησης της εξουσίας. Βλ. παγκόσμιο/πλανητικό χωριό. || εναλλακτική ~ [< γαλλ. altermondialisation, 2002]. 2. ΟΙΚΟΝ. διαμόρφωση ενός παγκόσμιου επενδυτικού περιβάλλοντος, μιας ενιαίας παγκόσμιας αγοράς. Πβ. διεθνοποίηση. Βλ. αντι~. ΑΝΤ. τοπικοποίηση (2) 3. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. οικουμενική διάδοση πολιτισμικών στοιχείων και ιδεών· δημιουργία μιας παγκόσμιας κουλτούρας. Βλ. -ποίηση, πολυπολιτισμικότητα. [< αγγλ. globalization, 1961, γαλλ. globalisation, 1968] | |
| 37585 | παγκοσμιοποιητής | πα-γκο-σμι-ο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): πρόσωπο που προωθεί την παγκοσμιοποίηση. [< αγγλ. globalist, γαλλ. globaliste, 1998] | |
| 37586 | παγκοσμιοποιώ | [παγκοσμιοποιῶ] πα-γκο-σμι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {παγκοσμιοποιεί ... | παγκοσμιοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας, συνήθ. μεσοπαθ.}: καθιστώ κάτι παγκόσμιο, προωθώ την παγκοσμιοποίηση: Η γνώση/επικοινωνία ~είται. ~ημένος: κόσμος/καπιταλισμός/φιλελευθερισμός. ~ημένη: αγορά/εποχή/κοινωνία/οικονομία. ~ημένο: περιβάλλον/σύστημα. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. globalize, 1962, γαλλ. globaliser, 1965] | |
| 37587 | παγκόσμιος | , α/ος, ο πα-γκό-σμι-ος επίθ. {(λόγ. γεν. αρσ. κ. θηλ.) -ίου}: που αφορά όλη την υφήλιο, δηλ. όλα (ή τα περισσότερα) κράτη της Γης, ή όλο το Σύμπαν: ~ος: διαγωνισμός (π.χ. ρομποτικής)/συναγερμός. ~α: αγορά/απειλή/ασφάλεια/γεωγραφία/διάσκεψη/δύναμη (πβ. υπερδύναμη)/εκστρατεία (για την εκπαίδευση)/επιτυχία/καταστροφή/κρίση/οικονομία/Ομοσπονδία (π.χ. Στίβου)/πρεμιέρα (ταινίας)/συμφωνία. ~ο: κίνημα/κλίμα/πρόβλημα/συνέδριο/σύστημα/φαινόμενο/φεστιβάλ. ~οι: θεσμοί/κίνδυνοι. ~ες: ανακατατάξεις/εξαγωγές/εξελίξεις/επιχειρήσεις. ~ Οργανισμός Εμπορίου (ακρ. ΠΟΕ)/Τουρισμού (ακρ. ΠΟΤ)/Υγείας (ακρ. ΠΟΥ). Ο ~ ανταγωνισμός/κινηματογράφος/πληθυσμός (: του πλανήτη). Στα ~α χρονικά. Αλλαγή του ~ου χάρτη. Κορυφαία γεγονότα της ~ας Ιστορίας. Καλλιτέχνης ~ίου φήμης. Τα ~α αποθέματα πετρελαίου. Πβ. διεθνής, οικουμενικός.|| ~ες: αξίες. Η ~α γλώσσα του σώματος. Πβ. πανανθρώπινος.|| (ΑΘΛ.) ~ος: πρωταθλητής. ~ο: μετάλλιο/κύπελλο. ~οι: αγώνες. Κάτοχος του ~ίου ρεκόρ. Τρίτος στην ~α κατάταξη. Βλ. πανευρωπαϊκός.|| (ΙΣΤ.) Ο Α' (: 1914-1918)/Β' (: 1939-1945) ~ Πόλεμος.|| (ΦΥΣ.) Νόμος της ~ας Έλξης. ΑΝΤ. εθνικός, τοπικός (1) ● επίρρ.: παγκόσμια & παγκοσμίως: πρώτοι ~ίως σε πωλήσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: Παγκόσμια (Η)μέρα/Παγκόσμια Εβδομάδα/Παγκόσμιο Έτος: που είναι αφιερωμένη/ο σε συγκεκριμένο θέμα ή πρόσωπο και κατά τη διάρκειά της/του πραγματοποιούνται σχετικές εκδηλώσεις σε διεθνές επίπεδο: ~ Ημέρα Βιβλίου/κατά του έιτζ/Περιβάλλοντος. ~ Εβδομάδα Δράσης για την εκπαίδευση. ~ο Έτος Φυσικής. [< αγγλ. World Day/International Week/International Year] , παγκόσμιος χρόνος/παγκόσμια ώρα: ΓΕΩΓΡ. -ΑΣΤΡΟΝ. ώρα Γκρίνουιτς. [< αγγλ. Universal Time (UT)] , παγκόσμια πόλη βλ. πόλη, Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών βλ. συμβούλιο, παγκόσμιο/πλανητικό χωριό βλ. χωριό, παγκόσμιος ιστός βλ. ιστός, υπερθέρμανση/θέρμανση του πλανήτη βλ. υπερθέρμανση ● ΦΡ.: σε παγκόσμιο επίπεδο/σε παγκόσμια κλίμακα: παγκοσμίως: Συνεργασία που προωθείται σε ~ο επίπεδο. Αλλαγές σε ~α κλίμακα. [< μτγν. παγκόσμιος, γαλλ. universel] | |
| 37588 | παγκοσμιότητα | πα-γκο-σμι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του παγκόσμιου, η οικουμενικότητα θεσμού, ιδέας, κατάστασης. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. τοπικότητα (1) [< γαλλ. universalité] | |
| 37589 | παγκράτιο | πα-γκρά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {παγκρατίου}: ΑΡΧ. αρχαιοελληνικό αθλητικό αγώνισμα, συνδυασμός πάλης και πυγμαχίας. || (ΑΘΛ.) Σύγχρονο ~ (: χωρίς επικίνδυνες λαβές). [< αρχ. παγκράτιον, γαλλ. pancrace, αγγλ. pancratium] | |
| 37590 | πάγκρεας | πά-γκρε-ας ουσ. (ουδ.) {παγκρέατος}: ΑΝΑΤ. μεγάλος, επιμήκης αδένας που βρίσκεται κάτω και πίσω από το στομάχι, ανάμεσα στη σπλήνα και το δωδεκαδάκτυλο· εκκρίνει το παγκρεατικό υγρό στο έντερο και δύο ορμόνες, την ινσουλίνη και τη γλυκαγόνη, στο αίμα. ● ΣΥΜΠΛ.: νησίδια του Λάνγκερχανς/νησίδια του παγκρέατος/(παγκρεατικά) νησίδια βλ. νησίδιο [< αρχ. πάγκρεας, γαλλ. pancréas, αγγλ. pancreas] | |
| 37591 | παγκρεατεκτομή | πα-γκρε-α-τε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μερική ή ολική χειρουργική αφαίρεση του παγκρέατος. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. pancréatectomie, αγγλ. pancreatectomy] | |
| 37592 | παγκρεατικός | , ή, ό πα-γκρε-α-τι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το πάγκρεας: ~ός: καρκίνος. ~ή: ανεπάρκεια/αρτηρία. ~ό: υγρό. ~ά: ένζυμα (βλ. αμυλάση, λιπάση, χυμοθρυψίνη)/κύτταρα. ~ές: εκκρίσεις/ορμόνες (βλ. γλυκαγόνη, ινσουλίνη). ● ΣΥΜΠΛ.: νησίδια του Λάνγκερχανς/νησίδια του παγκρέατος/(παγκρεατικά) νησίδια βλ. νησίδιο [< γαλλ. pancréatique, αγγλ. pancreatic] | |
| 37593 | παγκρεατίνη | πα-γκρε-α-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ουσία από το πάγκρεας χοίρου ή βοδιού που περιέχει ένζυμα (κυρ. αμυλάση, πρωτεάση και θρυψίνη), τα οποία βοηθούν στην πέψη. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. pancréatine, αγγλ. pancreatin] | |
| 37594 | παγκρεατίτιδα | πα-γκρε-α-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του παγκρέατος: νεκρωτική/οξεία (αιμορραγική)/χρόνια ~. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. pancréatite, αγγλ. pancreatitis] | |
| 37595 | παγκρήτιος | , α/ος, ο πα-γκρή-τι-ος επίθ. (λόγ.) & παγκρητικός: που σχετίζεται με όλη την Κρήτη ή όλους τους Κρητικούς: ~ος: όμιλος/σύλλογος. ~α: ένωση. Παγκρητική ομοσπονδία. | |
| 37596 | παγκύπριος | , α/ος, ο πα-γκύ-πρι-ος επίθ. (λόγ.) & (σπανιότ.) παγκυπριακός: που σχετίζεται με όλη την Κύπρο ή όλους τους Κυπρίους: ~ος: σύλλογος. ~α: ένωση/ομοσπονδία/οργάνωση. | |
| 37597 | παγκυτταροπενία | πα-γκυτ-τα-ρο-πε-νί-α ουσ. (θηλ.) & παγκυτοπενία: ΙΑΤΡ. παθολογική ελάττωση του αριθμού όλων των έμμορφων στοιχείων του αίματος (ερυθρών, λευκών αιμοσφαιρίων και αιμοπεταλίων). [< αγγλ. pancytopenia, περ. 1941] | |
| 37598 | παγοαναρρίχηση | πα-γο-α-ναρ-ρί-χη-ση ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. σπορ που περιλαμβάνει αναρρίχηση σε βράχους καλυμμένους με πάγο ή παγωμένους καταρράκτες. [< αγγλ. ice climbing] | |
| 37599 | παγόβουνο | πα-γό-βου-νο ουσ. (ουδ.) 1. τεράστιος συνήθ. όγκος πάγου που έχει αποκοπεί από κάποιον πολικό παγετώνα και επιπλέει στις ανοιχτές θάλασσες. Βλ. παγονησίδα. 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο ψυχρό, συνήθ. ερωτικά. Πβ. παγοκολόνα. ● ΣΥΜΠΛ.: η κορυφή του παγόβουνου 1. (μτφ.) το ορατό σημείο αρνητικής συνήθ. κατάστασης που δεν είναι γνωστή σε όλο το εύρος της: Το σκάνδαλο δεν είναι παρά ~ ~ σε μια σειρά παράνομων υποθέσεων. 2. το τμήμα του παγόβουνου που είναι πάνω από τη στάθμη της θάλασσας. [< αγγλ. the tip of the iceberg] [< γαλλ.-αγγλ. iceberg] | |
| 37600 | παγόδα | πα-γό-δα ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΙΤ. βουδιστικός ναός των χωρών της Άπω Ανατολής με κλιμακωτές στέγες. [< ιταλ. pagoda, γαλλ. pagode] | |
| 37601 | παγοδρομία | πα-γο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. άθλημα κατά το οποίο ο αθλητής ολισθαίνει σε λεία επιφάνεια φυσικού ή τεχνητού πάγου, φορώντας παγοπέδιλα. Πβ. πατινάζ. Βλ. -δρομία. [< γερμ. Eislauf] | |
| 37602 | παγοδρομικός | , ή, ό πα-γο-δρο-μι-κός επίθ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με την παγοδρομία ή το παγοδρόμιο: ~ή: πίστα. ~ό: κέντρο. | |
| 37603 | παγοδρόμιο | πα-γο-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. χώρος ειδικά διαμορφωμένος για παγοδρομίες. Βλ. -δρόμιο. [< γερμ. Eisbahn] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ