| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37599 | παγόβουνο | πα-γό-βου-νο ουσ. (ουδ.) 1. τεράστιος συνήθ. όγκος πάγου που έχει αποκοπεί από κάποιον πολικό παγετώνα και επιπλέει στις ανοιχτές θάλασσες. Βλ. παγονησίδα. 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο ψυχρό, συνήθ. ερωτικά. Πβ. παγοκολόνα. ● ΣΥΜΠΛ.: η κορυφή του παγόβουνου 1. (μτφ.) το ορατό σημείο αρνητικής συνήθ. κατάστασης που δεν είναι γνωστή σε όλο το εύρος της: Το σκάνδαλο δεν είναι παρά ~ ~ σε μια σειρά παράνομων υποθέσεων. 2. το τμήμα του παγόβουνου που είναι πάνω από τη στάθμη της θάλασσας. [< αγγλ. the tip of the iceberg] [< γαλλ.-αγγλ. iceberg] | |
| 37600 | παγόδα | πα-γό-δα ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΙΤ. βουδιστικός ναός των χωρών της Άπω Ανατολής με κλιμακωτές στέγες. [< ιταλ. pagoda, γαλλ. pagode] | |
| 37601 | παγοδρομία | πα-γο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. άθλημα κατά το οποίο ο αθλητής ολισθαίνει σε λεία επιφάνεια φυσικού ή τεχνητού πάγου, φορώντας παγοπέδιλα. Πβ. πατινάζ. Βλ. -δρομία. [< γερμ. Eislauf] | |
| 37602 | παγοδρομικός | , ή, ό πα-γο-δρο-μι-κός επίθ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με την παγοδρομία ή το παγοδρόμιο: ~ή: πίστα. ~ό: κέντρο. | |
| 37603 | παγοδρόμιο | πα-γο-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. χώρος ειδικά διαμορφωμένος για παγοδρομίες. Βλ. -δρόμιο. [< γερμ. Eisbahn] | |
| 37604 | παγοδρόμος | πα-γο-δρό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): αθλητής παγοδρομίας. Πβ. πατινέρ. Βλ. -δρόμος. [< γερμ. Eisläufer] | |
| 37605 | παγοθεραπεία | πα-γο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κρυοθεραπεία. Βλ. -θεραπεία. | |
| 37606 | παγοθήκη | πα-γο-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη σε διάφορα σχήματα που γεμίζεται με νερό και καταψύχεται, ώστε να σχηματιστούν παγάκια. Πβ. παγοκυψέλες. Βλ. -θήκη. [< γαλλ. glacière] | |
| 37607 | παγοθραύστης | πα-γο-θραύ-στης ουσ. (αρσ.) 1. ειδικό εργαλείο για τον θρυμματισμό του πάγου. 2. (σπάν.) όργανο στην πλώρη παγοθραυστικού για το σπάσιμο των πάγων· συνεκδ. παγοθραυστικό. [< αγγλ. icebreaker] | |
| 37608 | παγοθραυστικό | πα-γο-θραυ-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. πλοίο με ενισχυμένη την προεξοχή της πλώρης για τη θραύση των πάγων στις αρκτικές κυρ. περιοχές και τη διάνοιξη θαλάσσιων περασμάτων. [< αγγλ. icebreaker] | |
| 37609 | παγοθύελλα | πα-γο-θύ-ελ-λα ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. ακραίο καιρικό φαινόμενο, κυρ. στις Η.Π.Α. τον Καναδά, και άλλα βόρεια μέρη, που χαρακτηρίζεται από δυνατό άνεμο, χιονόπτωση και παγετό. Βλ. αμμο-, ανεμο-, χιονο-θύελλα. [< αγγλ. ice storm] | |
| 37610 | παγοκάλυμμα | πα-γο-κά-λυμ-μα ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. πολύ μεγάλη μόνιμη επιφάνεια πάγου, κυρ. στα ψηλά βουνά και τους πόλους: πολικό ~ (βλ. παγετωνικό κάλυμμα). [< αγγλ. ice cap] | |
| 37611 | παγοκάλυψη | πα-γο-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κάλυψη επιφάνειας με πάγο: μόνιμη ~. Μείωση της ~ης. Βλ. χιονοκάλυψη. [< αγγλ. ice cover] | |
| 37612 | παγοκολόνα | πα-γο-κο-λό-να ουσ. (θηλ.) 1. μεγάλο κομμάτι πάγου, ορθογώνιου συνήθ. σχήματος. 2. (μτφ.-μειωτ., συνήθ. για γυναίκα) πολύ ψυχρός άνθρωπος. Πβ. παγόβουνο. | |
| 37613 | παγοκρύσταλλοι | πα-γο-κρύ-σταλ-λοι ουσ. (αρσ.) (οι): ΜΕΤΕΩΡ. μικροσκοπικοί κρύσταλλοι πάγου. Βλ. χαλάζι. [< αγγλ. ice crystals] | |
| 37614 | παγοκύστη | πα-γο-κύ-στη ουσ. (θηλ.): ελαστικός σάκος ή δοχείο που περιέχει θρυμματισμένο πάγο, παγωμένο νερό ή τζελ και τοποθετείται σε διάφορα μέλη ή μέρη του σώματος, κυρ. για να ανακουφίσει από πόνους. Βλ. θερμοφόρα. ● παγοκύστες (οι): παγοκυψέλες. [< αγγλ. ice-bag] | |
| 37615 | παγοκυψέλες | πα-γο-κυ-ψέ-λες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν.}: μικρές κυψέλες αέρα σε σακουλάκι μιας χρήσης, που συνδέονται μεταξύ τους, γεμίζονται με υγρό, συνήθ. νερό, και στη συνέχεια καταψύχονται, ώστε να σχηματιστούν παγάκια. Πβ. παγοθήκη. ΣΥΝ. παγοκύστες | |
| 37616 | παγολεκάνη | πα-γο-λε-κά-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. δεξαμενή ψύξης και συντήρησης γάλακτος. 2. εξάρτημα ψυκτικής μηχανής: ~ ψυγείου. | |
| 37617 | παγονησίδα | πα-γο-νη-σί-δα ουσ. (θηλ.): τεράστια μάζα πάγου, που έχει αποκολληθεί από παγετώνα· μεγάλο παγόβουνο που μοιάζει με νησάκι: έκταση ~ας. [< αγγλ. ice-island] | |
| 37618 | παγόνι | πα-γό-νι ουσ. (ουδ.) & παγώνι: ΟΡΝΙΘ. μεγαλόσωμο ορνιθόμορφο πτηνό (γένος Pavo) με πολύχρωμο γυαλιστερό φτέρωμα· το αρσενικό έχει μακριά εντυπωσιακή ουρά που ανοίγει σαν βεντάλια. ΣΥΝ. ταώς (1) ● ΦΡ.: κάνει το παγόνι (προφ.): προσποιείται τον ανήξερο. ΣΥΝ. κάνει την πάπια/το κορόιδο, φουσκώνει/καμαρώνει/κορδώνεται σαν (το) παγόνι (ειρων.): είναι υπερήφανος για τον εαυτό του και το επιδεικνύει. [< μεσν. παγόνι < αρχ. πάων, ταώς] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ