| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37604 | παγοδρόμος | πα-γο-δρό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): αθλητής παγοδρομίας. Πβ. πατινέρ. Βλ. -δρόμος. [< γερμ. Eisläufer] | |
| 37605 | παγοθεραπεία | πα-γο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κρυοθεραπεία. Βλ. -θεραπεία. | |
| 37606 | παγοθήκη | πα-γο-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη σε διάφορα σχήματα που γεμίζεται με νερό και καταψύχεται, ώστε να σχηματιστούν παγάκια. Πβ. παγοκυψέλες. Βλ. -θήκη. [< γαλλ. glacière] | |
| 37607 | παγοθραύστης | πα-γο-θραύ-στης ουσ. (αρσ.) 1. ειδικό εργαλείο για τον θρυμματισμό του πάγου. 2. (σπάν.) όργανο στην πλώρη παγοθραυστικού για το σπάσιμο των πάγων· συνεκδ. παγοθραυστικό. [< αγγλ. icebreaker] | |
| 37608 | παγοθραυστικό | πα-γο-θραυ-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. πλοίο με ενισχυμένη την προεξοχή της πλώρης για τη θραύση των πάγων στις αρκτικές κυρ. περιοχές και τη διάνοιξη θαλάσσιων περασμάτων. [< αγγλ. icebreaker] | |
| 37609 | παγοθύελλα | πα-γο-θύ-ελ-λα ουσ. (θηλ.): ΜΕΤΕΩΡ. ακραίο καιρικό φαινόμενο, κυρ. στις Η.Π.Α. τον Καναδά, και άλλα βόρεια μέρη, που χαρακτηρίζεται από δυνατό άνεμο, χιονόπτωση και παγετό. Βλ. αμμο-, ανεμο-, χιονο-θύελλα. [< αγγλ. ice storm] | |
| 37610 | παγοκάλυμμα | πα-γο-κά-λυμ-μα ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. πολύ μεγάλη μόνιμη επιφάνεια πάγου, κυρ. στα ψηλά βουνά και τους πόλους: πολικό ~ (βλ. παγετωνικό κάλυμμα). [< αγγλ. ice cap] | |
| 37611 | παγοκάλυψη | πα-γο-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κάλυψη επιφάνειας με πάγο: μόνιμη ~. Μείωση της ~ης. Βλ. χιονοκάλυψη. [< αγγλ. ice cover] | |
| 37612 | παγοκολόνα | πα-γο-κο-λό-να ουσ. (θηλ.) 1. μεγάλο κομμάτι πάγου, ορθογώνιου συνήθ. σχήματος. 2. (μτφ.-μειωτ., συνήθ. για γυναίκα) πολύ ψυχρός άνθρωπος. Πβ. παγόβουνο. | |
| 37613 | παγοκρύσταλλοι | πα-γο-κρύ-σταλ-λοι ουσ. (αρσ.) (οι): ΜΕΤΕΩΡ. μικροσκοπικοί κρύσταλλοι πάγου. Βλ. χαλάζι. [< αγγλ. ice crystals] | |
| 37614 | παγοκύστη | πα-γο-κύ-στη ουσ. (θηλ.): ελαστικός σάκος ή δοχείο που περιέχει θρυμματισμένο πάγο, παγωμένο νερό ή τζελ και τοποθετείται σε διάφορα μέλη ή μέρη του σώματος, κυρ. για να ανακουφίσει από πόνους. Βλ. θερμοφόρα. ● παγοκύστες (οι): παγοκυψέλες. [< αγγλ. ice-bag] | |
| 37615 | παγοκυψέλες | πα-γο-κυ-ψέ-λες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν.}: μικρές κυψέλες αέρα σε σακουλάκι μιας χρήσης, που συνδέονται μεταξύ τους, γεμίζονται με υγρό, συνήθ. νερό, και στη συνέχεια καταψύχονται, ώστε να σχηματιστούν παγάκια. Πβ. παγοθήκη. ΣΥΝ. παγοκύστες | |
| 37616 | παγολεκάνη | πα-γο-λε-κά-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. δεξαμενή ψύξης και συντήρησης γάλακτος. 2. εξάρτημα ψυκτικής μηχανής: ~ ψυγείου. | |
| 37617 | παγονησίδα | πα-γο-νη-σί-δα ουσ. (θηλ.): τεράστια μάζα πάγου, που έχει αποκολληθεί από παγετώνα· μεγάλο παγόβουνο που μοιάζει με νησάκι: έκταση ~ας. [< αγγλ. ice-island] | |
| 37618 | παγόνι | πα-γό-νι ουσ. (ουδ.) & παγώνι: ΟΡΝΙΘ. μεγαλόσωμο ορνιθόμορφο πτηνό (γένος Pavo) με πολύχρωμο γυαλιστερό φτέρωμα· το αρσενικό έχει μακριά εντυπωσιακή ουρά που ανοίγει σαν βεντάλια. ΣΥΝ. ταώς (1) ● ΦΡ.: κάνει το παγόνι (προφ.): προσποιείται τον ανήξερο. ΣΥΝ. κάνει την πάπια/το κορόιδο, φουσκώνει/καμαρώνει/κορδώνεται σαν (το) παγόνι (ειρων.): είναι υπερήφανος για τον εαυτό του και το επιδεικνύει. [< μεσν. παγόνι < αρχ. πάων, ταώς] | |
| 37619 | παγοπέδιλο | πα-γο-πέ-δι-λο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ειδικό υπόδημα με μεταλλική λεπίδα, κατάλληλο για ολίσθηση σε πάγο. Πβ. πατίνι. [< γαλλ. patin à glace] | |
| 37620 | παγοπληξία | πα-γο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) καταστροφή υλικού ή καλλιέργειας που προκαλείται από παγετό ή πάγο: ~ σκυροδέματος. Αντοχή σε ~. 2. ΙΑΤΡ. νοσηρή κατάσταση του οργανισμού λόγω έκθεσης σε έντονο ψύχος. Βλ. θερμο-, κρυο-πληξία, κρυοπάγημα. [< 2: μτγν. παγοπληξία] | |
| 37621 | παγοποιείο | [παγοποιεῖο] πα-γο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): εργοστάσιο παραγωγής πάγου με τεχνητό τρόπο. Βλ. -ποιείο. | |
| 37622 | παγοποίηση | πα-γο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) πάγωμα, διακοπή: ~ των διαδικασιών/προσλήψεων.|| ~ των αυξήσεων/δαπανών/μισθών. 2. μετατροπή σε πάγο· συσσώρευση πάγου σε εξωτερικά ή εσωτερικά μέρη οχήματος: ~ της υγρασίας/των υδρατμών.|| ~ αεροσκαφών. Βλ. -ποίηση. [< 2: αγγλ. icing | |
| 37623 | παγοποιία | πα-γο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.): βιομηχανική παραγωγή πάγου με τεχνητό τρόπο· η αντίστοιχη μονάδα. Βλ. -ποιία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ