| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37619 | παγοπέδιλο | πα-γο-πέ-δι-λο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ειδικό υπόδημα με μεταλλική λεπίδα, κατάλληλο για ολίσθηση σε πάγο. Πβ. πατίνι. [< γαλλ. patin à glace] | |
| 37620 | παγοπληξία | πα-γο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) καταστροφή υλικού ή καλλιέργειας που προκαλείται από παγετό ή πάγο: ~ σκυροδέματος. Αντοχή σε ~. 2. ΙΑΤΡ. νοσηρή κατάσταση του οργανισμού λόγω έκθεσης σε έντονο ψύχος. Βλ. θερμο-, κρυο-πληξία, κρυοπάγημα. [< 2: μτγν. παγοπληξία] | |
| 37621 | παγοποιείο | [παγοποιεῖο] πα-γο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): εργοστάσιο παραγωγής πάγου με τεχνητό τρόπο. Βλ. -ποιείο. | |
| 37622 | παγοποίηση | πα-γο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) πάγωμα, διακοπή: ~ των διαδικασιών/προσλήψεων.|| ~ των αυξήσεων/δαπανών/μισθών. 2. μετατροπή σε πάγο· συσσώρευση πάγου σε εξωτερικά ή εσωτερικά μέρη οχήματος: ~ της υγρασίας/των υδρατμών.|| ~ αεροσκαφών. Βλ. -ποίηση. [< 2: αγγλ. icing | |
| 37623 | παγοποιία | πα-γο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανική παραγωγή πάγου με τεχνητό τρόπο· η αντίστοιχη μονάδα. Βλ. -ποιία. | |
| 37624 | παγοποιώ | [παγοποιῶ] πα-γο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-εί ... | παγοποί-ησε, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: σταματώ ή αναστέλλω την εξέλιξη διαδικασίας: Αποφάσισαν να ~ήσουν τα στρατιωτικά τους προγράμματα.|| ~ησαν τις προσλήψεις προσωπικού. Το θέμα ~ήθηκε.|| (ΟΙΚΟΝ.) Οι Αρχές ~ησαν (= δέσμευσαν) τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Πβ. παγώνω. [< αγγλ. freeze, 1922] | |
| 37625 | πάγος | πά-γος ουσ. (αρσ.) 1. η στερεά μορφή του νερού που προκύπτει από την έκθεσή του σε θερμοκρασία μηδέν ή κάτω των μηδέν βαθμών Κελσίου: θρυμματισμένος ~. Κομμάτι/κρούστα/κρύσταλλοι (= παγοκρύσταλλοι)/πλάκα ~ου. Ο ~ ως ψυκτικό μέσο. Στο χρώμα του ~ου (: γαλαζωπό). Γλυπτά στον ~ο/~ου. Βλ. χιόνι.|| Τεχνητός ~. 2. (συνεκδ.) μεγάλη μάζα, όγκος, στρώμα ή επιφάνεια παγωμένου νερού: (με αναφορά στους πολικούς ~ους) οι αιώνιοι ~οι. Θραύση/λιώσιμο/τήξη των ~ων. Θαλάσσιοι ~οι που επιπλέουν (= παγόβουνα).|| Συσσώρευση ~ου. Ο δρόμος έπιασε ~ο (: δημιουργήθηκε/σχηματίστηκε ~).|| Χόκεϊ επί ~ου. Μπαλέτο/πατινάζ στον ~ο. Βλ. παγοδρομία. 3. (συνεκδ.) παγάκι: ουίσκι με ~ο. Βλ. κοκτέιλ. 4. (προφ.) παγετός, παγωνιά: Έπεσε ~ τη νύχτα. 5. (μτφ.-εμφατ.) κάτι υπερβολικά κρύο· (για πρόσ.) ψυχρός: Τα χέρια σου είναι ~ (πβ. μπούζι, ψυγείο).|| Μπροστά μας ήταν ~ (πβ. παγόβουνο, παγοκολόνα). ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρος πάγος: νερό από λιωμένο χιόνι, που έχει παγώσει στο οδόστρωμα ή στο πεζοδρόμιο λόγω παγετού, καθιστώντας το πολύ ολισθηρό και εξαιρετικά επικίνδυνο για τους οδηγούς και τους πεζούς. Βλ. υαλόπαγος., ξηρός πάγος & πάγος διοξειδίου του άνθρακα: ΧΗΜ. εμπορική ονομασία του στερεού διοξειδίου του άνθρακα, που χρησιμοποιείται ως ψυκτικό μέσο ή ως μέθοδος βιομηχανικού καθαρισμού. Βλ. επίπαγος., κρηπίδα πάγου βλ. κρηπίδα, περίοδος/εποχές των παγετώνων βλ. παγετώνας ● ΦΡ.: σπάει/λιώνει ο πάγος: δημιουργείται κλίμα οικειότητας ύστερα από κάποιο διάστημα τυπικότητας, ψυχρότητας ή ακόμα και τεταμένων σχέσεων: ~σε ο πάγος μεταξύ τους. Της έκανε ένα κομπλιμέντο, για να ~σει τον πάγο. [< γαλλ. briser/rompre la glace] , στον πάγο: για κάτι που παραμένει στάσιμο· για πρόσωπο που τίθεται στο περιθώριο: Το θέμα/η υπόθεση έχει μπει ~ ~ (πβ. στο αρχείο, στο ντουλάπι, στο ψυγείο/στην κατάψυξη).|| Η σχέση τους έχει μπει ~ ~ (: έχουν ψυχρανθεί).|| Δεν τους έκανε τα χατίρια και τον έβαλαν ~ ~/(σπανιότ.) του έβαλαν πάγο. [< αγγλ. on ice] , χορός στον πάγο βλ. χορός [< 1: μτγν. πάγος 4: αρχ. ~ 2,3,5: γαλλ. glace, αγγλ. ice] | |
| 37626 | πάγουρας | πά-γου-ρας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) πάγουρος ΖΩΟΛ. 1. γένος δεκάποδων, θαλάσσιων καρκινοειδών που ζουν σε άδεια κοχύλια. ΣΥΝ. παγούρι (2) 2. (λαϊκό) κάβουρας. [< αρχ. πάγουρος, αγγλ. pagurian, γαλλ. pagure] | |
| 37627 | παγούρι | πα-γού-ρι ουσ. (ουδ.) 1. φορητό δοχείο, συνήθ. νερού, για εκδρομείς, πεζοπόρους, στρατιώτες. Πβ. υδροδοχείο. Βλ. θερμός, φλασκί. 2. ΖΩΟΛ. (λαϊκό) πάγουρας. ● Υποκ.: παγουράκι & παγουρίνο (το): στη σημ. 1. [< μεσν. παγούριον] | |
| 37628 | πάγω | βλ. πηγαίνω | |
| 37629 | πάγωμα | πά-γω-μα ουσ. (ουδ.) {παγώμ-ατος} 1. η διαδικασία με την οποία κάτι παγώνει, κατάψυξη: ~ του δρόμου/της λίμνης/του νερού (βλ. πήξη).|| ~ των αναψυκτικών/των τροφίμων. Πβ. ψύξη. Βλ. ζέσταμα. ΑΝΤ. απόψυξη, ξε~.|| ~ των ιστών του δέρματος. Βλ. κρυοπάγημα, ξεπάγιασμα, ξύλιασμα. 2. (μτφ.) αναστολή διαδικασίας ή εξέλιξης: ~ της αγοράς/των αυξήσεων/των δαπανών/των ενοικίων/των επιχορηγήσεων/των εργασιών/των κονδυλίων/των μισθών και των συντάξεων. Ανακοινώθηκε ~ στις προσλήψεις. Αποφασίστηκε ~ στις τιμές των φαρμάκων. Πβ. καθήλωση. ΣΥΝ. παγοποίηση. ΑΝΤ. ξε~.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ των κεφαλαίων. Διατάχθηκε ~ των λογαριασμών του. Πβ. δέσμευση.|| ~ της οθόνης ηλεκτρονικού υπολογιστή. Πβ. κόλλημα. 3. (μτφ.) αμηχανία, σάστισμα: ~ των θεατών/του κοινού. Πβ. παγωμάρα. ● ΣΥΜΠΛ.: πάγωμα της εικόνας: ΚΙΝΗΜ. -ΤΗΛΕΟΡ. λειτουργία παύσης, με την οποία σταματά η αναπαραγωγή ενός φιλμ ή βιντεοσκοπημένου υλικού σε ένα συγκεκριμένο καρέ. Βλ. στοπ καρέ. [< αγγλ. freeze-frame, 1960] [< 1: μεσν. πάγωμαν 2: αγγλ. freeze, 1942] | |
| 37630 | παγωμάρα | πα-γω-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): έντονη αμηχανία που προκαλείται από δυσάρεστο και συνήθ. μη αναμενόμενο γεγονός: Η δήλωση προκάλεσε ~ στο ακροατήριο/στις σχέσεις των δυο χωρών. Μετά την εκλογική ήττα επικρατεί ~ στα γραφεία του κόμματος. Πβ. πάγωμα, ψυχρότητα. ΑΝΤ. ζεστασιά (2) | |
| 37631 | παγώνι | βλ. παγόνι | |
| 37632 | παγωνιά | πα-γω-νιά ουσ. (θηλ.): πολύ κρύος καιρός, δριμύ ψύχος: Χιόνια και ~ σε όλη τη χώρα. Σήμερα έχει/κάνει ~.|| Η παρατεταμένη ~ έσπασε τους σωλήνες ύδρευσης. Πβ. παγετός, πάγος.|| (μτφ.) Η ~ του θανάτου. ΑΝΤ. ζεστασιά (1) | |
| 37633 | παγωνιέρα | πα-γω-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. σκεύος με παγάκια ή θρυμματισμένο συνήθ. πάγο, μέσα στο οποίο τοποθετούνται μπουκάλια, για να διατηρηθεί το περιεχόμενό τους σε χαμηλή θερμοκρασία: ~ για κρασί/νερό/ποτά. Βλ. σαμπανιέρα, -ιέρα. 2. (παρωχ.) ψυγείο πάγου. [< γαλλ. glacière] | |
| 37634 | παγώνω | πα-γώ-νω ρ. (μτβ κ. αμτβ.) {πάγω-σα, παγώ-σει, -μένος, παγών-οντας} 1. ψύχω· καταψύχω: ~ τις μπίρες. Αφήνουμε τη ζύμη να ~σει για μία ώρα. ~μένο: κρασί/τσάι.|| Έβγαλε το ~μένο κρέας από την κατάψυξη. ΑΝΤ. ζεσταίνω (1), ξεπαγώνω (1) 2. (εμφατ.) κρυώνω πάρα πολύ: Ρίξε κάτι πάνω σου, θα ~σεις! Κλείσε το κλιματιστικό, έχουμε ~σει. ΣΥΝ. ξεπαγιάζω, πουντιάζω.|| Έχουν ~σει τα αυτιά/τα χέρια μου (= κοκαλώσει). ΣΥΝ. ξυλιάζω ΑΝΤ. ζεσταίνομαι, σκάω (1) 3. (μτφ.) σταματώ διαδικασία ή εξέλιξη, αναστέλλω, διακόπτω: Μακάρι να μπορούσα να ~σω τον χρόνο!|| Θα ~σουν τους διορισμούς/μισθούς. ~ουν (προσωρινά) οι άδειες/τα έργα. ~σε ο νόμος/η συμφωνία. Το θέμα/σχέδιο έχει ~σει εδώ και καιρό (= μπήκε στον πάγο, στο ψυγείο/στην κατάψυξη). Πβ. καθηλώνω.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ουν οι τραπεζικοί λογαριασμοί (= δεσμεύονται). Πβ. παγοποιώ. ΑΝΤ. ξεπαγώνω (2) 4. (μτφ.) αδυνατώ να αντιδράσω λόγω πολύ δυσάρεστου συναισθήματος, κυρ. έκπληξης ή τρόμου: ~σα απ' τον φόβο μου, όταν τον είδα. ~σε στο άκουσμα του θανάτου της (= έμεινε κάγκελο, κόκαλο, σύξυλος). ΣΥΝ. κοκαλώνω (1), μαρμαρώνω (2), παραλύω (3), πετρώνω (1) 5. (μτφ.) γίνομαι ψυχρός, ψυχραίνομαι: Έχει ~σει απέναντί μου. Το γέλιο/χαμόγελο ~σε στα χείλη της (: αιφνιδιάστηκε δυσάρεστα). ~μένο βλέμμα. 6. ΚΙΝΗΜ. -ΤΗΛΕΟΡ. ακινητοποιώ φιλμ, βίντεο σε συγκεκριμένο καρέ: Ο σκηνοθέτης ~σε την εικόνα (βλ. πάγωμα της εικόνας). ~μένη σκηνή. ● παγώνει 1. (για υγρό) γίνεται πάγος, στερεοποιείται· καλύπτεται από πάγο: Το ποτάμι ~ τον χειμώνα. ~μένος: καταρράκτης.|| Οι σωλήνες ~σαν (ενν. το νερό που κυκλοφορούσε μέσα τους) κι έσπασαν.|| Οι δρόμοι έχουν ~σει (= έχουν πιάσει πάγο). ~μένο: έδαφος. (ΓΕΩΓΡ.) Βόρειος/Νότιος ~μένος Ωκεανός. 2. (επιτατ.) γίνεται πολύ κρύος: ~σε ο καιρός/η χώρα (πβ. κρυώνω, ψυχραίνω). ~μένος αέρας (πβ. ψυχρός). Βούτηξε στα ~μένα νερά. 3. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. παύει να λειτουργεί, μπλοκάρει: ~σε η οθόνη/το σύστημα/ο υπολογιστής (πβ. κόλλησε). ● ΣΥΜΠΛ.: παγωμένος ώμος βλ. ώμος ● ΦΡ.: όταν/τη μέρα που θα παγώσει η κόλαση βλ. κόλαση, πάγωσε το αίμα (στις φλέβες) μου βλ. αίμα [< μεσν. παγώνω, γαλλ. geler, glacer, αγγλ. freeze] | |
| 37635 | παγωτατζής | πα-γω-τα-τζής ουσ. (αρσ.) (προφ.): πωλητής παγωτών. Βλ. -τζής. | |
| 37636 | παγωτατζίδικο | πα-γω-τα-τζί-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα όπου παρασκευάζονται ή/και πωλούνται παγωτά. Βλ. -τζίδικο. | |
| 37637 | παγωτιέρα | πα-γω-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.): συσκευή παρασκευής παγωτού. Πβ. παγωτομηχανή. Βλ. -ιέρα. | |
| 37638 | παγωτό | πα-γω-τό ουσ. (ουδ.): παγωμένο γλύκισμα κυρ. από γάλα, γλυκαντικές και αρωματικές ύλες και χημικά πρόσθετα: ~ ανάμεικτο/βανίλια/κρέμα/μπανάνα/παρφέ/σοκολάτα/φράουλα. ~ σάντουιτς (: με μπισκότα). ~ κασάτο/χύμα. ~ κύπελλο/ξυλάκι/πύραυλος/χωνάκι. Οικογενειακό/παραδοσιακό/τυποποιημένο ~. Μαλακό ~ (μηχανής). Μπάλες/παρασκευή ~ού. Βάφλα/κρέπα με ~. Τούρτα ~.|| ~ γρανίτα/σορμπέ (: χωρίς γάλα). ● Υποκ.: παγωτάκι (το), παγωτίνι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: παγωτό καϊμάκι βλ. καϊμάκι ● ΦΡ.: μένω κάγκελο βλ. κάγκελο [< ιταλ. gelato, αγγλ. ice-cream] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ